Ένας Ληρ με δυο όψεις




Δυσκολεύομαι να αποφασίσω ποια κριτική προσέγγιση  δικαιώνει πιο πολύ το Βασιλιά Ληρ που έφερε στο Μέγαρο Μουσικής, σε δική του μετάφραση, ο Γιώργος Κιμούλης, με την υπογραφή του γνωστού Σλοβένου σκηνοθέτη Τομάζ Παντούρ. Είναι πολλά εκείνα που ήθελα να δω και να ακούσω στην παράσταση.

Άμλετ χωρίς αρκετά καύσιμα




Ο Άμλετ είναι το απόλυτο έργο-πρόκληση για σκηνοθέτες και ηθοποιούς. Εξ ου και οι άπειρες αναγνώσεις, με πιο πρόσφατη του Χρήστου Θεοδωρίδη, τη δουλειά του οποίου πρωτογνώρισα  στο έργο Έσπασε του Στέλιου Χατζηαδαμίδη, (2011) στο «Άνετον». Θυμάμαι ότι, παρ’ όλα τα προβλήματα συγκρότησης, ανάπτυξης και καλής εστίασης, μου είχε αρέσει. Είδα ότι διέθετε καλά και υποσχόμενα στοιχεία. Στο διάστημα που μεσολάβησε μέχρι τον Άμλετ που έφερε με την ομάδα «Ορχήστρα των μικρών πραγμάτων» στις «Θεατρικές συναντήσεις» στο θέατρο «Μελίνα Μερκούρη», δεν είδα κάτι άλλο απ’ αυτόν. 

Πόσο πουλάει η πρωτοπορία;



Για πολλές δεκαετίες το όνομα του θεατρικού συγγραφέα ήταν η μεγάλη είδηση στις καλλιτεχνικές στήλες. Περίπου ήταν κοινός τόπος να διαβάζουμε πριν από κάθε πρεμιέρα: «Το νέο έργο του Διαλεγμένου ή του Ποντίκα ή του Καμπανέλλη». Τώρα, τα πράγματα άλλαξαν. Πρωτοσέλιδο κάνουν τα ονόματα των σκηνοθετών. Είναι οι νέοι σταρ. Στο εξωτερικό ακούμε για Όστερμαγιερ, Καστελούτσι, Βαρλικόφσκι, Γουίλσον. Στα καθ’ ημάς,Λυγίζος, Ευαγγελάτου, Παπακωνσταντίνου, Γάκης, Κακάλας, Καραντζάς, Γλυνάτσης, Θεοδωρίδης, Χιώτη, Αζάς, Τσινικόρης, Σαχίνης, Στρούμπος, Μαυραγάνη, Αργυροπούλου, Καλαβριανός, Κιτσοπούλου, Λιούλιου, Ευθυμίου, μεταξύ πολλών άλλων. Είναι η γενιά που πλέον εκπροσωπεί αυτό που λέμε “σύγχρονο ελληνικό» και για πολλούς «πρωτοποριακό» θέατρο. Θα τους βρείτε παντού. Στον ημερήσιο Τύπο, στον ηλεκτρονικό, στα face books. Αναλογικά με τον πληθυσμό της χώρας, είναι πάρα πολλοί.

Μια κούκλα όχι και τόσο bijoux





Είναι πια κοινός τόπος να βλέπουμε παραστάσεις όπου κυριαρχεί η εικόνα σε βάρος του λόγου. Είναι κοινός τόπος η απομάκρυνση του θεάματος από τη λογική της αναπαράστασης, με στόχο την πρόκληση μιας αλληλουχίας συσχετισμών στο μυαλό του θεατή που να διευρύνουν το οπτικό του πεδίο.

Περιπέτειες σωμάτων



Δύο σώματα στον χώρο. Κινούνται προς όλες τις κατευθύνσεις. Κάθετα, διαγώνια, κυκλικά. Περιμετρικά. Κινούνται μαζί και χώρια Συγκρούονται. Απομακρύνονται. Διασταυρώνονται. Κάθονται. Σηκώνονται. Περπατούν αργά. Περπατούν βιαστικά. Επιταχύνουν. Λαχανιάζουν. Κουβαλά ο ένας τον άλλο. Πέφτουν. Χτυπιούνται. Αγγίζονται. Ερωτεύονται. Απωθούνται. Φλερτάρουν, Χαμογελούν. Απελπίζονται. Εξερευνούν τον χώρο. Αντιμάχονται τον χώρο. Ορίζουν τον χώρο. Ορίζονται από τον χώρο. Ορίζουν τον άλλο. Ορίζονται από τον άλλο. Πονάνε τον άλλο. Πονάνε από τον άλλο. Ρήματα. Παντού ρήματα. Πουθενά επίθετα. Ο λόγος απλός: το ρήμα υποδηλώνει κίνηση. Δράση. Χωρίς ρήμα όλα νεκρώνουν. Αδρανούν. Σωματικό θέατρο σημαίνει θέατρο ρημάτων.

Aφηγηματικοί τόποι του έρωτα: Αβελάρδος και Ελοϊζα




Πρωτοείδαμε τον Αβελάρδο και την Ελοϊζα πέρυσι το καλοκαίρι στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών. Οι εντυπώσεις ανάμεικτες. Ήταν προφανές πως δεν είχε ακόμη αποκτήσει γερά πατήματα, κάποιο ρυθμιστικό άξονα που να του δίνει ένα ευκρινές σκηνικό διακύβευμα.

Ασταμάτητη Σταματία




Είναι κάποια έργα τα οποία, χωρίς να διεκδικούν δάφνες πρωτοτυπίας, κερδίζουν την αποδοχή του κόσμου. Ως πρόσφατο παράδειγμα έχω το έργο του Κώστα Σωτηρίου Σταματία, το γένος Αργυροπούλου που είδαμε στο «Άνετον», μια παραγωγή του Θεάτρου του Νέου Κόσμου, σε σκηνοθεσία Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου, που μας ήρθε από την Αθήνα με καλές συστάσεις.
Ο συγγραφέας
Ο Σωτηρίου δεν ανήκει  στους θεατρικούς συγγραφείς, αν και πλέον αυτή η διάκριση τείνει να χάσει το νόημά της. Είναι μυθιστοριογράφος, με ένα σύνολο επτά έργων. Πρωτοεμφανίστηκε στα Ελληνικά Γράμματα το 1996 με το μυθιστόρημα Οι αχινοί από τις εκδόσεις Καστανιώτη, το οποίο έγραψε σε συνεργασία με το Νίκο Θεοτοκά.
Όσο για τη Σταματία, ούτε αυτό είναι θεατρικό. Είναι ένα αφήγημα ποταμός που εστιάζει στην ιστορία αυτού του τόπου στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα. Είναι κάτι όπως η Πατριδογνωσία που είδαμε στο Black Box πέρυσι, με τον Γεννατά. Δεν μας λέει κάτι καινούργιο. Τόσο σε επίπεδο ιδεολογικού όσο και θεματικού προσανατολισμού κινείται σε χώρους που πια έχει κιτρινίσει ο χρόνος. Κάπου έχει κουράσει αυτή η εμμονή. Καιρός να γυρίσουμε σελίδα. Τα ζητούμενα των σύγχρονων αδιεξόδων μας βρίσκονται αλλού, μα εντελώς αλλού, χωρίς αυτό  να σημαίνει ότι η γραφή του Σωτηρίου δεν έχει αρετές. Φυσικά διαθέτει. Η ανάμικτη γλώσσα, το ύφος, η ρυθμικότητα, οι εικόνες, όλα δημιουργούν ένα ζωηρό σύνολο, το οποίο σε καλά χέρια μπορεί να αποδώσει θεατρικά. Και αυτό έγινε.


Το στόρι
Η Σταματία έπεσε στα χέρια ανθρώπων που την αγάπησαν. Της  αφιέρωσαν χρόνο. Δεν την κακομεταχειρίστηκαν. Της έδωσαν κάθε ευκαιρία να  ξεμπλέξει το κουβάρι της ζωής της, να μας πει πως γέρασε και χαρά στα σκέλια της δεν ένιωσε. Κάποτε, στα 17 της, κάτι πήγε να γίνει με τον Μπάμπη, λοχαγό του Εθνικού Στρατού, παλικάρι απόλυτα ταιριαστό με την τάξη της και την ιδεολογία της, μόνο που ο έρμος δεν πρόλαβε καλά καλά να της βάλει χέρι και πάτησε μια νάρκη και σκοτώθηκε (οι κακές γλώσσες λένε πως μάλλον πρέπει να ήταν και λίγο πιωμένος). Ο θάνατός του φέρνει τα πάνω κάτω στην οικογένεια. Ο μπαμπάς της πεθαίνει πιστεύοντας ότι το γαμπρό το φάγανε οι κομμουνιστές, η μητέρα της ψιλοτρελαίνεται και η ίδια εγκαταλείπει κάθε προσπάθεια να φτιάξει τη ζωή της. Και σαν μην φτάνουν όλα αυτά, σαν κερασάκι στην τούρτα έρχεται και η σχέση που συνάπτει η αδερφή της με έναν κομμουνιστή. Όλες αυτές οι αλλαγές σιγά σιγά οδηγούν τη Σταματία στο περιθώριο. Μοναδική φίλη της μια γειτόνισσα, η Ζωή, η οποία πού και πού ψάχνεται ακόμη, σε αντίθεση με τη Σταματία, η οποία, όπως πικρόχολα σχολιάζει το ανιψάκι  της, «έχει τζαζέψει από το λιβάνι και την αγαμία». Αλλά και έτσι η Σταματία ξέρει να δίνεται. Αγαπά τον κόσμο και την οικογένειά της. Ακόμη και το πατρικό της πουλάει για να βοηθήσει οικονομικά την αδερφή της να μεγαλώσει τα παιδιά της. Παρόλο το συντηρητισμό της είναι κατά βάθος ψυχούλα. Όλοι βολεύονται εκτός απ’ αυτήν, που  μένει πίσω να σηκώσει τον σταυρό. Και το κάνει χωρίς κλάψες και μοιρολόγια. Είναι δική της απόφαση.. Μέσα από την απόλυτα συνειδητοποιημένη επιλογή της αποδεικνύεται δυνατή, ευαίσθητη και πολύ αξιοπρεπής.
Αυτά ως προς το στόρι. Όπως είπα, δεν κρύβει εκπλήξεις. Δεν ανανεώνει τη γνώση που έχουμε για το παρελθόν. Μετά τα πρώτα δέκα λεπτά μπορείς να φανταστείς την εξέλιξη. Όμως, καμιά φορά, το σανίδι είναι εκείνο που κάνει την έκπληξη. Και ιδού:


Η παράσταση
Ηθοποιός με πλαστικότητα, γρήγορα αντανακλαστικά και καλά εφόδια, η Ελένη Ουζουνίδου έδωσε ρεσιτάλ (από τα καλύτερα στην καριέρα της). Επί ενενήντα λεπτά γλιστρούσε ταχύτατα και φυσικότατα από τη μια κατάσταση στην άλλη, υφαίνοντας βελονιά βελονιά ένα γλυκόπικρο ανθρώπινο πορτρέτο, κωμικό και τραγικό ταυτόχρονα. Η πολύμορφη ερμηνεία της μας γνώρισε μια Σταματία δυνατή αλλά και φοβισμένη, ένα πλάσμα μπερδεμένο, αλλά εσωτερικά πολύ ανθρώπινο και με κατασταλαγμένες ιδέες γύρω από τη ζωή και τους άλλους. Εκείνο που μου άρεσε ιδιαίτερα είναι ότι εστίασε σ’ αυτήν ακριβώς την πτυχή της ηρωίδας της και δεν τη γελοιοποίησε. Την αγάπησε, δίνοντάς της έτσι το δικαίωμα να είναι αξιοπρεπής. Το παίξιμό της απελευθέρωνε μια ζεστασιά που σε κέρδιζε. Το σκηνικό της Αυγερινού, πολύ απλό, σχεδόν «αόρατο», άφησε όλο το χώρο στην ηθοποιό να απλώσει τα κεντητά σεμεδάκια της, μέχρι που φόρεσε όλο το σκηνικό και έγινε ένα μαζί του. Συμβολικά ήταν σαν να την κατάπιε η ίδια η περφόρμανς της, οι ίδιες οι λέξεις, η επιτελεστική τους δύναμη. Την κατάπιε η Ελλάδα και η ιστορία της. Από αφηγήτρια έγινε η ίδια η αφήγηση.
Δεν ξέρω αν μια άλλη ηθοποιός θα έβγαζε αυτά που έβγαλε η Ουζουνίδου. Ο ρόλος τής πήγαινε γάντι, λες και γράφτηκε γι’ αυτήν. Ήταν κυριολεκτικά μια Σταματία ασταμάτητη. Είμαι πολύ περίεργος να δω το ρόλο αυτό παιγμένο και από άλλη ηθοποιό. Τότε ίσως καταλάβουμε καλύτερα  τις πραγματικές αντοχές του.


Η σκηνοθεσία
Ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος κράτησε μια ευανάγνωστη όσο και καλά εστιασμένη γραμμή στη διδασκαλία του ρόλου. Πουθενά λύσεις βεβιασμένες. Ούτε περιττά τερτίπια ούτε λιλιά  ούτε φρου φρου και αρώματα. Όλα καλά και απλά (ισο)ζυγισμένα. Λόγος και κίνηση σε μία αρμονική ευθεία, φυσική, αβίαστη, καθημερινή. Σαν σε παραμύθι με αύρα από τα παλιά.
Συμπέρασμα: ερμηνεία για σεμινάριο από την Ελένη Ουζουνίδου, με τη σκηνοθετική φροντίδα και αγάπη του Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου.
Αγγελιοφόρος της Κυριακής
3/05/2015






Βίαιος ρεαλισμός



Η συνεχής έκθεσή μας σε παραστάσεις/περφόρμανς που βασίζονται σε έργα που γράφουν οι ομάδες ή σε έργα που πηγάζουν από συνεντεύξεις ή ντοκουμέντα ή αυτοβιογραφικές μαρτυρίες μας έχει κάνει να ξεχάσουμε ότι υπάρχουν ακόμη συγγραφείς θεάτρου που εξακολουθούν να γράφουν για το θέατρο χρησιμοποιώντας παλιές και δοκιμασμένες συνταγές. Και για να μην πάει ο νους σας στο «κακό», δεν εννοώ έργα ρετρό, έργα που γυρίζουν τα μέσα έξω σε παμπάλαιες φόδρες γραφής και μυρίζουν ναφθαλίνη από μακριά. Κάθε άλλο. Ο ρεαλισμός, αρκετά παρεξηγημένος από όλους μας (δεν απαλλάσσω τον εαυτό μου από το «αμάρτημα» αυτό) έχει εκατοντάδες πρόσωπα και μακάρι να είχαμε τρόπους να τα γνωρίζαμε όλα. Άλλωστε, δεν είναι τυχαία η δυναμική επιστροφή των βασικών εκπροσώπων του, όπως ο Ίψεν και ο Τσέχοφ, και μάλιστα χωρίς τη «ρετσινιά» του παλιομοδίτη ή του συντηρητικού.