Παράσταση από γυαλί




Edward Albee
Όλοι επιδιώκουν  ή ονειρεύονται την επιτυχία. Και καλά κάνουν. Το πρόβλημα είναι όταν αυτή έρχεται πολύ νωρίς. Τι γίνεται τότε; Και λέω τι γίνεται, γιατί πέρα από τη δόξα, τα χρήματα και την επωνυμία, κομίζει και άλλα πράγματα, που δεν είναι πάντοτε ευχάριστα. Το κυριότερο είναι ότι αμέσως αμέσως βάζει τον πήχη των  δυνατοτήτων του δημιουργού πολύ ψηλά, με αποτέλεσμα κάθε νέο εγχείρημα να συγκρίνεται με την προηγούμενη επιτυχία του. Δεν είναι λίγοι οι καλλιτέχνες εκείνοι που βλαστήμησαν την ώρα και τη στιγμή που πέτυχαν με το καλημέρα.

Ενδεικτικό παράδειγμα, ο γνωστός σε όλους μας Έντουαρντ Άλμπι. Πριν πατήσει τα τριάντα του έγινε εθνική είδηση με το Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ; Στο πρόσωπό του θεατές και κριτικοί πίστεψαν προς στιγμή ότι βρήκαν το νέο σταρ, το νέο σωτήρα του τρικλίζοντος εθνικού θεάτρου της χώρας. Και αυτό μέχρι φυσικά να έρθει η επόμενη δουλειά του, η οποία θεωρήθηκε «λίγη» όχι γιατί δεν ήταν καλή, αλλά γιατί δεν ήταν εφάμιλλη με την προηγούμενη. Ο κόσμος περίμενε πολύ περισσότερα και ανώτερα. Το ίδιο  και η επόμενη. Και η μεθεπόμενη κ.ο.κ. Για είκοσι συναπτά έτη ο Άλμπι εισέπραττε τη μια απόρριψη μετά την άλλη· μέχρι που έγραψε στα γεράματα το Τρεις υψηλές γυναίκες  (το είδαμε στην  Ελλάδα πριν από μια πενταετία περίπου, σε μια φροντισμένη σκηνοθεσία του Τάσου Μπαντή), οπότε οι κριτικοί νέρωσαν το κρασί τους και είπαν και δυο καλές κουβέντες.
Arthur Miller
Κάτι ανάλογο συνέβη και με τον Άρθουρ Μίλλερ, ο οποίος ποτέ δεν κατάφερε να ξεπεράσει σε επιτυχία τον Θάνατο του εμποράκου. Κάτι πέτυχε προς το τέλος της καριέρας του με τον Τελευταίο Γιάνκη και το Αμερικάνικο ρολόι, όχι όμως σε σημείο  να κάνει τον κόσμο να τον θυμάται για αυτές ακριβώς τις δουλειές. Και βεβαίως έχουμε το κορυφαίο παράδειγμα, τον δημοφιλέστερο εν Ελλάδι ξένο δραματικό συγγραφέα, τον Τένεσι Γουίλιαμς. Εκεί που όλος ο κόσμος τον προσκυνούσε για το Λεωφορείο ο Πόθος και το Γλυκό πουλί της νιότης, κάποια στιγμή (μετά τη Νύχτα της Ιγκουάνα) τον βγάζει σε πρόωρη «σύνταξη», οδηγώντας τον στον αλκοολισμό, στα χάπια, την κατάθλιψη και την απαξίωση.

Tennessee Williams
Το τίμημα της δόξας
Δεν είναι τυχαίο το ότι και οι τρεις συγγραφείς που αναφέρουμε είναι Αμερικανοί. Πουθενά αλλού στον κόσμο η πίεση της επιτυχίας δεν είναι τόσο μεγάλη ή, αν θέλετε, η απόσταση ανάμεσα στην κορυφή και τον πάτο τόσο απίστευτα μικρή όσο εκεί, δηλαδή στη Μέκκα του εμπορικού θεάτρου, στο Μπρόντγουεϊ. Και ο Γουίλιαμς έχει πολλά να μας πει επ’ αυτού. Είναι ο άνθρωπος που πάνω από όλα ερωτεύτηκε τη δόξα. Ήθελε παντί τρόπω να δει το όνομά του να φιγουράρει στις τεράστιες φωτεινές μαρκίζες του εμπορικού θεάτρου. Άρχισε  να γράφει για το θέατρο, την ίδια περίπου περίοδο με τον άλλο μεγάλο της εποχής, τον  Μίλλερ. Δύο συγγραφείς που ακολούθησαν μια σχεδόν παράλληλη αν και αισθητικά και ιδεολογικά ανόμοια πορεία. O Μίλλερ περπάτησε περίπου στα χνάρια που είχαν χαράξει συγγραφείς όπως ο Χερν, η Κρόδερς, ο Οντέτς και οι άλλοι ρεαλιστές τη δεκαετία του 1930, ο δε Γουίλιαμς κινήθηκε περισσότερο από ένστικτο προς την κατεύθυνση που είχαν προλειάνει ο Άντερσον, ο Γουάιλντερ και πιο πριν ο O' Nηλ και στην Ευρώπη ο Τσέχωφ. Χάρη σε αυτούς τους δυο το αμερικανικό θέατρο θα κερδίσει τη θέση του σε όλες τις σκηνές του κόσμου.
Περιθώριο χωρίς επαναστάτες
Eπηρεασμένος από τις βασικές αρχές της στρασμπεργκικής "Mεθόδου"― σύμφωνα με την οποία εκείνο που έχει μεγάλη σημασία δεν είναι το «ορατό» κείμενο, αλλά το αόρατο, το «υπο-κείμενο»― ο Γουίλιαμς δραματοποιεί με μαστοριά καλού τεχνίτη και ευαισθησία ποιητή, τις πνευματικές και ψυχικές περιπέτειες των ηρώων του, τι σημαίνει να είναι κανείς ζωντανός και να προσπαθεί να πετύχει σε ένα κόσμο πολύ σκληρό. Δεν τον ενδιαφέρουν οι πετυχημένοι γιάπις της γενιάς του, οι βολεμένοι, αλλά εκείνοι που βρίσκονται  στις παρυφές του αστικού τοπίου. Hλικιωμένοι αθλητές και παλιές σταρ, αποτυχημένοι καλλιτέχνες που αγωνιούν και αγωνίζονται, τη στιγμή που ολόγυρά τους ακούγεται το εκκωφαντικό γέλιο των καθωσπρέπει μεσοαστών. Ο Γουίλιαμς μιλά για πόνο, για την αποξένωση του ανθρώπου και για επαναστάτες με λίγες ή καθόλου αιτίες, για πλάσματα που μπορεί να τα απασχολούν θέματα κοινωνικά και πολιτικά, ψυχολογικά και πνευματικά, όμως λίγο έως πολύ θα ήθελαν να λειτουργήσουν εντός του συστήματος. Είναι ενδεικτικό το γεγονός ότι μόλις το σύστημα τους απορρίψει «πεθαίνουν». Το ίδιο και ο δημιουργός τους.
Από την παράσταση του Γυάλινου κόσμου στο Αμαλία
Συγγραφέας προσώπων
Το περίεργο με ένα μεγάλο συγγραφέα όπως ο Γουίλιαμς, είναι η αδυναμία του να αφηγηθεί ενδιαφέρουσες ιστορίες. Καμιά δεν είναι αξιομνημόνευτη. Είναι όμως αξιομνημόνευτα τα δραματικά του πορτρέτα. Γι αυτά τα πρόσωπα τον αγάπησαν οι μεγαλύτεροι σταρ του 20ού αιώνα, από τον Πωλ Νιούμαν, στο Μάρλον Μράντο, τη Τέυλορ, τη Μανιάνι, τη Βίβιαν Λη,  τη Λαμπέτη, τη Μερκούρη, μεταξύ εκατοντάδων άλλων. Νομίζω πως από μόνο του το νούμερο εκατό είναι πολύ ενδεικτικό. Είναι ο αριθμός των παραστάσεων έργων του Γουίλιαμς που παίχτηκαν στην Ελλάδα. Ουδείς ξένος μοντέρνος συγγραφέας τον ξεπερνά. Νομίζω μακράν δεύτερος πρέπει να είναι ο Μπέκετ, μετά ο Πίντερ και καταϊδρωμένος τέταρτος ο Μίλλερ.


Η σκηνοθεσία
Ο Γυάλινος κόσμος είναι το πλέον δημοφιλές έργο του ανάμεσα στους Έλληνες θεατρανθρώπους. Είναι ένα έργο σκληρό και συνάμα πολύ ευαίσθητο, ένας τόπος παθών και μια ετεροτοπία επιθυμιών. Αυτό το δύσβατο έργο ανέλαβε να παρουσιάσει στη σκηνή  της Πειραματικής ο Νίκος Χουρμουζιάδης, ο οποίος κατέληξε σε μια παράσταση από την οποία έλειπε εντελώς η φρεσκάδα. Δεν είχε να μας πει κάτι. Υποθέτω πως μια πιο οργανική ένταξη του βίντεο στα δρώμενα να ήταν μια κάποια «άλλη» λύση, με την έννοια ότι θα μπορούσε να αλλάξει το παιχνίδι των σχέσεων και να ταράξει λίγο τους υποκριτικούς όγκους. Δεν έγινε. Από κει και πέρα, τα επεισόδια του στόρι κύλησαν μονότροπα, χωρίς εκπλήξεις. Στην αρχή σε μια ατμόσφαιρα υποθερμίας και σταδιακά σε μια ατμόσφαιρα μελοδραματικού παροξυσμού. Η σκηνοθεσία δεν βρήκε το σωστό εσωτερικό ρυθμό που να κρατάει τα δραματικά πρόσωπα σε μια δυναμική και εξελικτική σχέση. Και από τη στιγμή που δεν πείθουν τα πρόσωπα, δεν υπάρχει περίπτωση να πείσει η ιστορία.


Δεν αρκεί το φιλότιμο
Η Νανά Παπαγαβριήλ στο δυσκολότατο ρόλο της Λώρα πολέμησε με νύχια και με δόντια. Πίστεψε σε αυτό που έκανε και το έκανε κυτταρικά, όμως για λάθος λόγους. Η Λώρα σίγουρα δεν είναι ευτυχισμένη. Πονάει, όμως δεν προκαλεί τον οίκτο μας. Ο πόνος δεν τη "μικραίνει" στα μάτια μας, δεν την κάνει να φαντάζει ασήμαντο πλάσμα. Η Παπαγαβριήλ, όπως σκηνοθετήθηκε, οδηγήθηκε σε μια μονόχορδη σκηνική ερμηνεία που έκανε το ρόλο να φαίνεται υπερβολικά εύθραυστος και εντέλει καθόλου πειστικός. Ο ρόλος απαιτεί περίπου την ίδια προσέγγιση όπως και εκείνος της Μπλανς. Είναι ένας ρόλος διπλά κωδικοποιημένος που έχει ανάγκη της μπρεχτικές σφήνες ώστε να φαίνεται ότι η Λώρα έχει συνείδηση αυτής της διττότητας. Άλλωστε, εκείνο που μας συναρπάζει με τα πλάσματα του Γουίλιαμς είναι η ατέρμονη ακροβασία τους. Δεν είναι ποτέ σε μια μεριά, μόνιμα σταθμευμένα κάπου. Βρίσκονται παντού και πουθενά, «γραφείς» και "διαγραφείς" της ζωής τους. Πρόσωπα και προσωπεία σε μια επικίνδυνη συντέλεση. Γι' αυτό και δεν τιθασεύονται εύκολα, δεν ακινητοποιούνται, γιατί μόλις ακινητοποιηθούν "πεθαίνουν", κυριολεκτικά ή συμβολικά. Φοβάμαι πως η Παπαγαβριήλ έπαιξε («υπερέπαιξε», για να ακριβολογούμε) μια υπαρκτή μεν διάσταση στην ιδιοσυγκρασία της Λώρα, που είναι η μελοδραματική, όμως δεν είναι η ουσιαστική της διάσταση. Και εκεί έχασε το παιχνίδι και βεβαίως την ειλικρινή μας συμπάθεια για τα σκηνικά της παθήματα.


Ακόμη πιο μπρεχτικός είναι ο ρόλος του Τομ, το alter ego του συγγραφέα, ρόλος σχεδόν φευγάτος, παρών και απών, όμοιος και διαφορετικός ταυτόχρονα· ένας ρόλος που θέλει κάτι παραπάνω από καλή προσπάθεια για να πείσει. Η ερμηνεία του νεαρού Πρόδρομου Τσινικόρη έδειξε ότι είναι ακόμη ανέτοιμος να αναμετρηθεί μαζί του. Βρήκα διεκπεραιωτικό τον «θεατρίνο» Τζιμ του Κυριάκου Δανιηλίδη. Η παρουσία του στο σπίτι της Λώρα δεν μας έβαλε σε κάποιο ιδιαίτερο κλίμα.  Δεν είδαμε το «παιχνίδι» του, τις ανασφάλειες και τα απωθημένα του. Ήρθε, είδε και έφυγε χωρίς να αφήσει τίποτα πίσω του. Η Μένη Κυριάκογλου, ως Αμάντα, έπαιξε πολύ μαζεμένα, σχεδόν νωθρά, σε ένα περιβάλλον έξω από τα (υποκριτικά) νερά της. Ο ρόλος ζητούσε καρατερίστα άλλου βάρους και άλλου σκηνικού κώδικα, σε θέση να βγάλει από την Αμάντα το θέατρο που κουβαλά στην ψυχή της. Από την ομάδα της Πειραματικής η Σταμούλη, ας πούμε, θα ήταν πολύ καλύτερη διανομή.

Τα σκηνικά της Λίλας Καρακώστα έλυναν προβλήματα κυκλοφορίας των υποκριτικών όγκων, δεν πρόσθεταν όμως σημασίες. Η μετάφραση του  Ε. Μπελιέ.
Περ. Αυλαία
Ιανουάριος 2008