Τα πάνω κάτω στη φετινή θεατρική σκηνή: Από την «Τρελοβγενιώ» στο «Γλυκό πουλί της νιότης»


-->

Είχα πρωτοδεί την «Τρελοβγενιώ», πάλι σε σκηνοθεσία Γιάννη Αναστασάκη, το 2003 («Δημήτρια»), με την ίδια πρωταγωνίστρια, αλλά με άλλον πρωταγωνιστή (Χριστόδουλο Στυλιανού). Από ό,τι θυμάμαι άρεσε γενικά, και σε μένα προσωπικά. Τώρα, δέκα χρόνια μετά, πήγα στη μικρή σκηνή της Μονής Λαζαριστών να τη ξαναδώ (στην γ’ εκδοχή της). Και ιδού τι μου άφησε:

Η ιστορία
Κατ’ αρχάς εξακολουθώ να μην έχω να πω πολλά για το διήγημα της ιταλίδας Ινές Κανιατί, γιατί απλούστατα δεν κουβαλά κάτι το πολύ ιδιαίτερο, υπό την έννοια του ασυνήθιστου ή του περίεργου. Μάλιστα, για έναν ‘Ελληνα, ίσως και να παραείναι μια οικεία ιστορία. Τόσο η επαρχία όσο και η ηθογραφία μας βρίθουν από γραφικούς, περιθωριακούς, παράξενους τύπους που, για τον άλφα ή βήτα λόγο, βρέθηκαν στο στόχαστρο, της κοινότητας, ποδοπατήθηκαν ή περιθωριοποιήθηκαν.
Υπ’ αυτήν την έννοια, η Τρελοβγενιώ είναι μια “Ελληνίδα” με ιταλικό διαβατήριο, μια ηρωίδα με πάθη και μνήμες ποτάμι, που και να θες δεν μπορείς να αγνοήσεις. Κι εδώ αποδίδονται τα εύσημα στην Κανιατί, η οποία πέτυχε να υφάνει, με τα πιο απλά υλικά, το τοπίο του ψυχισμού της ηρωίδας της, με τέτοια μαστοριά, λεπτότητα, και ενίοτε σκόπιμη παιδική αφέλεια, που εντυπωσιάζει.
Η περφόρμανς
Το μέγα κατόρθωμα της λιτής και καλά στοχευμένης ανάγνωσης του σκηνοθέτη της παράστασης Γιάννη Αναστασάκη είναι ότι πέτυχε να αναδείξει εκείνο που δεν φαίνεται σε μια πρώτη ματιά: την τραγική εσωτερικότητα αυτής της μυθιστορηματικής φιγούρας. Τη φωνή της μνήμης. Σκηνικός «εκτελεστής» η ικανή Μαρία Τσιμά. Πολύ πιο ώριμη και βαθιά, κατέθεσε έναν άθλο. Χωρίς να ουρλιάζει, να χτυπιέται και να βροντοφωνάζει, με πολύ ανεπαίσθητες αυξομειώσεις, καλά ελεγχόμενες κλιμακώσεις και σοφή απελευθέρωση συναισθημάτων, έγραψε.
 Είχα καιρό να αφεθώ στην ομορφιά του λόγου, να ταξιδέψω με λέξεις. Είχα καιρό να δω τόσο πολλές εικόνες να συνωστίζονται επάνω σε μια γυμνή σκηνή που είχε ένα στενόμακρο τραπέζι, δύο καρέκλες κι ένα ποτήρι νερό όλο κι όλο. Λόγος κρυστάλλινος, με στρωματώσεις οδύνης, νοσταλγίας, αγάπης, μίσους, απελπισίας, επιθυμίας. Γλωσσική αίσθηση αυξημένης ετοιμότητας, εκφραστική ευθυβολία εκεί που έπρεπε, υπαινιγμός αλλού, πνιγμένο επιφώνημα αλλού.


 Ένα ρεσιτάλ, που συμπλήρωνε ένας δωρικός παρτενέρ, ο Γιάννης Καραμφίλης, ο οποίος, με τον ελάχιστο λόγο και τις ελάχιστες κινήσεις, δήλωνε ότι ήταν εκεί, παρών, μια φιγούρα ενίοτε φοβιστική και ενίοτε αινιγματική, αλλά διαρκώς σημαίνουσα.
Κατακλείδα: Τι άλλο; Μπράβο!

Από το γλυκό στο ξινό


Όσο με γοήτευσε η «Τρελοβγενιώ», τόσο με απογοήτευσε το «Γλυκό πουλί της νιότης», που παίζεται στη «ματιασμένη» φέτος σκηνή του Βασιλικού Θεάτρου. Δεν το κρύβω ότι το έργο δεν μ’ αρέσει ή μάλλον μ’ αρέσει πολύ λιγότερο από τα καλά έργα του Γουίλιαμς. Το βρίσκω υπερβολικά μελοδραματικό (γούστα είν’ αυτά) και ξεπερασμένο. Αλλά κι έτσι θα μπορούσε κάπως να συγκινήσει, με την προϋπόθεση ότι θα είχε μια καλύτερη σκηνική αντιμετώπιση.
Οι συντελεστές
Εν αρχή οι δύο πυλώνες του έργου. Για τον Μέμο Μπεγνή (Τσανς), δυο κουβέντες σταράτες και χωρίς θυμό: είναι από τις σπάνιες φορές που ένας ηθοποιός σε πρωταγωνιστικό ρόλο καταφέρνει να βρίσκεται επί σκηνής και να είναι παντελώς αόρατος. Δεν ξέρω πώς τα κατάφερε, αλλά είτε έπαιζε είτε όχι, είτε ήταν στο προσκήνιο είτε στα παρασκήνια, ένα και το αυτό. Δεν έκανε καμιά αίσθηση. Ωσάν νέος Χουντίνι, εξαφάνιζε τον εαυτό του.


 Όσο για τη συμπρωταγωνίστριά του Κοραλία Καράντη (Ντελ Λάγκο), ναι, αυτήν την έβλεπα, αλλά καλύτερα να μην την έβλεπα. Γιατί δεν ήξερα τι έβλεπα. Κάτι απροσδιόριστο που καμία σχέση δεν είχε με ηρωίδα του Γουίλιαμς. Και δυστυχώς η κακή εικόνα ήρθε κι έκαστε με το «καλημέρα» (η σκηνή του hangover). Πάντως το ευτύχημα είναι ότι δεν άκουγα (και δεν ήμουνα ο μόνος). Γιατί τα λίγα που άκουγα δεν ήθελα να τ’ ακούω. Έτσι τουλάχιστο υπέφερα κατά το ήμισυ.
Βέβαια, ας μην τα φορτώνουμε όλα στους ηθοποιούς. Πάνω από όλα την ευθύνη τη φέρει ο σκηνοθέτης, ο οποίος, από τη στιγμή που πληρώθηκε ν’ ανεβάσει το έργο, είχε και την υποχρέωση να το διδάξει, που σημαίνει να διδάξει ρόλους, να δημιουργήσει ατμόσφαιρα, να βρει ρυθμό. 


Ο σκηνοθέτης
Κύριε Νικολαϊδη, αλήθεια πού ήσασταν όταν μιλούσαν και χειρονομούσαν οι δύο πρωταγωνιστές σας; Πού ήσασταν να πείτε στον, ικανό για καλύτερα πράγματα, Δ. Κολοβό, να αλλάξει ύφος και να μην μπερδεύει τα Νότια Βαλκάνια με τις Νότιες Πολιτείες της Αμερικής; Πού ήσασταν όταν πρότεινε αυτά τα ανέμπνευστα σκηνικά ο, κατά κανόνα καλός, Μετζικώφ (εξαιρώ τα κουστούμια); Πού ήσασταν να δείτε ότι η παράσταση δεν είχε νεύρο, σερνόταν, κοίμιζε, δεν αφορούσε κανένα, ούτε καν τους συντελεστές; Πολύ φοβάμαι πως ούτε απέξω δεν περάσατε από τον κόσμο του έργου. Κι αν περάσατε, δεν σας πήραμε είδηση.
Περί ΚΘΒΕ
Δε λέω ότι όλα είναι ρόδινα στο ΚΘΒΕ. Όμως, ειδικά φέτος, το παλεύει και φαίνεται. Και το ελάχιστο που μπορεί να κάνει ο κάθε συνεργάτης είναι να σεβαστεί αυτήν την προσπάθεια και να αγωνιστεί κι αυτός για το καλύτερο, όπως έκανε ο Μαργαρίτης με τον εξαιρετικό και τόσο απαιτητικό «Πέερ Γκυντ», η νεαρή Καλλιάνη με το παλιό αλλά καλοραμμένο και καλοφορεμένο υποκριτικά «Τίμημα», ο Αναστασάκης με την «Τρελοβγενιώ», ο Ρήγας στο ριζικά ανανεωμένο «Κύμα» (καμιά σχέση με πέρυσι) και ο Γιάννης Βούρος στη «Μικρή μας πόλη». Παράσταση φρέσκια, ευφάνταστη και βαθύτατα θεατρική. Μην τη χάσετε. Παίζεται στην ΕΜΣ (αναλυτικότερα στο κριτικό σημείωμα της επόμενης Κυριακής).
Αγγελιοφόρος της Κυριακής, 16/03/2014