Παίζοντας σ' ένα πατάρι


Το θέατρο, όταν είναι καλό, δεν αφορά κάποιους συγκεκριμένα (πλούσιους, φτωχούς, νέους, γέρους, άντρες γυναίκες κ.λπ), αλλά τους πάντες. Γιατί οι πάντες κουβαλούν μέσα τους την ουσία του: το «παιχνίδι».

Αντιγόνης αγώνα άγονος



Το να ξαναγράψει κανείς ή να σκηνοθετήσει ένα μύθο που όλοι γνωρίζουν είναι έργο επίπονο και άκρως ολισθηρό. Και τούτο γιατί η οικειότητα του δέκτη αυξάνει τις απαιτήσεις και κατά συνέπεια την πίεση που ασκείται στον όποιο φιλόδοξο «μετα-γραφέα». Αυτό συχνά οδηγεί σε εκδοχές του τύπου «μία από τα ίδια», που στόχο έχουν να πέσουν στα μαλακά, ικανοποιώντας τις ήδη δεδομένες προσδοκίες του «μέσου» θεατή. Άλλοτε έχουμε εκδοχές που στόχο έχουν να αναστατώσουν τις προσδοκίες του θεατή και, στη χειρότερη περίπτωση, σε εκδοχές που κανείς δεν καταλαβαίνει γιατί είδαν τα φώτα της ράμπας.

Μια «Ορέστεια» σε μεταμοντέρνα σύγχυση


Εξαρχής αυτό: Ήταν στιγμές κατά τη διάρκεια της παράστασης της Ορέστειας του Λυκόφωτος, σε σκηνοθεσία Γιάννη Χουβαρδά, που σκέφτηκα να φύγω. Όμως, κάτι με κρατούσε και δεν έφευγα. Αισθανόμουν πως κάτι έκρυβε ή κάτι προσπαθούσε να βγάλει η πειραγμένη ανάγνωση του σκηνοθέτη και απλά ήθελε τον χρόνο της. Και της τον έδωσα. 135 λεπτά στις άβολες κερκίδες του Θεάτρου Δάσους μαζί με 2000 θεατές. Έμεινα ακόμη και στο χειροκρότημα. Ναι, πάντα μένω στο χειροκρότημα και πάντα το προσέχω. Είναι το καλύτερο δείγμα κοινωνιολογικής μελέτης του θεάτρου. Πώς χειροκροτούμε, ποιους, πόσο και πότε;

Εδώ αισθάνθηκα, τόσο από τη διάρκεια του χειροκροτήματος όσο και από την έντασή του, μια γενικότερη αμηχανία, ή μάλλον καλύτερα, ένα διχασμό.