Πάσχοντα σώματα: σπουδή στη διαφορετικότητα




Μπορεί κάποιες παραστάσεις να έχουν ολοκληρώσει τον κύκλο τους και λόγοι πρακτικοί να μην μου επέτρεψαν να τις σχολιάσω, όμως, από τη στιγμή που μένουν ζωντανές στη μνήμη μου, νιώθω υποχρέωση να πω δυο λόγια. Είναι σαν μια ελάχιστη ανάγνώριση αυτού που πέτυχαν.

Αναφέρομαι συγκεκριμένα στην περφόρμανς «Ο άνθρωπος ανεμιστήρας ή πώς να ντύσετε έναν ελέφαντα», από την ομάδα «Εν δυνάμει», την οποία διευθύνει η ηθοποιός Ελένη Δημοπούλου. Σκηνοθέτης της παράστασης στο «Μελίνα Μερκούρη» στην Καλαμαριά μια ταλαντούχα νέα, η Έλενα Ευθυμίου. Πρωταγωνιστές 21 νέοι άνθρωποι, ανάμεσά τους και άτομα με αναπηρία. Γενικός στόχος της ομάδας να μάθει στον κόσμο να αποδέχεται τη διαφορετικότητα ως κάτι πολύ φυσιολογικό. Αυτό που θέλει να πετύχει και ο Μπρεχτ με την τεχνική του παραξενίσματος: να κάνει τους θεατές να δούν στο οικείο το ανοίκειο και στο ανοίκειο το οικείο.
Η σκηνοθεσία
Η Ευθυμίου πήρε ένα διπλό ρίσκο. Από τη μια βασίστηκε επάνω σε μη επαγγελματίες, μια πρακτική που μπορεί να είναι αρκετά διαδεδομένη στις μέρες μας, ωστόσο πολύ εύκολα γυρίζει σε μπούμερανγκ, με τερματικό έναν κακώς εννοούμενο ερασιτεχνισμό. Από την άλλη, βασίστηκε σε άτομα με ειδικές ανάγκες, που και αυτό εύκολα αναποδογυρίζει τα πάντα, υπό την έννοια ότι δεν θέλει και πολύ το πάσχον σώμα να οδηγήσει το θεατή σε μια ψυχοσυναισθηματική κατάσταση, όπου η όποια κρίση ακυρώνεται και στη θέση της παρεισφρέει η απόλυτη παράδοση στην ήδη φορτισμένη ιδιόρρυθμη φύση του θεάματος. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις  το θεατρικό γεγονός κινδυνεύει να μετατραπεί σε άλλοθι του «γεγονότος», οπότε αμέσως-αμέσως τίθεται και το ερώτημα: πόση πραγματικότητα μπορεί να εισχωρήσει στο θέαμα χωρίς να το καταργήσει ως κατασκευασμένο γεγονός;


Η Ευθυμίου, λοιπόν, πήρε το μεγάλο ρίσκο και κρίνοντας εκ του αποτελέσματος μας έπεισε ότι ήξερε τι ήθελε και πώς να το πετύχει. Ήταν προφανές πως με κανένα τρόπο δεν μας ήθελε να δούμε το δράμα μέσα από τη διαφορετικότητα των ατόμων αυτών. Γι’ αυτό και ξετύλιξε τα επεισόδια που αφορούν τη ζωή τους, χωρίς καμιά χρονολογική σειρά, ώστε να τα αποδεσμεύσει από τους περιορισμούς και τις παγίδες μιας σχέσης αιτίας-αιτιατού και να τα περάσει σε ένα πιο ευρύ πεδίο που θα αναδείκνυε το κεντρικό ανθρωπιστικό νόημα του όλου εγχειρήματος. Και το πέτυχε, αφού μερίμνησε πρώτα όλοι οι συνεργάτες της ν’ ανέβουν στη σκηνή χωρίς κανένα αίσθημα κατωτερότητας. Ούτε απολογίες ούτε κλαψουρίσματα ούτε οίκτος. Ζήτησε να σταθούν μπροστά μας απόλυτα συμφιλιωμένοι με το τι είναι και να παίξουν σαν να μην υπάρχει πρόβλημα. Και αυτό έκαναν όλοι, και το έκαναν θαυμαστά.


Μέσα από  ένα καλά ζυγισμένο μείγμα μπρεχτικού θεάτρου, θεάτρου της μίμησης αλλά και του ντοκιμαντέρ, πέταξαν τις στρωματώσεις που η κοινωνία βάζει (υποκριτικά) πάνω από τις πληγές της διαφορετικότητας τους, και έβγαλαν στο φως τους πιο μύχιους προβληματισμούς τους. Μίλησαν γι’ αυτό που είναι με τέτοια αυθεντικότητα και αφτιασίδωτη διάθεση, που κατάφεραν να προσδώσουν στο επιτελεστικό τους θέαμα μια εντυπωσιακή αέρινη σβελτάδα που δρόσισε, όπως δροσίζει ο «άνθρωπος ανεμιστήρας» όσους κάθονται κοντά του «τους μήνες του καλοκαιριού».
Ήταν μια σκηνική εργασία που δεν εξαντλήθηκε  στα όρια του ειδικού προβλήματος, αλλά βυθίστηκε σ’ ένα καθολικευμένο ανθρώπινο κοίτασμα, οδηγώντας και εμάς τους θεατές σε μια θέαση ανάμικτη με βαθιά συγκίνηση, απόλαυση και έντονο  προβληματισμό.
Συμπέρασμα: είμαι ακόμη γοητευμένος.
Τρεις ιστορίες γυναικών
Η σπονδυλωτή περφόρμανς  «Οι κακούργες» ( θέατρο «Αυλαία»), από την αθηναϊκή ομάδα «Όριο», βασισμένη στο ομώνυμο βιβλίο της Μαριέλλης Σφακιανάκη Μανωλίδου, επικεντρώνεται σε τρεις ιστορίες γυναικών που δολοφόνησαν τους άνδρες τους τη δεκαετία του 1960 και έγιναν θέμα συζήτησης σε όλη την ελληνική επαρχία.


Τρεις γυναίκες παγιδευμένες σε ένα κοινωνικό κλοιό που τις πνίγει. Τρεις γυναίκες σε αναζήτηση μιας βαλβίδας εξόδου ώστε να μην τρελαθούν. Και η αφήγηση είναι μια κάποια λύση, αφού τους δίνει τη δυνατότητα να παίξουν ανάμεσα στο πραγματικό και το φανταστικό, κατά πώς τις βολεύει.
Η νέα σκηνοθέτιδα Δήμητρα Αράπογλου, επέλεξε να δώσει σκηνικό σώμα στις ιστορίες αυτές μέσα από μια γεωμετρική, σχεδόν αυτοματικά τακτοποιημένη ρύθμιση, των δρωμένων. Επιλογή που μπορεί να καθάρισε τις εικόνες από επίφοβες μουτζούρες, όμως παράλληλα τις στέγνωσε, υπό την έννοια ότι το ψυχρό περιβάλλον της περφόρμανς δεν επέτρεψε την απελευθέρωση των πιο βαθιών ουσιών των ιστοριών, που δεν το κρύβω, με άφησαν αδιάφορο. Εκείνο που ίσως θα τις έκανε κατάτι πιο ενδιαφέρουσες θα ήταν μια πιο εσωτερική ανάγνωση που θα διατρυπούσε το κέλυφος και θα απελευθέρωνε τις αναθυμιάσεις και τα μεθεόρτια των φονικών.
Δεν ακυρώνω τα πάντα. Οι τρεις αφηγήτριες (Αρφάνη, Πανουργιά, Σαραφειδου), που επωμίσθηκαν το έργο της εκτέλεσης, συντονίστηκαν αρμονικά είχαν καλή άρθρωση, αίσθηση του χιούμορ και της ειρωνείας. Ήταν παρούσες και με καλό επικοινωνιακό οπλοστάσιο, ωστόσο, το επαναλαμβάνω, δεν αισθάνθηκα ότι υπαινίχθηκαν κάτι άλλο πέρα απ’ αυτό που έδειξαν. Δεν έκαναν κάτι για να μπούμε στις εκκρεμότητες της αναμονής τους. Οι ερμηνείες τους απαιτούσαν μια πιο αυξημένη αίσθηση του «κακουργήματος» για να κατοικήσουν στα εσωτερικά του τοιχώματα (βλ. ευθύνη σκηνοθεσίας). Το αποτέλεσμα ήταν η φορμαλιστική τους συνύπαρξη να μοιάζει πιο πολύ με περίεργη σύναξη κυριών σε απογευματινό τέιο όπου κυριαρχούν οι κουβέντες με …βουτήματα. 


Τα αυστηρά σκηνικά της Αρσένη δημιούργησαν τους χώρους της δράσης, όμως δεν ήταν αρκούντως «ομιλούντα». Το ίδιο και η κίνηση των σωμάτων (από την Κάραγιαν): συνεπής, όχι όμως ιδιαίτερα αποκαλυπτική.
Συμπέρασμα: ένα φορμαλιστικό σχεδίασμα που παρέμεινε σχεδίασμα.
Αγγελιοφόρος της Κυριακής

30/03/2014