Αιχμάλωτοι των αστεριών



Τα αστεράκια πλέον έχουν εδραιωθεί ως το απόλυτο σύμβολο ποιοτικής αξιολόγησης των παραστάσεων που βλέπουμε. Κι αυτό όχι μόνο στον τόπο μας αλλά και στην αλλοδαπή. Ή καλύτερα, εκεί όπου υπάρχει πληθώρα παραστάσεων. Όποια εφημερίδα ή δελτίο Τύπου και να διαβάσεις θα πέσεις επάνω τους. Καμιά «παραδοσιακή» κριτική στήλη δεν μπορεί να τους παραβγεί.

Το φαινόμενο βέβαια δεν είναι σημερινό. Μας πάει κάποια χρόνια πίσω, στις απαρχές του Φεστιβάλ Φριντζ (fringe) του Εδιμβούργου. Όταν το εισηγήθηκαν οι μάνατζερ του Φεστιβάλ και ορισμένοι εκδότες αντιμετωπίστηκε ως λύση ανάγκης, ένα εργαλείο μαζικής και γρήγορης αξιολόγησης του διαρκώς αυξανόμενου όγκου των συμμετοχών, κάτι που η γνώριμη κριτική δεν μπορούσε να διαχειριστεί.
Το πρόβλημα είναι ότι με τον καιρό κατέληξε (αναπόφευκτα) να γίνει αναπόσπαστο κομμάτι της αγοράς, γεγονός που μπορεί να προκαλεί πλέον τη δυσφορία των διαχειριστών του Φεστιβάλ, όμως δεν είναι πια στο χέρι τους να το ελέγξουν. Τα πράγματα έχουν πάρει το δρόμο τους.
Ο διωγμός της λέξης
 Είναι προφανές πως όσο θα μειώνεται ο αριθμός των λέξεων σε μια κριτική στήλη (αναφέρω ενδεικτικά την Αγγλία, όπου ο μέσος όρος είναι 350), θ’ αυξάνεται αντίστοιχα η χρήση και η βαρύτητα των συμβόλων (όπως εν προκειμένω τ’ αστεράκια).


Η κατάσταση που έχουν επιβάλει οι κοινωνικο-οικονομικές και πολιτιστικές αλλαγές βολεύεται με μια κριτική στήλη που λειτουργεί κυρίως ως οδηγός καταναλωτή. Τα αστεράκια είναι κράχτης. Τραβούν αμέσως την προσοχή του περαστικού, ο οποίος δεν χρειάζεται να αφιερώσει χρόνο να ενημερωθεί και να προβληματιστεί. Όπως γίνεται και με τα μηνύματα SMS. Πρόκειται για μια επικίνδυνη συμβολοποίηση του κριτικού λόγου, η οποία επιβάλλει την απόλυτη κυριαρχία της όρασης εις βάρος της σκέψης.
Όσο βασίλευε η «λέξη», η διάκριση ανάμεσα σε μια κριτική και μια «διαφήμιση» ήταν και εύκολη και επιβεβλημένη. Τώρα, με τη λέξη στο περιθώριο, ο θεατρόφιλος βασίζεται σε μια αξιολογική κλίμακα που κανείς δεν του λέει τι αντιπροσωπεύει. Ας πούμε, σε τι διαφέρει ένα αστεράκι από πέντε; Όλοι αυτοί που τ’ αραδιάζουν με το τσουβάλι λες και είναι πασατέμπος, έχουν το ίδιο γούστο, την ίδια παιδεία, τις ίδιες θεατρικές εμπειρίες, τις ίδιες απαιτήσεις; Μήπως το κάνουν εκ του πονηρού; Μήπως πληρώνονται ή εξυπηρετούν επαγγελματικά συμφέροντα άλλων;
Κανείς δεν θα μας δώσει την απάντηση, γιατί δεν υπάρχει μία κοινώς αποδεκτή  απάντηση. Κάποιες ιστοσελίδες σου λένε ότι το ένα αστέρι σημαίνει “μην πας” και τα πέντε “τρέξε”. Κι εδώ που τα λέμε, από τη στιγμή που οι τέχνες ανήκουν πλέον στην κατηγορία του lifestyle, ο μέσος αναγνώστης-θεατρόφιλος δεν πολυνοιάζεται να δει κατά πόσο αυτό που διαβάζει ανήκει στις δημόσιες σχέσεις ή στη σοβαρή κριτική.

Happening στο  Fringe  του Εδιμβούργου
Οι θιασώτες των συμβόλων υποστηρίζουν ότι η χρήση τους αποκαθιστά και ένα αίσθημα δημοκρατίας και δικαιοσύνης, γιατί δίνει την ευκαιρία σε παραστάσεις, οι οποίες κάτω από άλλες συνθήκες θα περνούσαν απαρατήρητες, να μπουν στο ρόστερ των επιλογών των θεατών. Σωστό, μόνο που πιστεύω πως δεν μπορεί (και δεν πρέπει) όλες οι παραστάσεις να γίνονται αντικείμενο κριτικής, γιατί έτσι σχετικοποιούνται και τα όποια αξιολογικά στάνταρ διαθέτει ο κριτικός λόγος.


Εάν ρίξετε μια ματιά στις παραστάσεις που κρίνονται με σύμβολα, θα δείτε ότι, μαζί με την ποσοτική τους αύξηση, αυξάνονται δυσανάλογα μόνο οι «πεντάστερες». Στην Αγγλία, για παράδειγμα, το 2009 δώδεκα ιστότοποι φιλοξένησαν 1382 κριτικές. Το 2012, είκοσι ιστότοποι φιλοξένησαν 7.098 κριτικές, που σημαίνει πενταπλασιασμό του όγκου. Κι ενώ στα «τετράστερα» θεάματα ο πολλαπλασιασμός  ήταν ανάλογος με την αύξηση του αριθμού των κριτικών, στα «πεντάστερα» ήταν εξίμισι φορές πάνω. Δηλαδή, σύμφωνα με τα νούμερα είχαμε ποιοτική άνοδο, συμπέρασμα σαφώς πλασματικό. Και δεν χρειάζεται κόπος να το αποδείξει κανείς. Αρκεί να δει τι απογίνονται όλες αυτές οι πεντάστερες διακρίσεις. Ποια είναι η ευρύτερη αποδοχή τους; Δεν είναι περίεργο το ότι οι περισσότερες πεντάστερες παραστάσεις του Φεστιβάλ του Εδιμβούργου, περνούν εντελώς απαρατήρητες μόλις εγκαταλείψουν το φεστιβάλ (δείτε πώς υποδεχτήκαμε αρκετές απ’ αυτές στη χώρα μας);
Ο κόσμος συνηθίζει στην υπερβολή. Κάποιοι μάλιστα είναι της άποψης να αυξηθούν τα αστεράκια σε εφτά, όπως τα ξενοδοχεία υπερπολυτελείας. Εγώ, αντίθετα, είμαι της άποψης να καταργηθούν εντελώς, εάν πραγματικά θέλουμε να δημιουργηθεί χώρος να επιστρέψουν οι λέξεις εκεί που ανήκουν. Χωρίς τη λέξη δεν υπάρχει κριτική. Η κριτική δεν είναι ταχυφαγία, δεν είναι παιχνίδι για να περνάς ευχάριστα την ώρα σου. Αυτός που κρίνει σοβαρά θέλει χρόνο να χωνέψει αυτό που είδε και μετά να γράψει και να ξαναγράψει, να πετάξει, να ξαναδοκιμάσει.


Όλοι είναι κριτικοί
Πολλοί χρήστες των μπλογκ (όπου τα αστεράκια κάνουν πάρτι διεθνώς) υποστηρίζουν ότι όλοι μπορεί (και πρέπει) να έχουν άποψη. Συμφωνώ μαζί τους, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι όλοι έχουν και ενημερωμένη άποψη, ότι όλοι μπορούν να συγκρίνουν, να αναλύσουν, να παιδέψουν και να παιδευτούν. Πολλοί απ’ αυτούς που κρίνουν παραστάσεις βολεύονται με τ’ αστεράκια, γιατί δεν έχουν να εξηγήσουν σε κανένα τις επιλογές τους. Πετάνε  τ’ αστεράκια τους σαν μετεωρίτες και πάνε παρακάτω. Είναι ένα ανέξοδο εργαλείο, που όμως μπορεί να έχει καταστροφικές συνέπειες στην ποιότητα του προσφερόμενου θεάματος, γιατί επιβάλλει τη λογική του «μπάτε σκύλοι και αλέστε».
Η γνώμη μου λέει ότι εκείνοι που πρώτοι θα ‘πρεπε ν’ αντισταθούν σ’ αυτή την πρακτική είναι οι ίδιοι καλλιτέχνες. Όμως, η λογική της αγοράς τους έχει κάνει να περιφέρουν τ’ αστεράκια τους παντού, λες και είναι η απόδειξη της ποιοτικής τους καταξίωσης.
Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία

23/03/2014