Αλλιώτικη «μικρή πόλη» στην ΕΜΣ

 
-->



 Η μικρή μας πόλη, του Θόρντον Ουάιλντερ,  είναι ένα περίεργο έργο. Στην επιφάνεια φαντάζει σχεδόν παιδικό, όμως έχει πολλά να μας πει, αρκεί κάποιος να το αποδεσμεύσει από τις εξαντλημένες προσεγγίσεις του. Και ο Γιάννης Βούρος αυτό έκανε, για λογαριασμό του ΚΘΒΕ. Με κάθετες βυθίσεις ανέσυρε με θαλπωρή και δεξιοτεχνία κρυμμένες πτυχές που κέρδισαν και τις εντυπώσεις και την ουσία.

Πλοηγός αυτής της ταξιδιωτικής εμπειρίας από τη γέννηση μέχρι το θάνατο, ο διευθυντής σκηνής, που είναι παράλληλα σκηνοθέτης αλλά και «συγγραφέας-θεός», ο οποίος, όπως στα μεσαιωνικά μυστήρια, κοιτά από ψηλά τι γίνεται στη «μικρή Του πόλη», κρίνει, και ζογκλερικά μας οδηγεί στα «παρασκήνια» της ζωής και του θεάτρου, ώστε να δούμε πώς διαμορφώνεται το απόλυτο έργο Του που λέγεται Άνθρωπος.
 Με υπομονή και πολλές εξηγήσες μας αποκαλύπτει το κοσμοθέατρό Του, τα κρυμμένα του νήματα. Και αυτό υποθέτω συμβόλιζε και η πρώτη σκηνή, όπου τον βλέπουμε να τυλίγει το κουβάρι με το κόκκινο νήμα. Ήταν σαν να τύλιγε τη ζωή μας (όσο μεγαλώνουμε αυτή μικραίνει) αλλά και τη ζωή του έργου (καθώς οδεύει προς την έξοδο). Όπως και η τελευταία εικόνα, η μετά θάνατον ζωή, όπου όλοι είμαστε δεμένοι με το κουβάρι της αιωνιότητας. 


Η παράσταση
Το εικαστικό κομμάτι αυτής της ανθρώπινης περιπέτειας ήταν μαγευτικό (εύσημα στο φωτιστή Α. Αναστασίου), όπως και η χρήση των ήχων αντικειμένων και σωμάτων (τους αυτοσχεδιασμούς δίδαξε ο Γ. Κολοβός). Ειδικά γι’ αυτό το τελευταίο, η απουσία της υλικότητας των αντικειμένων ενίσχυε την εξωπραγματική διάσταση του έργου, το επέκεινα, και κυρίως τη γοητεία του καθημερινού που παραμένει κάτι το άπιαστο, γιατί απλούστατα μας απασχολούν (κακώς, κατά το συγγραφέα) άλλα πράγματα.
Γέφυρες με το κοινό
Γενικά μου άρεσε ο τρόπος που η σκηνοθεσία διαχειρίστηκε το αφηγηματικό κομμάτι, ώστε να κρατήσει τις γέφυρες με το κοινό στη θέση τους. Ίσως σε κάποια σημεία να βοηθούσε λίγο ψαλίδι, ώστε να σφίξει ο καμβάς και να επιταχυνθούν οι ρυθμοί. Όπως επίσης θα βοηθούσε προς την ίδια κατευθυνση εάν το ύφος της αφήγησης εμφάνιζε μια μεγαλύτερη ποικιλότητα, εγγύτερα, ως άποψη, σ’ ένα ρυθμικά αναβράζον δισκίο. Σε κάθε περίπτωση, πιστεύω πως ο Βούρος κατέθεσε μια εμπνευσμένη, υπαινικτική  και ξεχωριστή σκηνοθεσία. Κίνησε με φαντασία, καλά υποστυλώματα, χωρίς κενά αέρος αλλά με οργανικές ώσεις όλη την «πόλη», σε μια πτήση στο υπερπέραν. Ούτε ηθικοδιδακτικές κορόνες ούτε ευκολίες. Μεθοδικά και με γνώση βρήκε στόχο.


Δύσκολη ισορροπία
Κινούμενος ανάμεσα στον Μπρεχτ και το μιμητικό θέατρο, υπηρέτησε μια δύσκολη ισορροπία, συνθέτοντας αλληλουχίες ανάμεσα στο «τώρα με βλέπετε, τώρα όχι», ανάμεσα σε συναισθήματα και καταστάσεις, όπως συμβαίνει στην ίδια τη ζωή, την οποία ζούμε καθώς αυτή ελίσσεται, αλλά στην ουσία την προσπερνάμε. Και αυτό είναι που απελπίζει την Έμιλυ στο τέλος, αφού πεθάνει: η γνώση. Δεν είναι τυχαίο που οι «συγκάτοικοί» της στον «Ανω Κόσμο» προσπαθούν να την αποτρέψουν να μην κατέβει στη Γη, γιατί εκεί θα διαπιστώσει ότι οι άνθρωποι συνεχίζουν να ζουν ως κωμικοί χαρακτήρες μέσα στην άγνοιά τους. 


Το φινάλε
Και σ’ αυτήν τη σκηνή αναγνώρισης (των ορίων της ανθρώπινης γνώσης), η σκηνοθεσία κάνοντας στροφή, επιλέγει να μας ξαφνιάσει με ένα φινάλε  σπαρακτικό: το ξέσπασμα της Έμιλυ. Είναι η στιγμή που ο άνθρωπος μετατρέπεται από κωμικό ον σε τραγικό. Απλά διερωτώμαι αν η τραγική γνώση συνοδεύεται ταυτόχρονα και με απελπισία. Μπορεί.
Ερμηνείες
Όλες οι ερμηνείες χώρεσαν, με τις μικροδιαφορές τους, στο φιλόξενο και ιδιαίτερα ατμοσφαιρικό κάδρο της παράστασης. Ο Μάνος Ζαχαράκος με καθαρό λόγο και βάθος φωνής, είχε επικοινωνιακή άνεση στις διαπιδύσεις παρόντος και απόντος χρόνου/τόπου, μόνο που θα μπορούσε, όπως είπα να δώσει στην αφήγησή του περισσότερα χρώματα, περιορίζοντας παράλληλα και τις τραβηγμένες παύσεις. Η Ροζάκη κινήθηκε ανάμεσα στο ρεαλιστικό και το μεταθανάτιο με ελεγχόμενο ισοζύγιο στη φωνή και την κίνηση, αν και ενίοτε άφηνε να κυριαρχήσει μια υπερβολική ευθραυστότητα και υπερχείλιση συναισθημάτων που «μελαγχολούσε» κάπως τα «μικρά» της πάθη. Ο Παπαδημητρίου κράτησε με το τάλαντό του τον Τζωρτζ σε ένα συνεπές λειτουργικό πλαίσιο, παρ’ όλο που σε κάποιες (λίγες) στιγμές η αύρα νεανία μικρής επαρχιακής πόλης του προκαλούσε αμηχανία. Ο Καλατζόπουλος εξαιρετικός, έκανε ένα ρόλο χωρίς «πιασίματα» κυριολεκτικά να λάμψει. Η Θυμιοπούλου έβγαλε (οικιακές και μητρικές) ουσίες από το ρόλο της, όπως και χιούμορ. Ο έμπειρος Σιακάρας ήταν μέσα στη δράση, αλλά επιδείκνυε κατά τόπους μια σχετική υποκριτική υποθερμία, λες και δεν τον άγγιζαν όλα όσα συνέβαιναν γύρω του. Άνευρα άρχισε η Μουτούση, στην πορεία ωστόσο βρήκε ανοίγματα και εντάχθηκε ομαλά στα κατ’ οίκον δρώμενα. Παρόλο που η ιδέα της εξπρεσιονιστικής καρικατούρας της Σαρμή τράβηξε κάπως, κρινόμενη εκ του αποτελέσματος κέρδισε γενναία τις εντυπώσεις (και με χιούμορ, παρακαλώ). Άνετη και με μπρίο η Σωφρονίδου. Γενικά, οι δευτερεύοντες ρόλοι  (από τους πιο νέους, όπως ο Τ. Παπαδόπουλος, μέχρι τους πιο παλιούς, όπως ο Γούναρης) ήταν όλοι εκεί, θετικά και ουσιαστικά παρόντες στο κάδρο, συναρθρώνοντας το μίτο  μιας οικουμενικής κωμωδίας. Το συνεχές μπες-βγες τους στο μικρόκοσμο της πόλης ήταν σαν ένα ζουζούνισμα, υπό το βλέμμα ενός θεϊκού παραλήπτη.


Οι σκηνικοί χώροι των Μπουσουλέγκα-Υφαντίδου άφησαν προς χρήση πολλά τετραγωνικά. Και πολύ σοφά έπραξαν. Η απεραντοσύνη του σύμπαντος θέλει τους χώρους της. Πώς αλλιώς ν’ αναπαυθούν οι ψυχές;
Συμπέρασμα: μια φρέσκια και ευφάνταστη παράσταση που δικαιώνει όσους πιστεύουν ότι το θέατρο δεν είναι τίποτε άλλο παρά «δυο σανίδια κι ένα πάθος». Να τη δείτε, οπωσδήποτε.
Αγγελιοφόρος της Κυριακής
23/03/2014