Η «Ηλέκτρα» των κριτικών και του κοινού






Ακούστηκαν και γράφτηκαν πολλά για την παράσταση της Ηλέκτρας, που σκηνοθέτησε για λογαριασμό του Εθνικού Θεάτρου ο Πέτερ Στάιν. Αμφισβητήθηκαν οι επιλογές του,  ελέγχθηκε με αυστηρότητα η ρεαλιστική του ανάγνωση, προβλημάτισαν οι λύσεις του στα χορικά και εάν δεν ήταν η νεαρή Γουλιώτη να αμβλύνει κάπως τις εντυπώσεις, να είστε βέβαιοι ότι θα γράφονταν πολύ χειρότερα. Όμως, το θέμα είναι αλλού.

 Πώς γίνεται οι καθ’ ύλην αρμόδιοι, δηλαδή οι κριτικοί, να εκφράζονται τόσο αρνητικά ή έστω με μπόλικες επιφυλάξεις για την παράσταση, και την ίδια στιγμή ο κόσμος να τους «γράφει» κυριολεκτικά, και να δίνει γην και ύδωρ για ένα εισιτήριο?
Peter Stein

Για ποιον είναι το θέατρο;

 Έχω δει σχεδόν όλες τις παραστάσεις που φιλοξενήθηκαν στο Θέατρο του Δάσους. Ε, λοιπόν, τέτοια κοσμοσυρροή δεν θυμάμαι. Πατείς με πατώ σε! Και σκέφτομαι: τελικά ποιος έχει δίκιο, ο «χ» κριτικός, η μονάδα, ή οι χιλιάδες, οι λιγότερο ή καθόλου επαϊοντες? Και ανάλογα με την απάντηση, είναι βέβαια και το επόμενο ερώτημα: για ποιον γράφει ο συγγραφέας, για τον κριτικό ή, αν θέλετε για τους λίγους, ή για το πλατύ κοινό?
 Ξέρω, δεν λέμε κάτι καινούριο. Σκέψεις σαν κι’ αυτές έχουν απασχολήσει κατά κόρον ειδικούς και μη. Όμως, αισθάνομαι πως πρόκειται για απορίες που δεν χάνουν ποτέ τη σημασία τους, διότι κάθε φορά όλο και κάτι γίνεται που τις επαναφέρει στο προσκήνιο, με μια άλλη ίσως λογική και μια άλλη δυναμική. Όπως τώρα, ας πούμε, όπου υπήρχε μια πραγματική άβυσσος ανάμεσα στον κριτικό λόγο και τον ορίζοντα των προσδοκιών του δέκτη.  Δεν θα μπω στον πειρασμό να σχολιάσω εκτενέστερα το θέμα. Στέκομαι βιαστικά σε μια δυο γενικές παρατηρήσεις.

Οι “αλήθειες” των κειμένων

Η πρώτη παρατήρηση έχει να κάνει με την επιμονή πολλών κριτικών να αντιμετωπίζουν τα κλασικά κείμενα ως κλειστά (ή περίπου κλειστά) κυκλώματα. Διστάζουν να δεχτούν ένα πολύ απλό πράγμα: ότι την ιστορία του θεάτρου δεν τη γράφουν τα ίδια κείμενα, αλλά οι παραστάσεις τους, δηλαδή τα νέα (σκηνικά) κείμενα που προκύπτουν μέσα από την τυπωμένη σελίδα.
Με αυτή την έννοια, εκτιμώ πως ήταν πολύ φυσιολογική (ίσως και αναμενόμενη) η επιλογή του  Στάιν να φτάσει στην Ηλέκτρα μέσω Ράινχαρτ ή Χόφμανσταλ, όπως θα ήταν απόλυτα φυσιολογικό εάν κάποιος έφτανε στον Αριστοφάνη μέσω Κουν ή Σολομού και ούτω καθεξής. Εκείνο που δείχνει η ιστορική πορεία όλων ανεξαιρέτως των κλασικών κειμένων, είναι ότι κάθε καινούρια ανάγνωση (διασκευή, προσαρμογή, πέστε την όπως θέλετε)  είναι ένα βήμα που μας πάει πιο μακριά και όχι πιο κοντά στην πηγή.


Από τη στιγμή που όλα υπόκεινται στη “βάσανο” της διαμεσολάβησης (άρα και της παραποίησης), κανένας δεν μπορεί να είναι απόλυτα βέβαιος ως προς το πώς είναι τα πράγματα στην αφετηρία τους. Στο διάβα του χρόνου σκηνοθέτες και συγγραφείς επιβάλλουν στο σώμα των κειμένων τις «κατασκευασμένες αλήθειες” τους και αυτές εισπράττουμε, αυτές κληροδοτούμε στους επόμενους, οι οποίοι με τη σειρά τους θα κάνουν ακριβώς το ίδιο, και πάει λέγοντας. Άλλωστε, αυτό έκαναν και οι κλασικοί, όταν έπαιρναν τους μύθους και τους ξανάγραφαν. Εκείνο που έβλεπαν οι θεατές ήταν ένας μύθος που έφτανε σε αυτούς μέσα από τα μάτια κάποιου άλλου. Και δεν είναι διόλου κακό αυτό. Ούτε βέβαια προδοσία κανενός. Είναι απόλυτα φυσιολογικό, αναπόφευκτο θα έλεγα. Έτσι προοδεύει ο κόσμος. Όταν αρχίσουμε να μιλούμε για «ιερότητα» κειμένων, το μόνο που επιτυγχάνουμε είναι να τα ακινητοποιούμε σε κάποια βιβλιοθήκη, δηλαδή να τα βγάζουμε εκτός κύκλου ζωής.
Για να τελειώνουμε: όλα τα κείμενα φτάνουν σε μας μέσα από τα σκηνικά διακείμενά τους. Η πρόσβασή μας στις όποιες πηγές θα είναι πάντα προβληματική, γιατί πάντα θα προηγείται κάποια μορφή ”αλλότριας” ανάγνωσης. Και η αλλότρια ανάγνωση (διάβαζε διαμεσολάβηση) είναι αυτή που ορίζει πριν από μας για  μας τον βαθμό παραστασιμότητας/επιτελεστικότητας ιδεών, συμπεριφορών και σωμάτων.


Περί σκηνοθεσίας
Και τώρα στο προκείμενο. Εκείνο που φάνηκε να ενοχλεί πιο πολύ τους ειδικούς ήταν ότι ο Στάιν  πήρε το ανοιχτό σύμπαν της σοφόκλειας Ηλέκτρας και το ζούληξε από κει το κεφαλοκλείδωσε από δω ώστε να χωρέσει στα ρεαλιστικά πλαίσια που είχε κατά νου. Αρωγός στην προσπάθεια, το εντελώς γυμνό σκηνικό του Φωτόπουλου, το οποίο δεν υπονοούσε τίποτα παραπάνω από αυτό που έδειχνε, καθώς και οι μεταφραστικές επεμβάσεις (ομολογουμένως όχι ιδιαίτερα επιτυχείς) του Πέτρου Μάρκαρη και του σκηνοθέτη επάνω στην πολύ συγκεκριμένων φιλοσοφικών και θρησκευτικών προδιαγραφών  μετάφραση του Βολανάκη.  
Η πρόθεση του Στάιν ήταν εξαρχής σαφής: να κάνει θέατρο λαϊκό χωρίς λαϊκισμούς. Και αισθάνομαι πως αυτό περίπου πέτυχε. Ίσως για κάποιον που τον έχει δει σε πιο τολμηρές σκηνοθεσίες, να μην ικανοποίησε αυτή η επιλογή, και μάλιστα με ένα έργο τόσο "ανοιχτό". Όμως, και εδώ ήταν ευδιάκριτη η σφραγίδα του μεγάλου καλλιτέχνη. Κατάφερε με αδρές, αλλά και πολύ προσεγμένες, πινελιές να φέρει το ακατανόητο σύμπαν της τραγωδίας πιο κοντά μας και να μας αγγίξει. Και αυτό είναι το ζητούμενο σε κάθε παράσταση, ιδίως κλασικού έργου: να "γράψει" στην πλατεία. Και για να "γράψει", ο σκηνοθέτης πρέπει να παρακάμψει πολλά πράγματα (αισθητικά  και κυρίως ιδεολογικά) που έχουν παγιωθεί στο πέρασμα του χρόνου.
Εκείνο που ξεχνούμε είναι ότι ο μύθος για τους προγόνους μας ήταν ρεαλισμός, δεν ήταν παράλογο ούτε μεταφυσική. Ήταν ο κόσμος τους, η δική τους ερμηνεία του σύμπαντος και της ύπαρξής τους. Και δεν μικραίνουμε μεγέθη όταν μπολιάζουμε σ' αυτά, τα πάλαι ποτέ λαϊκά δρώμενα, τα δικά μας μέτρα και σταθμά. Ο κόσμος του οποιουδήποτε κειμένου, για να επικοινωνήσει, πρέπει να μετατεθεί χωροχρονικά, ώστε να γίνει πιο οικείος. Χρησιμοποιούμε το παρελθόν, και καλά κάνουμε, για να φωτίσουμε το παρόν, όμως αυτό εκ των πραγμάτων είθισται να γίνεται μέσα από τις ευαισθησίες, τα αδιέξοδα και τις ανησυχίες της εκάστοτε εποχής. Όταν τη δεκαετία του 60 πολλοί πειραματιστές πήγαν να επαναφέρουν τα τελετουργικά δρώμενα, τάχα για να ενισχύσουν τους συλλογικούς δεσμούς, απέτυχαν παταγωδώς, γιατί απλούστατα ο κόσμος δεν μπόρεσε να επικοινωνήσει και προφανώς να συντελέσει. Άλλες επικοινωνιακές τακτικές απαιτούνται σήμερα. Και αυτές τις άλλες επιλογές  αναζήτησε ο Στάιν, ορισμένες από τις οποίες του βγήκαν. Εξού και η λαοθάλασσα.
Ερμηνείες και παρερμηνείες
Η Κ. Καραμπέτη έκανε ένα βασικό λάθος: στο ταλέντο και την εκρηκτικότητα της κατά πολύ νεότερής της Γουλιώτη, αντιπαράθεσε τον στόμφο, τη πόζα, τη φιγούρα μιας femme fatale που πηγαινοερχόταν επιβλητικά μέσα στην πράσινη βραδινή τουαλέτα, κουνώντας τα μακριά λυτά μαλλιά της δεξιά και αριστερά χωρίς κανένα νόημα. Υπερβολική. Αντίθετα, ο Γιάννης Φέρτης έπαιξε μετρημένα και έξυπνα. "Είχε" τον ρόλο. Πολύ καλή η αφήγηση του θανάτου του Ορέστη στους δελφικούς αγώνες αρματοδρομίας. Ο Λάζαρος Γεωργακόπουλος υποδύθηκε ένα ρόλο δευτεραγωνιστή με διάθεση πρωταγωνιστή. Του βγήκε το μιλιτέρ στυλ, αν και σε κάποια σημεία γινόταν πολύ προβλέψιμος. Η λευκοντυμένη Κόρα Καρβούνη ζωντάνεψε τη Χρυσόθεμι με αρκετή πειθώ. Πού και πού οι υπερβολικά χαμηλοί τόνοι της ερμηνείας της αφαιρούσαν από το νεύρο και τη νευρικότητα της σοφόκλειας ηρωίδας. Ο Πυλάδης του Μίλτου Σωτηριάδη ήταν εκεί, θετική παρουσία. Ανύπαρκτος ο τηλεοπτικός Αποστόλης Τότσικας, απέδειξε περιτράνως ότι, άλλο τηλεόραση και άλλο σανίδι. Αρέσει δεν αρέσει, το σανίδι είναι για τους ηθοποιούς. Και ο Τότσικας, ως Ορέστης τουλάχιστον, απέδειξε ότι μακράν απέχει από το επάγγελμα.


Τέλος, έχουμε και την περίπτωση της πολυσυζητημένης Στεφανίας Γουλιώτη. Ήταν αναμφίβολα μια εξαιρετική παρουσία (ως Ηλέκτρα), όχι όμως για τέτοιες απίστευτες  υστερίες, οι οποίες, κατά την ταπεινή μου άποψη, δείχνουν πιο πολύ κόμπλεξ παρά αληθινό ενθουσιασμό. Έλεος! Μου θυμίζει κάτι ανάλογες υστερίες στο ποδόσφαιρο όταν ανακαλύψουμε κανένα ταλέντο (ή θεωρούμε ταλέντο). Ας αφήσουμε τον χρόνο να μας δείξει κάτι παραπάνω. Την είδα και στην παράσταση του Αμφιθεάτρου τον χειμώνα (Ερωτευμένη νεκρή, σκηνοθεσία Κ. Ευαγγελάτου). Ήταν καλή.  Ως Ηλέκτρα είχε την ευκαιρία, ένεκα ρόλου, να είναι ακόμη καλύτερη. Η συνέχεια θα δείξει. Παρενθετικά να πω ότι η ενασχόλησή της με το συνεχές σκούπισμα της σκηνής ήταν ένα έκτακτο σκηνοθετικό εύρημα. Έλυνε κάθε πρόβλημα αμηχανίας και νευρικότητας (από μια νέα ηθοποιό).
Ο χορός κινήθηκε σε οικείους ρυθμούς, σχεδόν καθημερινούς. Δεν εντυπωσίασε με την ευρηματικότητά του, όμως ήταν μια λειτουργική και πάνω από όλα στέρεη γέφυρα με την πλατεία.
Κατακλείδα
Είπα στην αρχή ότι δεν έχω δει ποτέ μου τόσο κόσμο στο Θέατρο του Δάσους. Το περίεργο είναι ότι ελάχιστοι από αυτούς επισκέπτονται τις χειμερινές αίθουσες της πόλης (διαφορετικά θα ήταν όλες γεμάτες). Και αυτό πρέπει να μας ανησυχεί και να μας απασχολεί, κι όχι κατά πόσο η ανάγνωση του Στάιν ήταν λιγότερο ή περισσότερο ρεαλιστική από ό,τι αντέχει ή επιβάλλει το κείμενο.

Αυλαία
Οκτώβριος 2007