Όλα για την πλάκα και το ταμείο… «Σουλεϊμάρκ» του Μάρκου Σεφερλή στο Ράδιο Σίτυ



Πολλοί λένε πως στο θέατρο δεν μπορείς να τα έχεις και τα δύο: και μεγάλη επιτυχία στο ταμείο και σοβαρές ιδέες στο έργο. Το ένα ακυρώνει το άλλο. Όσο πιο μεγάλο είναι το κοινό, τόσο πιο μικρές είναι και οι ιδέες που του διοχετεύεις. Εν μέρει ευσταθεί αυτό. Από την άλλη, ωστόσο, μπαίνει στη μέση και το ερώτημα: Τελικά για ποιον είναι το θέατρο;
Για τους πολλούς; Για τους λίγους; Κι αν, ως δημόσια τέχνη, είναι για τους πολλούς (που περίπου διαμορφώνουν και την έννοια του κοινού γούστου), πώς γίνεται και την ιστορία του είδους τη γράφουν οι παραστάσεις που απευθύνονται στους λίγους (βλ. τα έργα του Πίντερ, του Ζενέ, του Μπέκετ κ.λπ);
Υψηλό και λαϊκό
Απαντήσεις δεν έχω. Εκείνο που ξέρω είναι ότι η έννοια της ποιότητας αλλά και του εμπορικού αλλάζουν διαρκώς. Κάτι που παλιά θεωρούσαμε επίφοβης ποιότητας σήμερα μπορεί να είναι ο απόλυτος δείκτης της ποιότητας. Κάποτε ο κόσμος θεωρούσε τον Φλομπέρ πόρνο και βέβηλο. Σήμερα το διδάσκουν ακόμη και οι θεολογικές σχολές, που λέει ο λόγος. Κάποτε ο Νταλί ήταν ένας παλαβός εκκεντρικός. Σήμερα, αν μπορούσαν όλοι ν’ αγοράσουν ένα πίνακά του θα το έκαναν. Και το υποθετικό ερώτημα: αν το έκαναν, θα τον κατέβαζε από το πάνθεον των ποιοτικά σπουδαίων (αφού πλέον θα ήταν περιουσιακό στοιχείο των πολλών); Με τον Μπομπ Γουίλσον το ίδιο. Ενώ ανήκει στην ποιοτική πρωτοπορία πουλάει στους πολλούς (βασική αντίφαση, αφού η έννοια της πρωτοπορίας υποτίθεται ακυρώνει την ευρεία αποδοχή). Ομοίως και η Μνουσκίν, ο Όστερμάγιερ, ο Πουρκαρέτε, ο Καστελούτσι κ.λπ.
Πού θέλω να καταλήξω; Σήμερα οι σχέσεις ποιότητας (ή/και πρωτοπορίας) και εμπορικότητας έχουν απενοχοποιηθεί εντελώς. Πολύ εύκολα γίνεται η μετακίνηση από τα αλώνια στα σαλόνια, όπως και πολύ εύκολα κάνουμε επανάσταση στη σκηνή με χρήματα του κρατικού προϋπολογισμού (ή κάποιας τράπεζας). Οι διαχωριστικές γραμμές μεταξύ υψηλού και λαϊκού ανήκουν στην ιστορία.


Το θέμα, ωστόσο, είναι να ξέρει κανείς πώς να διαχειριστεί αυτή τη ρευστότητα, γιατί πολύ εύκολα μπορεί να πέσει στην ευτέλεια και την απαξίωση. Αρκεί μια ματιά στις καλοκαιρινές αριστοφανικές παραστάσεις για να μας πείσει Και το επικίνδυνο, σε τέτοιες περιπτώσεις είναι ότι συμπαρασύρεις και το κοινό, το οποίο, όντας απροστάτευτο, περίπου μαθαίνει από σένα τι εστί ποιότητα και τι όχι.
Λαϊκό προσκήνυμα
Και για να φτάσω στο προκείμενο, στο Μάρκο Σεφερλή που για είκοσι τόσες μέρες προκάλεσε κυκλοφοριακό στη Βασιλίσσης Όλγας και Παρασκευοπούλου. Τέτοια κοσμοσυρροή στο «Ράδιο Σίτυ» είχα να δω (και πάλι όχι τόσο μεγάλη) από τον «Μπακαλόγατο» με τον Φιλιππίδη. Ήταν οι πάντες εκεί. Από παιδάκια νηπιαγωγείου μέχρι γερόντια σε αναπηρικό καροτσάκι. Ουρές στα εκδοτήρια από το πρωί. Ούτε στις εκλογές δεν βλέπεις τόσο κόσμο πρωινιάτικα. Ορίστε, λοιπόν, ποιο είναι το μέσο, το απόλυτα αντιπροσωπευτικό θεατρόφιλο κοινό. Και σίγουρα δεν μπορεί να είναι σύμπτωμα της κρίσης. Κάτι άλλο συμβαίνει.
Περί Σεφερλή
Μολονότι έχω ξαναδεί δουλειές του Σεφερλή και περίπου ήξερα τι με περιμένει, πήγα με καλή διάθεση να δω και το “Σουλεϊμάρκ”. Η ίδια εικόνα. Είδα έναν ευφυή λαϊκό μίμο, ένα χαρισματικό ζογκλέρ του γέλιου και της παρένδυσης, ετοιμόλογο και επικοινωνιακά ετοιμοπόλεμο, έναν ακούραστο κωμικό να παίζει διαρκώς με και για το κοινό, να του κλείνει το μάτι, να το παγιδεύει στα δίκτυά του, να το παίρνει μαζί του και να γίνεται ο πλακατζής και ο καλαμπουρτζής της παρέας, εκτοξεύοντας δεξιά και αριστερά σαχλαμάρες, μπούρδες και  ξεθωριασμένα αστειάκια γυμνασιακού επιπέδου που όμως έβγαζαν γέλιο, τόσο γέλιο που όποια κριτική και ν’ ασκήσει κάποιος δεν θα το κάνει λιγότερο. Ούτε το άθλιο σκηνικό, ούτε τα ακόμη πιο άθλια χορευτικά, ούτε η ανύπαρκτη υποκριτική (πλην Σεφερλή), αλλά κυρίως ούτε και το πρωτόλειο χιούμορ, οι κουραδολογίες και η λαϊκή δηθενιά θα μπορούσαν να κάνουν τη διαφορά. Τα χάχανα και η λαϊκή αποδοχή είχαν την τιμητική τους.
Δεν το παίζω σνομπ. Αντιλαμβάνομαι την ανάγκη του κοινού να περάσει καλά. Αλλά όχι κι έτσι. Το να σχολιάσεις τη φαλάκρα κάποιου θεατή ή τα κιλά του (πάγια τακτική του καλλιτέχνη) το θεωρώ και κακόγουστο και άδικο, κυρίως όταν έχεις το πάνω χέρι.  Όπως και όλη αυτή η μανία με την παρενδυσία. Έλεος, πια! Κάπου πρέπει η επιθεώρηση να ανανεωθεί και να κοιτάξει να επαναπροσδιορίσει τους στόχους της και την αισθητική της, σε έναν κόσμο πολύ διαφορετικό και περιπλεγμένο.


Ευρώ του τίποτα
Πραγματικά, δεν κατάλαβα γιατί χρειάστηκε τόσες ώρες ο Σεφερλής για να μας πει το απόλυτο τίποτα. Δεν κατάλαβα πού στόχευε αυτός ο ασύνδετος αχταρμάς από σαχλαμάρες και γελαστικά κλισέ. Του αναγνωρίζω ότι είναι ειλικρινής σ’ αυτό που κάνει. Είναι αυτός που είναι κι όποιος γουστάρει. Δημοκρατία έχουμε και έχει κάθε δικαίωμα να πιστεύει πως έτσι προσφέρει πολύτιμες υπηρεσίες στον πολιτισμό και βοηθά στην αναβάθμισή του, και μάλιστα σε εποχή κρίσης. Άλλωστε, μ’ ένα εισιτήριο μόλις της τάξης των …. είκοσι περίπου ευρώ (επί πεντακόσια στη Θεσσαλονίκη και χίλια τόσα στο Δελφινάριο, ανά παράσταση), αυτό δεν κάνει; Τέχνη για τους πολλούς…


Σίγουρα έπιασε το νόημα. Εξού και η θλίψη και η ανησυχία που προκαλεί, σε μένα τουλάχιστον, αυτό το μαζικό γέλιο στις παραστάσεις του. Θα ήταν ευτύχημα εάν ήταν γέλιο αναγνώρισης. Μα ακόμη πιο ευτύχημα θα ήταν εάν διοχέτευε το ταλέντο του σε κάτι πιο ποιοτικό και λιγότερο “ταμειακό”.
Αγγελιοφόρος της Κυριακής

17/11/2013