Λοξοκοιτώντας τον Σέξπηρ και ένα σημείωμα περί κριτικής







Η Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών έκανε κάτι έξυπνο στο αφιέρωμά της στον Σέξπηρ. Δεν έψαξε τη μεγάλη παραγωγή ούτε το θέαμα εντυπωσιασμού. (Λοξο)δρόμησε. Αναζήτησε την άλλη ματιά, μακριά από δοκιμασμένες και πεπατημένες συνταγές. Εξ ου και οι δύο περφόρμανς-υβρίδια που είδαμε στη μικρή της σκηνή και οι οποίες επικεντρώνονται σε δύο μόνο σημεία ιδιαίτερα σημαντικά στον Σέξπηρ: το σώμα και τη λέξη.

«Πρησμένες» ετεροτοπίες




Φαίνεται ότι το θέατρο ξελογιάζει όλο και περισσότερο τον Θανάση Τριαρίδη. Διαφορετικά πώς να εξηγήσει κανείς τα δεκατέσσερα έργα μέσα σε έξι χρόνια! Δεν προλαβαίνουμε να χωνέψουμε το ένα και να ‘σου το άλλο. Και για να ‘μαι απόλυτα ειλικρινής, δεν βλέπω με καλό μάτι την υπερπροσφορά, από όπου κι αν προέρχεται –από σκηνοθέτες, συγγραφείς, ηθοποιούς, από τον οποιονδήποτε. Θέλω να υπάρχει κάποια λογική απόσταση από το ένα εγχείρημα στο άλλο. Γιατί μόνο η απόσταση εγγυάται κάτι περισσότερο από απλή διεκπεραίωση ή επανάληψη ευκολιών.

Σούπερμαρκετ «Ο Σέξπηρ»




Πέθανε σε ηλικία 52 ετων (1616). Πρόλαβε και μας άφησε κληρονομιά 37 έργα και 154 σονέτα. Προτιμούσε να τον αποκαλούν ηθοποιό παρά συγγραφέα. Σύμφωνα με μια έρευνα που δημοσιεύτηκε το 2000, ανήκει στις πλέον σημαντικές προσωπικότητες των τελευταίων χιλίων ετών. Για την ακρίβεια, μοιράζεται την τέταρτη θέση μαζί με τον Mαρξ, σε απόσταση αναπνοής από τους Άινσταϊν, Λούθηρο, Νεύτωνα και Kολόμβο που κατέχουν τις τρεις πρώτες θέσεις.

Discipline and Punish: The Case of Baraka's Dutchman





When Amiri Baraka’s play Dutchman opened at Cherry Lane Theatre on March 24, 1964, it, no doubt, simultaneously concluded one school of development in the black theatrical tradition and initiated another. For the first time a truly uncompromising nationalist play was making the news. Certainly there were cases in the past, as Errol Hill notes, where black dramatists wrote plays that dealt directly with black liberation (1986: 408-426); yet, quality aside, at no other time in the past had audiences experienced such a stage manifestation of anger, such a celebration of difference.

Χωλαίνουσα εισβολή των λέξεων





Γιος Τυνήσιου και Σουηδέζας, ο Γιόνας Χάσεν Κεμίρι γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Στοκχόλμη. Πρωτοεμφανίστηκε στα Γράμματα το 2003 με το μυθιστόρημα Ένα μάτι κόκκινο. Στο θέατρο έκανε το ντεμπούτο του το 2006 με την Εισβολή, ένα μεταμοντέρνο εγχείρημα που θυμίζει και λίγο τον Άγγλο Μάρτιν Κριμπ στο Attempts on her Life, αλλά και άλλους συγγραφείς που επενδύουν στο Λόγο για να αναδείξουν κρυμμένες πτυχές της θεατρικότητας, όπως η Μ. Ντυράς, ο Χ. Κορτάζαρ και ο Ι. Καλβίνο.

Ένας αλλιώτικος Καραγκιόζης





Η Λένα Κιτσοπούλου ξέρει να γράφει.  Αισθάνεται τις λέξεις, τη μουσικότητα και τη ρυθμικότητά τους. Ο λόγος της έχει μια γοητευτική προφορικότητα που σε συμπαρασύρει. Λόγος καθημερινός, χυμώδης, γρήγορος, τρυφερός στην τραχύτητά του, αγαπησιάρικος στην επιθετικότητά του, κοφτός, άμεσος, περιπαιχτικός, ελευθεριάζων. Ρισκάρω να πω ότι δεν έχουμε αυτή τη στιγμή συγγραφέα που να μπορεί να της παραβγεί σε αυτόν τον τομέα. Έχει το χάρισμα, ένα αισθητήριο που τη βγάζει στο ξέφωτο του λόγου και την κάνει να ξεχωρίζει. Όμως:

Tο Tηλεοπτικό Mελόδραμα (Kοινώς, Σαπουνόπερα) σε Close Up, Profil και En Face









Σαπουνόπερα: Xαρακτηρισμός τηλεοπτικού προγράμματος δραματικού περιεχομένου, που παρουσιάζεται συνήθως σε εβδομαδιαία βάση και είναι σπονδυλωμένο γύρω από μια κυρίαρχη αφήγηση που απαρτίζεται από διαπλεκόμενες επιμέρους «μικρο-αφηγήσεις», οι οποίες αναφέρονται στις έντονες διαπροσωπικές σχέσεις μιας συγκεκριμένης ομάδας χαρακτήρων, χωρίς κάποιο ορατό τέλος στον αφηγηματικό τους καμβά, καθώς ο χρόνος της αφήγησης είναι αυτός που καθορίζει την πορεία και τον τρόπο αφήγησης.1 Ό­πως σε ένα τυπικό θεατρικό μελόδραμα, έτσι και εδώ οι ιστορίες προσφέρουν μια σειρά από ακραίες καταστάσεις που λειτουργούν διαρκώς στην κόψη του ξυραφιού.

The "Suppliants" of Our Post-Tragic Times







The course of human history carries the visible footprints of millions of people who, for various reasons, found themselves displaced. There is no phase in human history that does not carry stories of all these “other” people. This paper has two parts. Τhe first examines Aeschylus’ The Suppliants, the first play in drama history that interweaves issues of otherness, nationality, religion, body politics, love and sexuality, society and individual decision. Τhe second part examines how 21st century artists appropriate this ancient myth in order to discuss similar burning issues of our times, like immigration and uprootedness. Among the contemporary examples used is Peter Sellars’ production of Euripides’ The Children of Hercules and Charles Mee’s Big Love , an adaptation of Aeschylus The Suppliants.

Το θέατρο της πόλης: ελπίδες και πολλές ανησυχίες




Όσοι παρακολουθούν τα θεατρικά πράγματα της Θεσσαλονίκης τα τελευταία χρόνια πρέπει να έχουν διαπιστώσει ότι το κοινό που γεμίζει πλέον συστηματικά τις αίθουσες ελάχιστη σχέση έχει με το προ 30ετίας ή ακόμη και 20ετίας κοινό, εκείνο το μεσοαστικό, κάπως συντηρητικό και, όπως συνηθίζαμε να λέμε τότε ειρωνικά εμείς οι νεότεροι, το "σαββατολουσμένο" κοινό, που πριν πάει στο θέατρο περνούσε και από το πλησιέστερο κομμωτήριο για  να ολοκληρώσει εμφάνιση εξόδου.

Η γοητευτική «Ωραία του Πέραν»







Η σαπουνόπερα είναι “η τσίχλα των ματιών”. Το μελόδραμα “ η ηχώ του ιστορικά άφωνου υποκειμένου”. Και πάει λέγοντας.  Τα τσιτάτα και τα γνωμικά δεν έχουν τελειωμό. Και δικαίως. Το μελόδραμα είναι το καθημερινό μας ψωμί, κατά πως λέει και ο σπουδαίος Κουβανός μυθιστοριογράφος, Αλέχο Καρπεντιέ. Δεν περνά στιγμή χωρίς να το ζήσουμε στο πετσί μας. Μας πολιορκεί: από την τηλεόραση μέχρι τους δακρύβρεχτους λόγους των πολιτικών.
Το μελόδραμα είναι ένα περίεργο είδος. Από τη μια οι ιστορίες του σε εγκλωβίζουν και, από την άλλη, αισθάνεσαι άβολα όταν αφήνεις τον εαυτό σου να εγκλωβιστεί. Δεν μπορώ να σκεφτώ άλλο είδος το οποίο οι κριτικοί αγαπούν για να μισούν τόσο.

Εκλογικεύοντας την τρέλα: Κατερίνα




Το μυθιστόρημα Το βιβλίο της Κατερίνας, του 37χρονου Θεσσαλονικιού Αύγουστου Κορτώ (πραγματικό όνομα: Πέτρος Χατζόπουλος), είναι ένα πόνημα που έχει να κάνει με την ψυχική περιπέτεια της διπολικής μητέρας του. Η ιστορία εξελίσσεται μετά τον θάνατό της, το πτώμα της οποίας θα βρει ο 24χρονος γιος της. Αφηγητής, ωστόσο, η ίδια η νεκρή μάνα, η οποία κάνει εκ των υστέρων ταμείο ζωής, όπου παίρνουμε μια γεύση από την κολασμένη ζωή της, τον εγκλωβισμό της στο αλκοόλ, στα χάπια, και στα ισχυρά φάρμακα, που αντί να τη βοηθήσουν θα ενισχύσουν πιο πολύ τον κερματισμό της όσο και τις αυτοκαταστροφικές της τάσεις.

Περί φεστιβάλ, ανανέωσης και BITEF




Είναι πάρα πολλά τα θεατρικά φεστιβάλ. Τόσο πολλά που ακόμη κι αν κάποιος διέθετε όλο το χρόνο του και τα λεφτά του θα ήταν αδύνατο να καλύψει ακόμη και το εν δέκατο. Έχουμε φτάσει στο σημείο κάθε πόλη να έχει το δικό της φεστιβάλ. Και αντιλαμβάνομαι το γιατί. Είναι μια βιτρίνα προβολής. Και  δεν είναι κακό αυτό. Κακό είναι όταν αυτή η βιτρίνα εξελίσσεται σε showcase αγοραπωλησίας, σ’ ένα τεράστιο σουπερμάρκετ, όπου εκτίθενται προϊόντα τελευταίας κοπής. Και πολύ φοβούμαι πως αργά αλλά σταθερά εκεί οδεύουν τα περισσότερα από αυτά. Είναι μέσα στο zeitgeist της εποχής. Το αισθάνεσαι με το που πατήσεις το πόδι σου σ’ ένα από αυτά.

Εμφύλιος σπαραγμός προ των πυλών




Το έργο του Αισχύλου «Επτά επί Θήβας» είναι ένας δύσβατος δραματικός τόπος. Και δεν αναφέρομαι μόνο στο γεγονός ότι το τέλος του είναι παράταιρο —αφού αποτελεί κατοπινή προσθήκη και σαφώς δεν είναι στο ύψος της ποίησης και της στοχαστικότητας του αισχυλικού— αλλά είναι και η ίδια η υφή της σύγκρουσης και η μυρωδιά της αρρώστιας και της σήψης που δημιουργούν ερμηνευτικά προβλήματα.

Οι υποσχέσεις και οι αντιφάσεις της γυμνής «Λυσιστράτης»




Συνέχεια, λοιπόν, του σημειώματος της 18ης Σεπτεμβρίου, όπου υποσχέθηκα κριτική της «Λυσιστράτης», του Εθνικού Θεάτρου, μια παράσταση που διαφέρει (ευτυχώς) από τις γνώριμες προσεγγίσεις-προκάτ, που μας τις πουλάνε οι επιτήδειοι για καινούργιες.

Περί αριστοφανικών παραστάσεων




Σε αντίθεση με τους μεγάλους μας τραγικούς, ο χρόνος για τον Αριστοφάνη δεν λειτουργεί πια υπέρ του. Όλο και θαμπώνει η λάμψη των έργων του, και τούτο γιατί οι περισσότερες παραστάσεις που βλέπουμε δεν έχουν να μας πουν πια απολύτως τίποτε. Ή μάλλον, ό,τι έχουν να μας πουν έχει ήδη ειπωθεί. Πλέον έχουν πάρει τη μορφή εμποροπανηγύρεως, που στήνεται τσάτρα-πάτρα μέσα από συνεργασίες που πουλάνε τη συγκεκριμένη ιστορική στιγμή, με απώτερο σκοπό, φυσικά, το κέρδος. Τα περί πολιτισμού, περί σεβασμού του θεατή, περί βελτίωσης του γούστου του κοινού που μας αραδιάζουν στις συνεντεύξεις τους οι εμπλεκόμενοι είναι λόγια του αέρα. Λέγονται για να λέγονται.

Παίζοντας σ' ένα πατάρι


Το θέατρο, όταν είναι καλό, δεν αφορά κάποιους συγκεκριμένα (πλούσιους, φτωχούς, νέους, γέρους, άντρες γυναίκες κ.λπ), αλλά τους πάντες. Γιατί οι πάντες κουβαλούν μέσα τους την ουσία του: το «παιχνίδι».

Αντιγόνης αγώνα άγονος



Το να ξαναγράψει κανείς ή να σκηνοθετήσει ένα μύθο που όλοι γνωρίζουν είναι έργο επίπονο και άκρως ολισθηρό. Και τούτο γιατί η οικειότητα του δέκτη αυξάνει τις απαιτήσεις και κατά συνέπεια την πίεση που ασκείται στον όποιο φιλόδοξο «μετα-γραφέα». Αυτό συχνά οδηγεί σε εκδοχές του τύπου «μία από τα ίδια», που στόχο έχουν να πέσουν στα μαλακά, ικανοποιώντας τις ήδη δεδομένες προσδοκίες του «μέσου» θεατή. Άλλοτε έχουμε εκδοχές που στόχο έχουν να αναστατώσουν τις προσδοκίες του θεατή και, στη χειρότερη περίπτωση, σε εκδοχές που κανείς δεν καταλαβαίνει γιατί είδαν τα φώτα της ράμπας.

Μια «Ορέστεια» σε μεταμοντέρνα σύγχυση


Εξαρχής αυτό: Ήταν στιγμές κατά τη διάρκεια της παράστασης της Ορέστειας του Λυκόφωτος, σε σκηνοθεσία Γιάννη Χουβαρδά, που σκέφτηκα να φύγω. Όμως, κάτι με κρατούσε και δεν έφευγα. Αισθανόμουν πως κάτι έκρυβε ή κάτι προσπαθούσε να βγάλει η πειραγμένη ανάγνωση του σκηνοθέτη και απλά ήθελε τον χρόνο της. Και της τον έδωσα. 135 λεπτά στις άβολες κερκίδες του Θεάτρου Δάσους μαζί με 2000 θεατές. Έμεινα ακόμη και στο χειροκρότημα. Ναι, πάντα μένω στο χειροκρότημα και πάντα το προσέχω. Είναι το καλύτερο δείγμα κοινωνιολογικής μελέτης του θεάτρου. Πώς χειροκροτούμε, ποιους, πόσο και πότε;

Εδώ αισθάνθηκα, τόσο από τη διάρκεια του χειροκροτήματος όσο και από την έντασή του, μια γενικότερη αμηχανία, ή μάλλον καλύτερα, ένα διχασμό.

Οι λέξεις και το σώμα της "Αγγελικής"




Oι προσωπικές ιστορίες, όσο επώδυνες ή αποκαλυπτικές μπορεί να είναι, δεν παύουν να αποτελούν πολύ επικίνδυνο υλικό για το θέατρο, υπό την έννοια ότι ενδέχεται να μην ενδιαφέρουν κανέναν άλλο πλην του ατόμου που τις βίωσε.

Η θεατρική κριτική στο περιθώριο



Η σύγχρονη θεατρική κριτική στον τόπο μας, αν και πλούσια σε ποσότητα και ποιότητα, στριμώχνεται ολοένα και πιο πολύ στο περιθώριο. Δεν χρειάζεται ιδιαίτερος κόπος να το διαπιστώσει κανείς. Κάποιες σκόρπιες παρατηρήσεις αρκούν. Για παράδειγμα, πότε ακούσατε ν’ απασχολεί το κοινό μια κριτική άποψη σε σχέση με μια παράσταση;

Interconnecting artistic landscapes




For twelve years people knew it as the Fujairah International Monodrama Festival, the platform that has brought new theatre to audiences of the region. As of February 2016 it goes by the name Fujairah International Arts Festival. It still maintains its established dates and leadership pattern. It takes place every two years in Fujairah, the small mountainous desert emirate on the eastern coast, under the patronage of His Highness Sheikh Hamad bin al-Sarqui, ruler of Fujairah and the direction of Mohammed Saif Al Afkham, a native of Fujairah who is also the current president of ITI and a board member of the Fujairah Culture and Media Authority.

Θέατρο και παγκοσμιοποίηση





Ποτέ στην ιστορία της η Ευρώπη δεν είχε να επιδείξει τόσο πολλά φεστιβάλ. Και σαν να μην φτάνει αυτό,  κάθε μέρα προστίθενται και νέα. Είμαστε μάρτυρες μιας επελαύνουσας «φεστιβαλίτιδας», η οποία, όσο θα ανεβαίνει ο ανταγωνισμός ανάμεσα στις πόλεις για ένα διακριτό  brand name, άλλο τόσο αυτή θα μεγαλώνει και θα πληθαίνει όπως τα Pizza Hut και τα McDonalds.

Theatre poetics: Highlights From Realism to Hyper-Naturalism and Beyond.



Key words and concepts that characterized theatre writing, theatre practice and viewing at the end of the 19th and the beginning of the 20th century  (the years of Realism and early Modernity)  and at the end of the 20th and the beginning of the 21st century (the years of Hyper-Naturalism and a New Modernity).

Στο κοσμοθέατρο του Σιμπιού



Είναι αυτή τη στιγμή ένα από τα πλουσιότερα  θεατρικά φεστιβάλ στην Ευρώπη. Γίνεται τον Ιούνιο στο Σιμπιού, μια πόλη 150.000 κατοίκων, στην κεντρική Ρουμανία, στο πέρασμα από τη Βλαχία στην Τρανσυλβανία, μια πόλη πανέμορφη, γραφική, με τη μεσαιωνική οχύρωσή της, τους πύργους, τις πλατείες, τα πλακόστρωτα σοκάκια να κερδίζουν τις εντυπώσεις. Ιδρύθηκε από Γερμανούς, για ένα διάστημα πέρασε στην κυριαρχία της Αυστρο-ουγγαρίας και από το 1919 ανήκει στη Ρουμανία. Το 2007 επιλέχτηκε για πολιτιστική πρωτεύουσα της Ευρώπης μαζί με την πόλη του Λουξεμβούργου.

Χορταστικοί εμιγκρέδες



Δεν μου συμβαίνει συχνά να βγαίνω από μια παράσταση και να νιώθω χορτάτος, να νιώθω ότι κάτι είδα που με γέμισε, που με γοήτευσε, που μ’ έκανε να αισθανθώ πράγματα. Αυτό μου συνέβη πριν από λίγες μέρες στο Black Box, εκεί όπου παρουσιάστηκε η αθηναϊκή παράσταση Εμιγκρέδες, σε σκηνοθεσία Γιολάντας Μαρκοπούλου.

Αναστατώνοντας το ζωτικό χώρο (Lebensraum)





Ο Θανάσης Τριαρίδης φαίνεται ότι δεν έχει ακόμη κλείσει τους λογαριασμούς του με το Ολοκαύτωμα και το ναζισμό. Έχει κι άλλα να πει. Και ιδού. Μετά το Μένγκελε και το Ζηγκλόν, καταθέτει τώρα, προς κρίση και θέαση, το Lebensraum (μτφρ: ζωτικός χώρος), με τον ενδεικτικό υπότιτλο «μονόπρακτο πείραμα για την καλοσύνη», που αποτελεί την ξαναδουλεμένη και εκτενέστερη εκδοχή ενός προπλάσματος που είχε γράψει το 2014, στο πλαίσιο του τρίτου αθηναϊκού 24hrs, που είχε διοργανώσει ο Γιώργος Λυκιαρδόπουλος.

Οι παγίδες της μεταποίησης: Bellελλέν





Bellελεν: Αυτός είναι ο υβριδικός (και ενδεικτικός) τίτλος της περφόρμανς που έφερε στη Θεσσαλονίκη (στο Black Box, στον χώρο όπου εδώ και λίγα χρόνια φιλοξενούνται οι πιο φρέσκες δουλειές) ο Δημήτρης Φοινίτσης, αφού πρώτα την παρουσίασε στην Αθήνα και αλλού. Πρόκειται για μια δουλειά-αποτέλεσμα της συνεργασίας των ομάδων  Λυδία Λίθος και Συν Επί, στόχος της οποίας είναι η κοινωνική κριτική μέσα από την αποδόμηση ενός γνωστού μύθου, της Ωραίας Ελένης.

Τζούλια χωρίς πάθη δεν είναι Τζούλια


Από τους μεγάλους εκπροσώπους της πρώτης φάσης του ρεαλισμού, ο Αύγουστος Στρίντμπεργκ, ήταν, κατά τη γνώμη μου, ο πιο τολμηρός στην αντιμετώπιση της φόρμας (βλ. για παράδειγμα, έργα τόσο διαφορετικά όπως ο σκληρός νατουραλισμός του Πατέρα και ο απόλυτος μοντερνισμός του Ονειροδράματος και Προς Δαμασκόν), αλλά και ο πλέον προκλητικός σε ό,τι αφορά τις ιδέες  του γύρω από τις ανθρώπινες σχέσεις. Μικρή ένδειξη, το γεγονός ότι και τότε και τώρα οι μελετητές του προσάπτουν κατηγορίες για μισογυνισμό, μισανθρωπισμό και αντισημιτισμό.  Ειδικά για το πρώτο, η «Δεσποινίδα Τζούλια» , έργο γραμμένο το 1888, είναι κάτι σαν προσωπικό έμφυλο μανιφέστο.

Τα ευρωπαϊκά βραβεία θεάτρου: ένας θεσμός σε παρακμή



Ταορμίνα, Τορίνο, Θεσσαλονίκη, Βρότσλαβ, Αγία Πετρούπολη, Κράιοβα. Αυτή είναι η διαδρομή των ευρωπαϊκών βραβείων θεάτρου από το 1987 μέχρι σήμερα. Στόχος τους η ενίσχυση της ευρωπαϊκής αλληλεγγύης, της συνδημιουργίας, της μείξης των τεχνών, της καινοτομίας, της αλληλοκατανόησης και ανταλλαγής γνώσης ανάμεσα στους καλλιτέχνες των ευρωπαϊκών κρατών. Την επιτροπή που εισηγείται ονόματα και παραστάσεις απαρτίζουν άτομα από χώρες που συμμετέχουν στο θεσμό, όπως επίσης και εκπρόσωποι των σημαντικότερων ευρωπαϊκών φεστιβάλ και κριτικοί μεγάλων ευρωπαϊκών εφημερίδων. Η επιτροπή έχει το δικαίωμα να απονέμει και ειδικό βραβείο σε κάποιον καλλιτέχνη που δεν είναι ανάμεσα στους προτεινόμενους, με βάση τη γενικότερη προσφορά του.

Σέξπηρ: τετρακόσια χρόνια μετά


Γουίλιαμ Σέξπηρ: ένας heavyweight champion. Μακράν ο δημοφιλέστερος θεατρικός συγγραφέας όλων των εποχών. Ως προς την αναγνωρισιμότητά του είναι περίπου στην ίδια κατηγορία με τους Κολόμβο, Νεύτωνα, Αϊνστάιν και Λούθηρο. Στο μυαλό των Βρετανών είναι η κορυφαία προσωπικότητα των τελευταίων χιλίων ετών. Ο Άμλετ είναι το δημοφιλέστερο όνομα στη δυτική κουλτούρα μετά το όνομα του Ιησού Χριστού (sic). Η πλέον (φανατικά) σεξπηρόφιλη χώρα παγκοσμίως είναι η Γερμανία. Δεν υπάρχει Γερμανός σκηνοθέτης που καθιερώθηκε χωρίς να ‘χει κάνει Σέξπηρ. Κι εδώ γεννάται το ερώτημα: ποιος είναι αυτός ο Σέξπηρ που πουλάει τόσο; Ο  Englishman, o Everyman, o Universal Man; Ο ρατσιστής, ο ομοφυλόφιλος, ο μισογύνης, ο ουμανιστής; Ποιος;

Μια βαλίτσα κι ένα χαντάκι


Μπορεί το έργο του Μάικ Κένι Το αγόρι με τη βαλίτσα να έχει πρωταγωνιστές παιδιά, να μιλά για παιδιά, να ψυχογραφεί παιδιά, όμως η όλη προβληματική του είναι τόσο κοντά μας που αφορά τον κάθε σκεπτόμενο άνθρωπο. Γιατί ποιος δεν άκουσε για ιστορίες παιδιών που αναγκάζονται να εγκαταλείψουν τον τόπο τους, που αναζητούν τους γονείς τους, παιδιά που ρήμαξε ο πόλεμος; Παιδιά που πέφτουν θύματα εκμετάλλευσης, που διασχίζουν βουνά και λαγκάδια αναζητώντας λίγο φως, λίγη ελπίδα;

Το διεθνές Φεστιβάλ της Fujairah και ένα σχόλιο για το αραβικό θέατρο




Στο μυαλό του απλού Έλληνα πολίτη η Μέση Ανατολή ταυτίζεται πάντα με κάτι πολιτικό ή βίαιο, ποτέ με κάτι πολιτιστικό.  Μικρή απόδειξη το γεγονός ότι αγνοούμε παντελώς το αραβικό θέατρο, όποιο και να ‘ναι αυτό. Όλες οι επιλογές των καλλιτεχνών μας προέρχονται από το δυτικό κόσμο, ακόμη και των καλλιτεχνών εκείνων που δηλώνουν τη δυσπιστία τους απέναντι στον δυτικό πολιτισμό. Δεν υποστηρίζω ότι ντε και καλά πρέπει να μας αρέσει το θέατρο των χωρών αυτών. Αλλά εφόσον θέλουμε να έχουμε μια σφαιρική εικόνα, μόνο ευεργετική μπορεί να είναι η γνωριμία μας μαζί του, και μάλιστα σε μια περίοδο που εκτιμώ πως γίνονται ενδιαφέροντα πράγματα και κάτω από περίεργες συνθήκες.

Οι πεταλούδες πετάνε ακόμη;



Μια εποχή συντηρητική τη διαδέχεται συνήθως μια εποχή πιο ανήσυχη. Για παράδειγμα, τον τρελό καταναλωτισμό και τον εύκολο (πλην όμως πλασματικό) πλουτισμό των 20s στην Αμερική τον διαδέχτηκε το βασανιστικό Κραχ των 30s. Τον υλισμό και το συντηρητισμό της κουλτούρας των προαστίων των  50s, πάλι στην Αμερική, διαδέχτηκαν τα πιο «άτακτα», αστικά και πολύχρωμα 60s, με τα ουτοπικά τους κοινόβια, τις αντιπολεμικές διαδηλώσεις, το ώτο-στοπ, τα ναρκωτικά, τη ροκ εν ρολ, τα μακριά μαλλιά, τις καθιστικές διαδηλώσεις, τη ψυχεδέλεια, το Βιετνάμ, τις δολοφονίες ηγετών, την ανυπακοή σε δασκάλους και γονείς, την απελευθέρωση από τα δεσμά του γάμου. Στις δόξες του το Playboy.

From the Years of Utopia to the Years of Dystopia (Savas Patsalidis & Anna Stavrakopoulou, in: The Geographies of Contemporary Greek Theatre)









The problem with periodization, in any field, is to decide on what basis to establish the boundaries between one period and the next. There are no rules. Different nations and cultures have different models of periodization because they experience history and understand culture in a different way. Some may choose as their organizing principle an influential ruling figure (i.e. Queen Elizabeth, Queen Victoria, Napoleon) or a ruling elite (i.e. the Meiji Era in Japan); others a significant cultural or an economic event (the Agrarian Revolution, the Industrial Revolution, the Depression Years—the 1930s in the U.S.A.), others a religious reform (Luther), others a national trauma (the Holocaust) or decimal numbering systems (fin de siecle, the 1960s, etc.).

Tα κλισέ και το θέατρο της Κιτσοπούλου με αφορμή τη Μ.Α.Ι.Ρ.Ο.Υ.Λ.Α




Η Λένα Κιτσοπούλου είναι από τις δημιουργούς που τους αναγνωρίζω ένα πράγμα: την ικανότητά τους να γράφουν με μια γλώσσα που κάθε ανάσα της απελευθερώνει θέατρο. Θα τολμούσα να πω μάλιστα πως, αυτή τη στιγμή, δυσκολεύομαι να σκεφτώ κάποιον άλλο Έλληνα θεατρικό συγγραφέα που να της παραβγαίνει σ’ αυτόν τον τομέα. Ο λόγος της, αβίαστος, φυσικός, ασθμαίνων, με καλά ρυθμισμένη δοσολογία κενών, εύστοχα και εύστροφα στρεβλωμένος και στραμπουληγμένος, εντυπωσιάζει, γιατί είναι ο απόλυτα «δικός μας» λόγος.

Περφόρμανς: παγίδες και υποσχέσεις "Από πρώτο χέρι"

 

Περί περφόρμανς

Είναι πράγματι ενδιαφέρουσα η διάθεση που επιδεικνύουν ολοένα και περισσότεροι καλλιτέχνες μας να εγκαταλείψουν τα γνώριμα συστατικά του θεάτρου και να δοκιμαστούν ποικιλοτρόπως με υλικά της περφόρμανς (επιτέλεσης).
Βέβαια, αυτή η αγάπη για το συγκεκριμένο χώρο δεν είναι κάτι πρωτόγνωρο. Οι σελίδες της θεατρικής ιστορίας είναι γεμάτες από ανάλογα παραδείγματα. Αρκεί μια ματιά στην ιστορική πρωτοπορία (αρχές του 20ού αι.) για να μας πείσει, τότε που σουρρεαλιστές, φουτουριστές, ντανταϊστές και εξπρεσιονιστές είχαν μετατρέψει την ποιητική της περφόρμανς στο απόλυτο must της θεατρικής εμπειρίας και πρακτικής.

Καλό και κατανοητό μάθημα



Το κατά πόσο αξίζει κανείς να ασχοληθεί με το Μάθημα του Ιονέσκο, έχοντας ήδη την εμπειρία θέασης ή και ανάγνωσης δεκάδων παρόμοιων ή ακόμη και καλύτερων έργων, η απάντησή μου είναι: «ναι». Αν όχι για τις ιδέες του, τουλάχιστον για τον τρόπο που χειρίζεται το λόγο και τις σημασίες του. Χωρίς να δηλώνω φαν του Ιονέσκο, πιστεύω πως το έργο αυτό αντέχει. Και θ’ αντέχει όσο η ανθρώπινη επικοινωνία θα συνεχίσει να είναι ένας γρίφος, ένα σταυρόλεξο για πολύ λίγους (ή και καθόλου) λύτες.

Πάρτι χωρίς υπόγειες διαβάσεις



Όταν πρωτοπαρουσιάστηκε το Πάρτι γενεθλίων (στις 19 Μαϊου του 1958), ο Χάρολντ Πίντερ τ’ άκουσε πολύ χοντρά από τους κριτικούς. Όλα τους έφταιγαν: ο λόγος, η έλλειψη ενιαίας πλοκής, το μυστήριο που δεν λύνεται, οι αινιγματικοί χαρακτήρες, ποιοι είναι, τι συμβολίζουν, από πού κρατάει η σκούφια τους.  Απόλυτα κατανοητή η στάση τους.

Η (μετα)μοντέρνα οδύσσεια του Βόυτσεκ





Το γεγονός και μόνο ότι ο Γκέοργκ Μπύχνερ μπήκε στο ανθολόγιο των μεγάλων ονομάτων του παγκόσμιου θεάτρου με τρία μόνο έργα (Λεόντιος και Λένα, Ο θάνατος του Δαντόν και Βόυτσεκ), και μάλιστα το ένα, το τελευταίο, ημιτελές, λέει πολλά σε ό,τι αφορά το εύρος και το βάθος του προβληματισμού του. Αν δε αναλογιστεί κανείς και το γεγονός ότι πέθανε μόλις στα 23 του χρόνια από τύφο, τότε μιλάμε για ιδιοφυΐα.

Χορογραφώντας τη βία: Κουρδιστό πορτοκάλι


Το Κουρδιστό πορτοκάλι (1962), το γνωστό διήγημα του Άντονι Μπέρτζες (Anthony Burgess), είναι ένα από τα πλέον αντιπροσωπευτικά δείγματα της αναδυόμενης αντικουλτούρας των 60s, ένα απόλυτα δυστοπικό σκιτσάρισμα μιας κοινωνίας η οποία μπαίνει δυναμικά στον άγνωστο χώρο του μεταμοντέρνου και της τρίτης βιομηχανικής επανάστασης, χωρίς ωστόσο να γνωρίζει ακριβώς τι την περιμένει. Μιας κοινωνίας όπου όλος ο Τρίτος Κόσμος βρίσκεται σε αναβρασμό, με τις αποικίες πρώτες να σέρνουν τον χορό.

Ο Φάουστ μένει από ψυχή


Ο Γκαίτε άρχισε να γράφει το magnum opus του, τον Φάουστ, το 1773 σε ηλικία 25 ετών και το ολοκλήρωσε μετά από πολλές περιπέτειες το 1831. Σε αυτό το διάστημα είχε χρόνο και χώρο να καταθέσει όλους τους προβληματισμούς του, τις θεωρητικές, φιλοσοφικές και θρησκευτικές του σκέψεις και ανησυχίες. Αν και ο ίδιος το ονόμασε τραγωδία, υπάρχουν και πολλά άλλα στοιχεία, κωμικά, οπερατικά, σατιρικά, ρομαντικά και, βεβαίως, ρεαλιστικά, που το κάνουν να φαντάζει σαν θεατρική εγκυκλοπαίδεια.

Πόσο αντέχει η Αγγέλα;


Η  “Αγγέλα είναι ένα κείμενο που δεν σταματάει να ανθίζει». Τάδε έφη ο Γιώργος Παλούμπης, ο σκηνοθέτης του έργου που είδαμε στην πολυσύχναστη πλέον Μονή Λαζαριστών (ΚΘΒΕ). Και, βεβαίως, δεν έχω κανένα λόγο να διαφωνήσω μαζί του. Απλά, δίκην συμπληρωματικού σχολίου, θα ήθελα να υπογραμμίσω ότι τίποτα δεν ανθίζει από μόνο του, γιατί, όπως κάθε ζωντανός οργανισμός, και το θέατρο είναι ένας ζωντανός οργανισμός, πρέπει να ενισχυθεί με το σωστό λίπασμα για να δώσει καρπούς.Που και πάλι ούτε αυτό εγγυάται άνθη, εάν το ίδιο το έργο δεν φέρει στα σπλάχνα του τον ανθεκτικό σπόρο της επιβίωσής του. Και το ερώτημα είναι: το έργο του Σεβαστίκογλου διαθέτει αυτή την ποιότητα ώστε να ξεπεράσει τις αυλακιές του χρόνου; Ή μήπως μαζί με το τέλος της εποχής που το ενέπνευσε εξέπνευσε και αυτό;

Μακμπέθ της όψης όχι της ουσίας


Αν και θεωρώ τον Άμλετ αρτιότερο και πιο σύνθετο έργο, ο Μακμπέθ είναι το έργο που με συναρπάζει πιο πολύ, ίσως γιατί είναι πιο «αληθινό», υπό την έννοια ότι βρίσκεται πιο κοντά σε αυτό που ποθεί ο κάθε (ειλικρινής) άνθρωπος: δύναμη, εξουσία. Ο Μακμπέθ  είναι ο σκηνικός μας εκπρόσωπος. Ένας δαρβινιστής πολύ πριν από το Δαρβίνο. Εκείνο που τον διαφοροποιεί από τον απλό άνθρωπο είναι τα μέσα που χρησιμοποιεί για να φτάσει εκεί που θέλει. Είναι αδίσταχτος.

Απολογισμοί ζωής που δεν ευτύχησαν



Πήγα στο BlackBox και είδα το έργο του Ισπανού Φερνάντο Ρενχίφο, Ρέκβιεμ (που πρωτογνωρίσαμε το 2009, σε σκηνοθεσία τότε της Γεωργίας Μαυραγάνη) από την ομάδα Όμπερον.
Πρόκειται, κατά βάση, για έναν ποιητικό μονόλογο οποίος, δίκην travelling camera, ζουμάρει και αποτυπώνει φευγαλέα ερεθίσματα, μνήμες, απογοητεύσεις και διαδρομές από την καθημερινότητα του σύγχρονου ανθρώπου. Θα έλεγε κανείς ότι είναι ένα είδος προσωπικού απολογισμού, κάτι σαν το αμλετικό «να ζει κανείς να ζει ή να μη ζει».

Το θεατρόμορφο παιχνίδι εξουσίας του Ριχάρδου Γ’






Με πολιτικούς όρους θα μπορούσε κάποιος να τον ονομάσει Στάλιν της Αναγέννησης: δικτατορικός,, αμείλικτος, υπόγειος. Με ψυχολογικούς όρους, ένα υβρίδιο θάρρους, ευφυίας και απύθμενης κακίας. Με μεταφυσικούς όρους, η προσωποποίηση του διαβόλου και με θεατρικούς, ο απόλυτος υποκριτής, ο άνθρωπος που υπέταξε την τέχνη του θεάτρου στην υπηρεσία της απάτης και της εκδίκησης. Η αναφορά μας είναι στον Ριχάρδο Γ’, της δυναστείας των Τυδόρ, τον σωματικά παραμορφωμένο και αδίστακτο ηγέτη, τον οποίο η θεατρική ιστορία έχει αναδείξει σε ένα από τα απόλυτα celebrities ανάμεσα στους χαρακτήρες του Σαίξπηρ. Εκείνο που δεν έχει ακόμη ξεκαθαρίσει είναι κατά πόσο και η ίδια η ιστορία συμφωνεί. 

Ερμηνεία-κέντημα

Κάποτε, και εννοώ στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα, ήταν πάγια τακτική να μπαίνει φαρδύ πλατύ το ερώτημα: «τι θέλει να πει ο δημιουργός;». Και μέσα από το πρίσμα αυτής της λογικής οποιαδήποτε πηγή ενίσχυε τις πιθανές απαντήσεις ήταν καλοδεχούμενη. Εξ ου και η ιδιαίτερη αγάπη των μελετητών για τις συνεντεύξεις που έδιναν στα διάφορα έντυπα οι καλλιτέχνες, για τις επίσημες βιογραφίες τους και εννοείται και τις αυτοβιογραφίες.

Ένα τρελό σλάλομ ρόλων



Πρώτη φορά ασχολήθηκα με το έργο Πέτρες στις τσέπες του και τη συγγραφέα του (Μαρί Τζόουνς), το 2003, όταν το είδα να παίζεται στη σκηνή με τους Δημήτρη Λιγνάδη και Κωνσταντίνο Μαρκουλάκη. Μου είχαν αρέσει οι ερμηνείες τους (μάλιστα τότε άλλαξα εντελώς άποψη και για τις υποκριτικές δυνατότητες του Μαρκουλάκη, κυρίως), αλλά στην κριτική που είχα κάνει ήμουν ιδιαίτερα σκληρός με το ίδιο το κείμενο, ή μάλλον καλύτερα, με το κείμενο της παράστασης. Το βρήκα ανάξιο λόγου. Συμπέρασμα που, όπως ανακάλυψα αργότερα, ήταν εν πολλοίς άδικο, χωρίς ωστόσο να φταίω.

Οι περιπέτειες της νέας (ελληνικής) θεατρικής γραφής






Η ιδέα για τα παρακάτω σχόλια είχε ως αφετηρία μια περφόρμανς που παρουσιάστηκε στην Πειραματική Σκηνή του Εθνικού (Tο Γήρας, σε σκηνοθεσία-σύλληψη της Γεωργίας Μαυραγάνη), και η οποία ήρθε να προστεθεί σε μια σειρά από ανάλογα εγχειρήματα, τα οποία τείνουν να δημιουργήσουν μια υπολογίσιμη πλέον τάση στο σύγχρονο ελληνικό σκηνικό και συγγραφικό γίγνεσθαι που αξίζει να μελετήσει κάποιος.

Περί τόπων και ετεροτοπιών στον Μάκμπεθ





Ο  Μάκμπεθ είναι το πλέον βαθυστόχαστο όσο και σκοτεινό έργο του Σέξπηρ. Είναι ένα έργο όπου στην ψυχή του κατοικεί το «κακό» [evil]. Βεβαίως και αλλού το συναντούμε (βλ. Άμλετ, Ιούλιος Καίσαρας, Οθέλλος, Ριχάρδος ο 3ος), πουθενά όμως με τέτοια ένταση και συνέπεια. Εδώ το κακό δεν είναι σχετικό, είναι απόλυτο, τόσο απόλυτο που μοιάζει απόκοσμο, πέρα από κάθε ανθρώπινη φαντασία —εξ ου και η αρχική «χρέωσή» του σε τρεις μάγισσες, οι οποίες, εκτός από γνώριμες αναγεννησιακές φιγούρες, θεωρούνταν ικανές να αναστατώσουν την θεϊκή τάξη του σύμπαντος, τους οικείους τόπους δημιουργώντας ρήγματα για να αναδειχθούν οι άλλοι τόποι (που εδώ θα μπορούσαν να ερμηνευτούν και ως οι τόποι της συνείδησης ή του υποσυνείδητου).

Στιλιζαρισμένος φόβος



Ο Αυστριακός Στέφαν Τσβάιχ δεν είναι κάποιος άγνωστος στο ελληνικό κοινό. Αντίθετα, είναι από τους πλέον πολυμεταφρασμένους ξενόγλωσσους συγγραφείς (80 τουλάχιστον εκδοτικοί οίκοι εμπλέκονται στη διακίνηση των έργων του), με τις περισσότερες μεταφράσεις να γίνονται από τα αγγλικά και γαλλικά και όχι κατευθείαν από τα γερμανικά, μια πρακτική που πολλές φορές είχε ως κατάληξη μεταφραστικά εκτρώματα.

Από τις δραματικές σχολές στην πιάτσα



Ολοένα και περισσότερες παραστάσεις/περφόρμανς που βλέπουμε τώρα τελευταία έχουν ως αφετηρία τους κάποια διπλωματική εργασία που παρουσίασαν επί πτυχίω φοιτητές δραματικών σχολών (όπως η Δραματική Σχολή του ΚΘΒΕ, το Τμήμα Θεάτρου του ΑΠΘ, η Σχολή Βουτσινά, η Σχολή Διαμαντόπουλου, μεταξύ άλλων στη Θεσσαλονίκη και πολλαπλάσιες άλλες στην Αθήνα). Και δεν είναι διόλου κακή η σκέψη που ωθεί τους νέους αυτούς να εκθέσουν τη δουλειά του. Είναι ένα πρώτο τεστ έξω από τα προστατευτικά όρια της Σχολής, ακόμη και την ίδια τη λογική και, βεβαίως, την ομοιογένεια της Σχολής.

Τα παράλογα του έρωτα



Πρόσφατα πήγα στο Κέντρο Θεατρικής Έρευνας Θεσσαλονίκης και είδα το Πόρτες και Παρτιτούρες, μια «γλυκόπικρη», όπως την ονόμασαν οι συντελεστές της ομάδας Α! ΚΑΤΑΛΑΧΟύ, κωμωδία με μάσκες και κούκλες, σε σκηνοθεσία ενός γνώστη του είδους, του Ισπανού   Koldobika G. Vio.