Πόσο κοστολογείται η κριτική;






Είναι γνωστή σε όλους η όχι ιδιαίτερα ευχάριστη κατάσταση που επικρατεί στον χώρο της θεατρικής κριτικής. Και δεν είναι μόνο το γεγονός ότι είναι ένας χώρος «απροστάτευτος», υπό την έννοια ότι όλοι πια πιστεύουν ότι δικαιούνται να δημοσιοποιούν τις απόψεις τους για μια παράσταση που έτυχε να δουν (κάτι που, ούτως ή άλλως, κάνουν ελέω των ευκολιών που παρέχει  τεχνολογία), αλλά είναι ένας χώρος που έχει γίνει «μπαλάκι» στα χέρια νέων και παλαιότερων εκδοτών, σχετικών και μη σχετικών διαχειριστών μεγάλων ιστοσελίδων, οι οποίοι έχουν αρχίσει εδώ και καιρό να την αντιμετωπίζουν ως εκμεταλλεύσιμο εργαλείο, στο όνομα της «έγκυρης» (όπως αυτοί την αντιλαμβάνονται) ενημέρωσης του καταναλωτή.

Γλυκόπιοτο δηλητήριο






Είναι κάποια έργα που, χωρίς να διεκδικούν δάφνες πρωτοτυπίας, κρύβουν μέσα τους μικρές ωρολογιακές βόμβες που κάθε λίγο και λιγάκι σκάνε και προκαλούν  απρόσμενες εκτινάξεις. Και ένα τέτοιο έργο είναι το βραβευμένο Δηλητήριο, της Ολλανδής Λοτ Φέικεμανς που σκηνοθέτησε για λογαριασμό του ΚΘΒΕ ο Γιάννης Μόσχος, τον οποίο φαίνεται να δελεάζουν πολύ οι ψιλοβελονιές και οι «αλήθειες» του «ψυχολογικού ρεαλισμού», εκείνο του ρεαλισμού του ανάμικτου με ποίηση, εκείνου του ρεαλισμού που γοήτευσε συγγραφείς όπως ο Ο’ Νηλ, ο Τ. Γουίλιαμς και, βεβαίως και πρωτίστως, ο Τσέχωφ, που διόλου τυχαία απασχολεί τον Μόσχο.
Τραγικό και καθημερινό
Προσωπικά απεχθάνομαι τα κλισέ σε οποιαδήποτε μορφή τους. Από την άλλη, με συναρπάζουν όταν αποκτούν γεύση παραξενίσματος, όταν με (προ)καλούν να τα ξαναδώ, να τα ξανα-σκεφτώ. Αυτό που κάνει ο Έντουαρντ Άλμπι, για παράδειγμα, που παίρνει τα κλισέ και τα κάνει θέατρο υψηλών ταχυτήτων. Δηλαδή, τα κάνει ανοίκεια, οπότε παύουν να είναι κλισέ.
Το λέω αυτό γιατί η ιστορία που συνθέτει το «Δηλητήριο», αν και τραγική, δεν παύει να είναι πολύ κοινότοπη. Μάλιστα, κάποιοι που έχασαν δυο και τρία παιδά, που είδαν πολέμους, καταστροφές, που βίωσαν ακραίες καταστάσεις, ενδεχομένως να βρουν την έμφαση που δίνει η συγγραφέας στην απώλεια του παιδιού τραβηγμένη. Σίγουρα για τον καθένα από μας μια τέτοια απώλεια είναι πέρα για πέρα τραγική. Όμως, το μέγεθος και το εκτόπισμα του τραγικού διαφέρει από άτομο σε άτομο, από κοινωνία σε κοινωνία.
Σε κάθε περίπτωση, στο Δηλητήριο μην περιμένετε να πέσετε πάνω σε κάποια ιδιαίτερη εξωτερική δράση. Δεν υπάρχει. Μην περιμένετε εξτραβακάν πράγματα. Δεν υπάρχουν. Μην περιμένετε αισθησιακές σκηνές, αίματα, καυγάδες, αβανταδόρικες λύσεις. Τίποτα. Απολύτως τίποτα. Τι να περιμένετε; Μα να δείτε ακριβώς πώς το κοινότοπο αποκτά ενδιαφέρον. Πώς δικαιολογεί τη σκηνική του ύπαρξη.


Το δράμα της μνήμης
Δείτε πώς μέσα από μια εξωτερικά στατική κατάσταση πυροδοτείται ένας ολάκερος εσωτερικός μηχανισμός, μια αφήγηση πυρακτωμένων υλικών. Δείτε πώς σταδιακά απελευθερώνεται μια χιονοστιβάδα από κοιτάσματα μιας σχέσης που με τον τρόπο της ακόμη κατατρώει τα σωθικά του ανθρώπου. Δείτε πώς η συγγραφέας ακτινογραφεί τις λεπτομέρειες, τις άπειρες μικρές λεπτομέρειες, πώς αναζητεί στα πολύ καθημερινά και σχεδόν αδιάφορα το τραγικό, πώς τα περνά όλα από το μικροσκόπιο. Κάθε πτυχή. Κάθε ταλάντωση. Κάθε έκρηξη που σημειώνεται στα διαμερίσματα της μνήμης. Γιατί όλα από εκεί εκπορεύονται και εκεί καταλήγουν: τι επιλέγουμε να ξεχάσουμε και τι επιλέγουμε να μην ξεχάσουμε και τι δεν μπορούμε να ξεχάσουμε. Άβυσσος η λειτουργία της.
Υπάρχει πυρετώδης δράση σε αυτό το έργο, μόνο που η συγγραφέας δεν σου την τρίβει στα μούτρα (βλ. in yr face theatre). Σε πλαγιοκοπεί. Εδώ έχουμε ένα δράμα που οι Γάλλοι ενδεχομένως να ονόμαζαν mise en abyme: αθέατο θέατρο του μυαλού. Εκεί διαδραματίζονται όλα. Και υπ’ αυτήν την έννοια βρήκα εύστοχη τη χρήση του γυμνού διαδρόμου στο Φουαγιέ του ΚΘΒΕ (ο σκηνικός σχεδιασμός της Τίνας Τζόκα). Στο δικό μου μυαλό έμοιαζε, συμβολικά, με τον δρόμο που οδηγεί στο βάθος της μνήμης, στον πυρήνα της δράσης. Το μονοπάτι που διασχίζουν οι δύο πάλαι ποτέ σύζυγοι ώστε να φτάσουν κάπου, χωρίς να ξέρουν πού —γιατί αν ήξεραν σίγουρα δεν θα το διέσχιζαν. Τώρα πηγαίνοντας μαθαίνουν πού θα πάνε. Όπως ακούγοντας ο ένας τον άλλο «μαθαίνουν» τι θα πουν. Και μιας και η συνάντησή τους γίνεται στους χώρους ενός νεκροταφείου, ο διάδρομος θα μπορούσε να ερμηνευτεί και με πολλούς άλλους τρόπους, ας πούμε πιο μεταφυσικούς. Ας μην το πολυτραβάμε όμως. Ας μείνουμε στους βασικούς στόχους της σκηνοθεσίας. 


Η παράσταση
Κέρδισε το στοίχημα ο Γιάννης Μόσχος, και τούτο γιατί κατάλαβε ακριβώς πως μόνο με το στηθοσκόπιο ανά χείρας θα μπορούσε να εντοπίσει τους παλμούς της καρδιάς του έργου ώστε να συναντηθούν με τους παλμούς του θεατή μέσω των παλμών των ηθοποιών. Πως μόνο με ένα καλό αζιμούθιο ανά χείρας θα μπορούσε να βρει τους κατάλληλους τόπους δράσης (και απόδρασης). Μα πάνω από όλα, πως μόνο μέσα από ένα εύστοχο κάστινγκ θα έφτανε στον στόχο. Και θεωρώ ότι ευτύχησε στη διανομή, η οποία, ομολογώ, στην αρχή με ξένισε, γιατί έφερνε μαζί δύο ηθοποιούς οπλισμένους με διαφορετικούς υποκριτικούς κώδικες και διαφορετικό σκηνικό παρελθόν.
Η πιο εσωστρεφής και «στανισλαφσκίζουσα» Μαρία Τσιμά, και ο πιο εξωστρεφής και «μπρεχτικός» Ταξιάρχης Χάνος, κλήθηκαν να σηκώσουν το βάρος αυτού του μάταιου «αγώνα» (δανείζομαι  τον όρο από την τραγωδία γιατί κολλάει), να κεντήσουν με το υλικό των τραυματισμένων αναμνήσεών τους, των μετέωρων σκέψεών τους, των κρυμμένων επιθυμιών τους την τοπογραφία των παθών και των παθημάτων της σχέσης τους. Και το έκαναν  με τρόπο φυσικό, σχεδόν αυτονόητο. Το έκαναν όπως το έκαναν γιατί το πίστεψαν.
Ερμηνείες
Με συνεχείς ανεπαίσθητες κλιμακώσεις οι δύο ηθοποιοί άφησαν τη σχέση να ζωντανέψει, να γίνει και «δική μας» και να συγκινήσει. Ανίχνευσαν. Εντόπισαν. Κοινοποίησαν. Ούτε φωνές ούτε υστερίες. Ένα πολύ καλά ζυγισμένο υποκριτικό δούναι και λαβείν, με ρυθμισμένους τους τόνους και τα ημιτόνια. Όλα στη θέση τους. Σώματα. Σιωπή. Λόγος. Και ξανά σιωπή. Ακούω. Δρω. Ακούω. Αντιδρώ.
Η Μαρία Τσιμά με το που μπήκε στο διάδρομο της δικής της μνήμης είχε ήδη διαμορφωμένο χαρακτήρα. Ήταν «Αυτή». Από τα «καμαρίνια». Εντυπωσιακή στις άπειρες και άκρως πελεκημένες λεπτομέρειές της ερμηνείας της. Στους μορφασμούς της. Στο μειδίαμά της. Στην κίνηση των χεριών, κίνηση συνήθως ανεπαίσθητη αλλά απόλυτα ορατή. Στη στάση του σώματος. Στην αμηχανία της. Στο βλέμμα της, το άλλοτε θαμπό το άλλοτε χαρούμενο. Στιγμές. Πολλές στιγμές. Και κάθε στιγμή να αφουγκράζεται την προηγούμενη στιγμή και τη στιγμή του απέναντι και όλες μαζί να συνθέτουν μικρές όσο και ολοκληρωμένες δράσεις-στιγμές με δεκάδες σημαινόμενα. Τίποτα δήθεν. Χάρηκα τη Μαρία Τσιμά, όπως την είχα χαρεί και στην «Τρελοβγενιώ» στη Μικρή Σκηνή της Μονής Λαζαριστών. Σπουδαία ερμηνεία-σεμινάριο.



Απέναντί της ο πρώην «άντρας» της, ο Ταξιάρχης Χάνος, ένας ηθοποιός που συνηθίσαμε να τον βλέπουμε να υποδύεται ρόλους με πιο αδρά περιγράμματα, με πιο τονισμένη τη σωματική γλώσσα και τα τεχνικά της μέσα, με πιο έντονο το κλείσιμο του ματιού στο θεατή. Εδώ κλήθηκε να αντιμετωπίσει μια μεγάλη πρόσκληση: να παίξει θέατρο εσωτερικών δονήσεων και διαδρομών. Και το έκανε. Έπαιξε με εξαιρετική αυτοσυγκράτηση, ευαισθησία και επικοινωνιακή τεχνική όλες τις φάσεις της δοκιμασίας του απέναντι στην πρώην. Μπήκε στο σκοτεινό τούνελ μιας σχέσης την οποία διαχειρίστηκε με ιδιαίτερη μαεστρία και άμεσα αντανακλαστικά. Πορεύτηκε το δρόμο της συμφιλίωσης με το παρελθόν του με τα υλικά ενός θεατρίνου που ξέρει πώς να τα ελέγξει και πού να τα επενδύσει. Ένας Χάνος διαφορετικός και απολαυστικός.


Συμπέρασμα: παράσταση υψηλής ευαισθησίας και λεπτών αποχρώσεων.
Σημ. Πρώτη δημοσίευση http://parallaximag.gr/life/texnes/glykopioto-dilitirio

Απειλή με viewpoints






Εκείνο που ίσως «ξενίσει» τον ανυποψίαστο θεατή στην παράσταση του βραβευμένου έργου της Άρτεμης Μουστακλίδου Απειλή (Μικρή Σκηνή της Μονής Λαζαριστών), είναι η σκηνοθεσία του Γιάννη Λεοντάρη. Μα γιατί φωνάζουν τόσο πολύ οι ηθοποιοί, θα διερωτηθεί; Γιατί τέτοιος σωματικός πόνος; Προς τι όλο αυτό το πηγαινέλα; Γιατί χτυπιούνται κάτω; Πώς ανταμώνει όλο τούτο το σωματικό βασανιστήριο με το περιεχόμενο της ιστορίας, όπως μας την παρέδωσε η ικανή για ακόμη καλύτερα πράγματα νεαρή συγγραφέας;
Πριν όμως επιχειρήσω ν’ απαντήσω, ας δούμε πολύ σύντομα περί τίνος πρόκειται.

Στις σκηνές της Θεσσαλονίκης: εν συντομία







Πάρα πολλά πράγματα έπεσαν μαζί τον τελευταίο καιρό, με αποτέλεσμα παραστάσεις που είχα σκοπό να σχολιάσω παρέμειναν για αρκετό καιρό αδρανείς στον υπολογιστή μου. Έστω και με κάποια καθυστέρηση μεταφέρω ορισμένες από αυτές.

Εμφύλιος πόλεμος για μια γάτα





Η θεατρική αγορά έχει αλωθεί κυριολεκτικά από την περφόρμανς, σε σημείο να έχουμε ξεχάσει τι πάει να πει καλό κείμενο γραμμένο από ικανό δραματικό συγγραφέα. Μου έχει λείψει αυτό το θέατρο, εννοώ το δραματικό θέατρο. Μου έχει λείψει ο ανήσυχος  συγγραφικός νους που ξέρει να μας ξαφνιάζει, να μας γοητεύει μέσα από το απρόβλεπτο, να μας μορφώνει μέσα από το καινούργιο. Ο νους εκείνος που αρέσκεται να δοκιμάζει τις αντοχές της θεατρικής μεταφοράς αλλά και της θεατρικής μας επάρκειας. Που ξέρει να μετρά σωστά τη θερμοκρασία των λέξεων, τη δυναμική τους, που ξέρει να χτίζει με καλή δοσολογία μια (μυθ)ιστορία του κόσμου αλλιώτικη αλλά συνάμα και τόσο δική μας, όπως εν προκειμένω ο Μάρτιν Μακ Ντόνα, ο Ιρλανδός παραμυθάς που πήρε το θέατρο εκεί που το άφησε η γραφή της Σάρα Κέιν και του Μαρκ Ρέιβενχιλ και το πήγε ακόμη πιο πέρα, με έργα όπως: Η τριλογία του Λινέιν, ο Πουπουλένιος και η Τριλογία του Αράν (όπου ανήκει και ο «Υπολοχαγός του Ίνισμορ, 2001).

Θεατρική κριτική και αγορά





Για κάποιους ο ρόλος του κριτικού είναι να μορφώσει τις μάζες και ο ρόλος των καλλιτεχνών να μορφώσουν τον κριτικό. Για κάποιους άλλους ο μόνος έγκριτος κριτικός είναι το κοινό. Κάποιοι άλλοι πιστεύουν ότι ο κριτικός είναι ο μόνος που δεν πηγαίνει στη «μάχη», αλλά εμφανίζεται αργότερα και πυροβολεί τους τραυματίες. Άλλοι πάλι βλέπουν τον κριτικό σαν ένα ευνούχο σε χαρέμι ανάμεσα σε ωραίες γυναίκες που τις παίρνει μάτι αλλά δεν μπορεί να τις έχει. Γνωστά όλα αυτά. Απλά τα αναφέρω αναζητώντας έναν εύκολο τρόπο να αρχίσω το σχόλιό μου γύρω από τη θέση της θεατρικής  κριτικής σήμερα.

Γελώντας με τις νευρώσεις της ζωής




Ο Κρίστοφερ Ντουράνγκ, ένας από τους καλούς εκπροσώπους της σύγχρονης αμερικανικής κωμωδίας, έγινε γνωστός στην Ελλάδα με το έργο Γελώντας άγρια, που μετέφρασαν σε καλπάζοντα ελληνικά και ανέβασαν για πρώτη φορά το 2000 ο Δημήτρης Φραγκιόγλου και η Χριστίνα Παπαδάκη.
Έκτοτε είδαμε κάποιες σκηνικές εκδοχές του, μα πιο πολύ είχαμε χρήσεις του στις εισαγωγικές εξετάσεις δραματικών σχολών, κάτι που ομολογώ ξενίζει κάπως γιατί είναι ένα κείμενο δύσκολο στη διαχείρισή του, και μάλιστα από νέα παιδιά χωρίς καθόλου πείρα.

Μια “αρρώστια” χωρίς ψυχή



Πρώτη επίσκεψη στη Θεσσαλονίκη (θέατρο Αμαλία) της αθηναϊκής ομάδας Tempus Verum, με το γνωστό  (και χρονολογικά πρώτο) έργο του Φέρντιναντ Μπρούκνερ Η αρρώστια της νιότης (1926), γραμμένο στην καρδιά του εξπρεσιονιστικού κινήματος και στον προθάλαμο της ανόδου του φασισμού. Ένα έργο «κραυγή», γνώριμο μοτίβο στους περισσότερους πολιτικοποιημένους συγγραφείς της περιόδου του Μεσοπολέμου.

Ξεβρακώνοντας την «ιερή» οικογένεια







Το Festen: Οικογενειακή γιορτή (των Τόμας Βίντερμπεργκ, Μόγκενς Ρούκοφ, και Μπο Χρ. Χάνσεν) οι περισσότεροι κριτικοί το αντιμετώπισαν σαν μια σύγχρονη τραγωδία. Ίσως όχι άδικα, αφού η ίδια η ιστορία δείχνει διαρκώς προς τα πίσω, στις αφετηρίες των δραμάτων εκδίκησης, εκεί όπου η αγία οικογένεια πρωτοστατεί σ’ ένα δράμα όπου όλα τα έλκη κουκουλώνονται μέσα από μια πεισματικά ανακυκλούμενη φαρισαϊκή τυπολατρία.

Απιστίες και πόλεμοι





Η ζωή μερικές φορές φαντάζει (ή είναι) πιο αληθινή σε δισδιάστατη παρά τρισδιάστατη μορφή. Αυτό περιπου βγαίνει ως γενικό συμπέρασμα από τη «σεξοκωμωδία» της Κέιτ Ρόμπιν, «Πίστη/Faith”, όπου πλέκονται και εμπλέκονται αποκαλύψεις, συγκαλύψεις, παραλήψεις, επικαλύψεις, επαναλήψεις, μίξεις, συμμίξεις κ.λπ.

Άγευστα μαγειρέματα




Δεν το κρύβω ότι με χαρά υποδέχτηκα την πρωτοβουλία του θεάτρου Καλαμαριάς να εγκαινιάσει τους «Θεατρικούς κύκλους», ένα είδος «μίνι» φεστιβάλ που παιγνιωδώς το ονομάζει  East End (κατά το αγγλικό West End), φιλοξενώντας ένα σύνολο έξι αθηναϊκών παραστάσεων. Και λέω με χαρά, γιατί όπως έγραφα σε πρόσφατο σχόλιό μου, έχουμε ανάγκη να δούμε θέατρο. Στεγνώσαμε. Και αναφέρομαι στο ελεύθερο θέατρο.

Περί Ανατολής και Δύσης







Είναι γνωστό ότι όσοι κινούνται στο φεστιβαλικό κύκλωμα, ή θέλουν να μπουν σ’ αυτό, περίπου ακολουθούν μια γραμμή που, χωρίς να το επιβάλλει, κατά κάποιον τρόπο προϋποθέτει συρρίκνωση του τοπικού στοιχείου, για το χατίρι ενός όσο γίνεται επικοινωνιακά πιο διευρυμένου σκηνικού λόγου.

Το (αν)ελεύθερο θέατρο της νέας εποχής




Ποτέ δεν θυμάμαι τον εαυτό μου να απέχει από τα θεατρικά της Θεσσαλονίκης περισσότερο από τρεις, μάξιμουμ τέσσερις μέρες. Φέτος έφτασα αισίως τις είκοσι και συνεχίζω να προσθέτω. Και από ό,τι φαίνεται θα φτάσω και τις τριάντα και τις σαράντα. Και βάλε. Και διόλου δεν χαλιέμαι. Η αποχή μου δεν έχει να κάνει με κάποια διαμαρτυρία. Να διαμαρτυρηθώ για ποιο πράγμα; Απλούστατα, αφού εξάντλησα τις παραστάσεις του ΚΘΒΕ και μια-δυο από το ελεύθερο θέατρο, κάθισα στ’ αβγά μου, αφού καμιά (sic!) παράσταση δεν με πείθει να βγω από το σπίτι μου και να πάω να τη δω. 

Στο χειρουργείο «Μάμετ»






Ο Ντέιβιντ Μάμετ είναι ένας συγγραφέας ο οποίος, σε μια πρώτη ανάγνωση (ή θέαση),  παραπλανεί εντελώς. Έχεις την αίσθηση πως δε έχει να σου πει τίποτα ή ό,τι έχει να πει βρίσκεται εκεί μπροστά σου. Τίποτα από κάτω, τίποτα παραπέρα. Κι όμως δεν είναι καθόλου έτσι.
 Ο Μάμετ είναι ένας πανούργος μυθοπλάστης που άλλα λέει και αλλού σε σπρώχνει να πας. Εξ ου και οι διάφορες ετικέτες που του έχουν κολλήσει: “φαλλοκεντρικός”, “φιλόλογος-πολεμιστής”, "φωτογράφος λέξεων" "βιρτουόζος της βρισιάς", "υπερνατουραλιστής", "Aριστοφάνης του άναρθρου", όλες και με μια δόση αλήθειας όπως και ψέματος.

Το Μπλε του φόβου και της ελπίδας στο Black Box




Το μπλε είναι ένα χρώμα που θυμίζει Ελλάδα. Τη σημαία της. Τον ουρανό της. Τη θάλασσά της. Τη γαλήνη της, την αγάπη της αλλά και την αλμύρα της, τις φουρτούνες της, τις αναταραχές της, τον αφρό της που κρύβει φόβο και θάνατο.