Ερμηνεία-κέντημα

Κάποτε, και εννοώ στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα, ήταν πάγια τακτική να μπαίνει φαρδύ πλατύ το ερώτημα: «τι θέλει να πει ο δημιουργός;». Και μέσα από το πρίσμα αυτής της λογικής οποιαδήποτε πηγή ενίσχυε τις πιθανές απαντήσεις ήταν καλοδεχούμενη. Εξ ου και η ιδιαίτερη αγάπη των μελετητών για τις συνεντεύξεις που έδιναν στα διάφορα έντυπα οι καλλιτέχνες, για τις επίσημες βιογραφίες τους και εννοείται και τις αυτοβιογραφίες.

Ένα τρελό σλάλομ ρόλων



Πρώτη φορά ασχολήθηκα με το έργο Πέτρες στις τσέπες του και τη συγγραφέα του (Μαρί Τζόουνς), το 2003, όταν το είδα να παίζεται στη σκηνή με τους Δημήτρη Λιγνάδη και Κωνσταντίνο Μαρκουλάκη. Μου είχαν αρέσει οι ερμηνείες τους (μάλιστα τότε άλλαξα εντελώς άποψη και για τις υποκριτικές δυνατότητες του Μαρκουλάκη, κυρίως), αλλά στην κριτική που είχα κάνει ήμουν ιδιαίτερα σκληρός με το ίδιο το κείμενο, ή μάλλον καλύτερα, με το κείμενο της παράστασης. Το βρήκα ανάξιο λόγου. Συμπέρασμα που, όπως ανακάλυψα αργότερα, ήταν εν πολλοίς άδικο, χωρίς ωστόσο να φταίω.

Οι περιπέτειες της νέας (ελληνικής) θεατρικής γραφής






Η ιδέα για τα παρακάτω σχόλια είχε ως αφετηρία μια περφόρμανς που παρουσιάστηκε στην Πειραματική Σκηνή του Εθνικού (Tο Γήρας, σε σκηνοθεσία-σύλληψη της Γεωργίας Μαυραγάνη), και η οποία ήρθε να προστεθεί σε μια σειρά από ανάλογα εγχειρήματα, τα οποία τείνουν να δημιουργήσουν μια υπολογίσιμη πλέον τάση στο σύγχρονο ελληνικό σκηνικό και συγγραφικό γίγνεσθαι που αξίζει να μελετήσει κάποιος.

Περί τόπων και ετεροτοπιών στον Μάκμπεθ





Ο  Μάκμπεθ είναι το πλέον βαθυστόχαστο όσο και σκοτεινό έργο του Σέξπηρ. Είναι ένα έργο όπου στην ψυχή του κατοικεί το «κακό» [evil]. Βεβαίως και αλλού το συναντούμε (βλ. Άμλετ, Ιούλιος Καίσαρας, Οθέλλος, Ριχάρδος ο 3ος), πουθενά όμως με τέτοια ένταση και συνέπεια. Εδώ το κακό δεν είναι σχετικό, είναι απόλυτο, τόσο απόλυτο που μοιάζει απόκοσμο, πέρα από κάθε ανθρώπινη φαντασία —εξ ου και η αρχική «χρέωσή» του σε τρεις μάγισσες, οι οποίες, εκτός από γνώριμες αναγεννησιακές φιγούρες, θεωρούνταν ικανές να αναστατώσουν την θεϊκή τάξη του σύμπαντος, τους οικείους τόπους δημιουργώντας ρήγματα για να αναδειχθούν οι άλλοι τόποι (που εδώ θα μπορούσαν να ερμηνευτούν και ως οι τόποι της συνείδησης ή του υποσυνείδητου).

Στιλιζαρισμένος φόβος



Ο Αυστριακός Στέφαν Τσβάιχ δεν είναι κάποιος άγνωστος στο ελληνικό κοινό. Αντίθετα, είναι από τους πλέον πολυμεταφρασμένους ξενόγλωσσους συγγραφείς (80 τουλάχιστον εκδοτικοί οίκοι εμπλέκονται στη διακίνηση των έργων του), με τις περισσότερες μεταφράσεις να γίνονται από τα αγγλικά και γαλλικά και όχι κατευθείαν από τα γερμανικά, μια πρακτική που πολλές φορές είχε ως κατάληξη μεταφραστικά εκτρώματα.

Από τις δραματικές σχολές στην πιάτσα



Ολοένα και περισσότερες παραστάσεις/περφόρμανς που βλέπουμε τώρα τελευταία έχουν ως αφετηρία τους κάποια διπλωματική εργασία που παρουσίασαν επί πτυχίω φοιτητές δραματικών σχολών (όπως η Δραματική Σχολή του ΚΘΒΕ, το Τμήμα Θεάτρου του ΑΠΘ, η Σχολή Βουτσινά, η Σχολή Διαμαντόπουλου, μεταξύ άλλων στη Θεσσαλονίκη και πολλαπλάσιες άλλες στην Αθήνα). Και δεν είναι διόλου κακή η σκέψη που ωθεί τους νέους αυτούς να εκθέσουν τη δουλειά του. Είναι ένα πρώτο τεστ έξω από τα προστατευτικά όρια της Σχολής, ακόμη και την ίδια τη λογική και, βεβαίως, την ομοιογένεια της Σχολής.

Τα παράλογα του έρωτα



Πρόσφατα πήγα στο Κέντρο Θεατρικής Έρευνας Θεσσαλονίκης και είδα το Πόρτες και Παρτιτούρες, μια «γλυκόπικρη», όπως την ονόμασαν οι συντελεστές της ομάδας Α! ΚΑΤΑΛΑΧΟύ, κωμωδία με μάσκες και κούκλες, σε σκηνοθεσία ενός γνώστη του είδους, του Ισπανού   Koldobika G. Vio.