Παρεξηγημένος Ίψεν




Mε αφορμή την υπέροχη παράσταση της ιψενικής «Νόρας», που είδαμε στα 48α Δημήτρια, από τη φλαμανδική ομάδα tgSTAN, θα ήθελα να επισημάνω το εξής παράδοξο. Ενώ ο Ίψεν θεωρείται ένας από τους «μοντέρνους κλασικούς», δεν υπάρχει και το ανάλογο επιστημονικό ενδιαφέρον για τη δουλειά του μέσα στους ακαδημαϊκούς κύκλους, τουλάχιστο  των περισσοτέρων δυτικών χωρών (Αγγλία και Αμερική, κυρίως).
Ήδη από το 1945 ο Αντόρνο είχε επισημάνει την αποστασιοποίηση των ειδικών από το έργο του. Το ίδιο και ο πολύς Άουερμπαχ στο περίφημο βιβλίο του Μίμηση (1946). Αλλά και ανάμεσα στους νέους θεατρολόγους, το ιψενικό έργο πιο πολύ αντιμετωπίζεται σαν ιστορικό μνημείο, παρά ως ζωντανή τέχνη.

Ιδού το παράδοξο, λοιπόν: από τη μια δεχόμαστε τον Ίψεν ως κλασικό (και ό,τι μπορεί να σημαίνει ο όρος) και ως σημαντική φωνή στην εξέλιξη του μοντερνισμού και, από την άλλη, τον ίδιο δεν τον θεωρούμε μοντερνιστή. Ξεπερασμένο τον ανεβάζουμε, βαρετό τον κατεβάζουμε, και όμως δεν περνά θεατρική σεζόν που να μην φιλοξενήσει  κάποια από τα έργα του. Μόνο φέτος, έχουμε και λέμε:  «Πέερ Γκυντ», «Μικρός Έγιολφ», «Βρυκόλακες», «Νόρα», «Τζον Γαβριήλ Μπόρκμαν» και ο δημοφιλέστατος, όπως μας προέκυψε, «Εχθρός του λαού» –σε δύο εγχώριες παραγωγές, συν η παραγωγή της Σαουμπίνε (σε σκηνοθεσία Όστερμάγιερ) που είδαμε το καλοκαίρι στο πλαίσιο του  Φεστιβάλ Αθηνών. Τόσες παραγωγές σε εποχή κρίσης, κάτι σημαίνουν.
Μέρος αυτής της άδικης, εκτιμώ, μεταχείρισης οφείλεται σε δύο λόγους. Ο πρώτος έχει να κάνει με την κυριαρχία των νέων πολιτιστικών θεωριών, οι οποίες στήριξαν (και διέδωσαν) την άποψη ότι ο Ίψεν, πέρα από ξεπερασμένος αισθητικά, είναι και πολιτικά συντηρητικός, υπό την έννοια ότι ο ρεαλισμός του αντί να αποκαλύπτει πράγματα παραπλανεί τον αναγνώστη-θεατή, αποκρύπτοντας τις αληθινές (και στη βάση τους αφύσικες) σχέσεις των σημείων, όπως και τις σχέσεις σκηνικού κόσμου και πραγματικού. Από τη στιγμή που ο ρεαλισμός του κινείται σε μία ευθεία με την ιδεολογία, –αφού εξαρτάται από έναν αντικειμενικό κόσμο, ο οποίος είναι εγγυητής της γνώσης-- με τον τρόπο του, έστω και άθελά του, μας λένε οι θεωρητικοί, ενισχύει την τάξη του κόσμου ως έχει.
Ο δεύτερος λόγος έχει να κάνει με τις, κατά κανόνα, σκουριασμένες και προβλέψιμες σκηνικές αναγνώσεις των έργων του. Πολύ σπάνια βλέπουμε κάτι φρέσκο και ενδιαφέρον. Η σκόνη είναι παντού. Ξεπερασμένοι υποκριτικοί κώδικες, αδιάφορες σκηνογραφικές λύσεις, ξύλινες μεταφράσεις. Κι αν στέκομαι ειδικά στην παράσταση της «Νόρας» από την ομάδα tgSTAN, είναι γιατί έδειξε πως ο Ίψεν και λάμψη έχει και μοντερνικότητα, αρκεί να υπάρχει άποψη.


Ένας άλλος Ίψεν
Στο θέατρο Μελίνα Μερκούρη (στην Καλαμαριά) οι θεατρόφιλοι είχαν την τύχη να δουν να χτίζεται μπροστά στα μάτια τους ένα οικείο «κουκλόσπιτο», με τα πιο απλά σκηνικά αντικείμενα. Δυο τρεις καρέκλες και ένας καναπές όλο κι όλο. Και τέσσερις αεικίνητοι ηθοποιοί οι οποίοι, χωρίς  την εξουσία του σκηνοθέτη-δυνάστη, έκαναν (όπως πάντα) τα πάντα μόνοι τους: συνυπέγραψαν τη δραματουργία, σκηνοθέτησαν από κοινού και άφησαν ν περιθώρια για αυτοσχεδιασμό, με βάση πάντοτε το κείμενο. Για επτά εβδομάδες γύρω από το τραπέζι παίδεψαν τη «Νόρα» και παιδεύτηκαν. Έτσι μας είπαν. Και την όγδοη την «πέταξαν», σηκώθηκαν και έκαναν κατευθείαν την παράσταση που είδαμε: ένα μεταδραματικό επικοινωνιακό θαύμα (όσοι είδαν τις «Αντιγόνες» στη «Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών» έχουν καθαρή την εικόνα).
 Ούτε ενσάρκωση ρόλων ούτε υπερβατική ερμηνεία ούτε εσωτερικότητα. Σαν καλοί ραψωδοί-παραμυθάδες, ζωντάνεψαν το οικογενειακό δράμα του Ίψεν με τα πιο άμεσα και απλά αφηγηματικά μέσα, με αποτέλεσμα, εμείς, ως θεατές, πιο πολύ να προσέχουμε τον τρόπο που στέκονταν απέναντι στους ρόλους τους παρά τους ίδιους τους ρόλους. Αυτή η μετακίνηση της οπτικής από το δράμα στο μεταδραματικό, ξαφνικά έκανε το σκηνικό κόσμο να φαντάζει  απόλυτα οικείος.
Η κοινότοπη ιστορία της «Νόρας», με τους περίτεχνους και σαγηνευτικούς αφηγηματικούς ελιγμούς των τεσσάρων ηθοποιών, ντύθηκε τα ιμάτια ιστορίας μυστηρίου και άλωσε την πλατεία, με προεξάρχουσα τη Wine Dierickx,  μια Νόρα-παιδί, που άλλοτε χορεύει ανέμελα για τη ζωή και άλλοτε για τον άντρα της (είναι η πιο πολύτιμη κούκλα του). Η πίστη της στην αγάπη είναι τόσο αφελής, που μόνο μια μεγάλη απειλή θα την κάνει ν’ αλλάξει γνώμη. Μέσα σε λίγες ώρες πρέπει να ωριμάσει, να αποφασίσει τι θέλει να κάνει. Και είναι συναρπαστικό να βλέπουμε, ως θεατές, πώς αυτό το κορίτσι, το γεμάτο ψευδαισθήσεις, ξυπνά.


Ο Frank Vercruyssen ζωντάνεψε έναν ειλικρινή και προστατευτικό Τόρβαλντ, που σέβεται απόλυτα τις συμβάσεις και τους κανόνες της εποχής του. Η έκρηξή του, όταν μαθαίνει ότι η Νόρα πλαστογράφησε την υπογραφή του, ήταν εξίσου έντονη όσο και η αποχώρηση της Νόρας.
Αλλά και οι άλλοι δύο ηθοποιοί, η Jolente de Keersmaeker και ο Tiago Rodrigues εμβολίασαν την παράσταση με σπουδαίες ερμηνείες, απόλυτα ενταγμένες στην επιτελεστική ατμόσφαιρα της σκηνής. Ιδίως η Keersmaeker (ως Λίντε), με το έντονα σωματικό της παίξιμο, ήταν η απόλυτη αντίθεση στην (χορευτική) ελαφρότητα της Νόρας.


Συμπέρασμα: Όπως με κάθε κλασικό κείμενο, έτσι κι εδώ, το πώς και αν θα λειτουργήσει εξαρτάται άμεσα από την άποψη αυτού που αναλαμβάνει το ρίσκο. Και  η μεταδραματική προσέγγιση των Φλαμανδών καλλιτεχνών έπεισε, γιατί μπόρεσε να δώσει στο έργο μια επιτελεστική δυναμική που έκανε ακόμη και ένα τόσο κοινότοπο, για τα σημερινά δεδομένα, θέμα, όπως ο χωρισμός, όχι μόνο να αποκτήσει  σκηνικό ενδιαφέρον, αλλά και να λειτουργήσει σαν μια αυστηρή κριτική της ηθικής της κοινωνικής υποκρισίας και του καταναλωτισμού.
Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία
17/11/2013




Share:

Translate

ΣΑΒΒΑΣ ΠΑΤΣΑΛΙΔΗΣ / Savas Patsalidis

ΣΑΒΒΑΣ ΠΑΤΣΑΛΙΔΗΣ / Savas Patsalidis

CURRICULUM VITAE / ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Critical Stages

Critical Stages
The IATC web journal

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΟΣ

ARTICLES IN ENGLISH

Περιεχόμενα

Follow by Email

Αρχειοθήκη ιστολογίου