Αναζητώντας στα τυφλά: Ένας κύκλωπας-τουρλού στο Θέατρο Δάσους

 




Με τον “Κύκλωπα» του Εθνικού Θεάτρου (Θέατρο Δάσους) έκλεισε οριστικά και η φετινή καλοκαιρινή σεζόν. Πρόκειται για το μοναδικό σωζόμενο στην ολότητά του σατυρικό δράμα του Ευριπίδη. Γράφτηκε ανάμεσα στο 410 και 415 π.Χ, αλλά δεν γνωρίζουμε σε ποια τετραλογία ανήκει. Το συγκεκριμένο είδος γραφής  το εγκαινίασε ο Πρατίνας και πήρε την ονομασία του από τους Σατύρους, μέλη του Χορού, τους οποίους οδηγούσε ο Σιληνός, και των οποίων η ωμότητα και γενικά η σωματική συμπεριφορά τούς προσέδιδαν κάτι το ιδιαίτερο. Γενικότερος στόχος των σατυρικών έργων ήταν η επαναφορά στην ατμόσφαιρα των δραματικών αγώνων κάτι από το πνεύμα της διονυσιακής λατρείας.

Το έργο
Η δράση εκτυλίσσεται στην χώρα των Κυκλώπων, εκεί όπου ζει ο Πολύφημος, παρέα με το Σιληνό (που είναι ο οικονόμος του) και τους Σατύρους (που είναι οι βοσκοί του). Η ζωή  κυλάει φυσιολογικά μέχρι που εμφανίζεται ο Οδυσσέας με τους συντρόφους του, οπότε όλα αλλάζουν. Ο Σιληνός, ενώ στην αρχή καλωσορίζει τους ξένους θερμά, στην πορεία λέει ότι τον έδειραν, οπότε ο Κύκλωπας, θέλοντας να τους τιμωρήσει, τους οδηγεί στη σπηλιά του, καταβροχθίζει δυο από αυτούς και ετοιμάζεται για το μεγάλο φαγοπότι. Και εκεί μπαίνει σε λειτουργία η μπαμπέσικη μηχανή του Οδυσσέα, ο οποίος παγιδεύει τον Κύκλωπα σ’ ένα «μπαχτινικό» καρναβάλι όπου, με τη βοήθεια γλυκόπιοτου κρασιού, φέρνει τον άμαθο στα οινοπνευματώδη Κύκλωπα σε κατάσταση ευθυμίας, και κατόπιν τον τυφλώνει.
Στη σκηνή αυτή ο Ευριπίδης παίζει έξοχα το παιχνίδι ανάμεσα στα φαινόμενα που απατούν και την πραγματικότητα που τιμωρεί, ανάμεσα στη φαινομενικά λογική επιχειρηματολογία του Οδυσσέα και την ηδονική φλυαρία του απαίδευτου Κύκλωπα. Στην πορεία το ένστικτο υποχωρεί μπροστά στην επέλαση της λογικής, όπως η βαρβαρότητα και ο πρωτογονισμός υποχωρούν μπροστά στην επέλαση της πόλης και της λογικής της ή, θα έλεγα καλύτερα, στη λογική ενός απατεωνίσκου που ξέρει, όσο κανένας άλλος, τη δύναμη της λέξης. Ο Οδυσσέας δεν είναι ικανός ρήτορας. Δεν έχει ευφράδεια ή λυρικότητα, έχει όμως επίγνωση του τι εστί λόγος ως επικοινωνιακό όπλο. Ας μην ξεχνάμε ότι είναι ένας δοκιμασμένος ταξιδιώτης. Η πείρα τού έμαθε να αποφεύγει τη μετωπική σύγκρουση και να αναζητεί πιο πλάγιους και πονηρούς τρόπους για να πετύχει, όπως στην περίπτωση του Κύκλωπα, όπου η μέθη αποδεικνύεται η απόλυτη λύση. 

Αμήχανη σκηνοθεσία
Ο Βασίλης Παπαβασιλείου, που κλήθηκε να το σκηνοθετήσει, είδε ότι μια αναβίωση του κόσμου των Σατύρων δεν θα ήταν τίποτε παραπάνω από μια γραφικότητα που θα βραχυκύκλωνε τα πάντα. Έπρεπε να βρεθούν γέφυρες και αναλογίες, ώστε ο θεατής να νιώσει τα δρώμενα πιο δικά του. Και τις αναζήτησε στην τεχνική του θεάτρου εν θεάτρω. Μόνο που οι λύσεις που φαντάστηκε κάθε άλλο παρά ευφυείς και ευφρόσυνες ήταν. Τόσο πολλά κλισέ και τόσες ευκολίες δεν περίμενα από έναν καλλιτέχνη του δικού του βεληνεκούς, έναν καλλιτέχνη που μόλις λίγους μήνες πριν μας είχε καταπλήξει με τον «Κουτρούλη» στο Εθνικό. Για παράδειγμα, εκτιμώντας ότι η έκταση του πρωτότυπου έργου (που, ας μη γελιόμαστε, δεν είναι και ό,τι καλύτερο έγραψε ο Ευριπίδης) δεν είναι αρκετή, σκαρφίστηκε έναν πρωταγωνιστή ονόματι Οδυσσέα, γιο ενός παλαιοβιβλιοπώλη, του Μπερμπάντη, που εμφανίζεται να σέρνει, σαν σύγχρονος ταξιδιώτης (με τα γυαλιά ρέιμπαν να ξεχωρίζουν), μια τροχήλατη βαλίτσα και να κρατά ανά χείρας ένα σπάνιο αντίγραφο του σατυρικού έργου. Μαζί του εμφανίζεται και μια κουστωδία από μπουμπούκια της ελληνικής ζωής, κάπηλοι, σφετεριστές, γιαλαντζί ιδεολόγοι, παλιατζήδες, και αεριτζήδες, στους οποίους προτείνει να παίξουν το έργο πριν εκποιηθεί.  Κι εδώ τελειώνει (με τη συνεργασία του Σωτήρη Χαβιαρά) η αναποτελεσματική, όπως τελικά αποδεικνύεται, προσθήκη, και συνεχίζει το ευριπίδειο κείμενο με τον αρχαίο Οδυσσέα, ντυμένο αλά Τζάκ Σπάρροου από τους «Πειρατές της Καραϊβικής», να επιστρέφει στη σκηνή για να διευθύνει το πάρτι της μαλαγανιάς και της εξαπάτησης, την ίδια στιγμή που οι φωνές του όχλου, άλλοτε επευφημούν και άλλοτε λοιδορούν, ανάλογα με το τι συμφέρει.
Ο Παπαβασιλείου είδε το έργο σαν μια μορφή ταξιδιού στα έγκατα της ελληνικότητας, ένα είδος εξόρυξης, με πρωταγωνιστές συμβολικές και μυθικές φιγούρες που, με τον τρόπο τους, συνόδευσαν όλους μας (και το έθνος μαζί) στην ενηλικίωση (και στα πολλά μνημόνια). Εξ ου και οι μεγάλοι φακοί (σε στυλ ανθρακωρύχων) στο μέτωπό τους, και τα απομεινάρια από μηχανές στο σκηνικό που δημιουργούσαν την αίσθηση του περάσματος από τη μια αρχαιολογική τρύπα στην άλλη, από τη μια αφήγηση στην άλλη, από το ένα προσωπείο στο άλλο. 

Συντελεστές
Τα ευρήματα πολλά και ανάκατα, το κυριότερο όμως, πολλά και εύκολα, σχεδόν του συρμού. Για παράδειγμα, τι τουρλού εμφάνιση (διά χειρός Μαρί Νοέλ Σεμέ) ήταν εκείνη του Δημήτρη Πιατά; Πού στόχευε; Γιατί τόσες ευκολίες μαζεμένες; Ή τι να πω για τον χαρισματικό Νίκο Χατζόπουλο; Πόσες φορές να γελάσεις με τον εκφυλισμένο γέροντα με τα λαγουδένια αυτάκια (λέγε με Χέφνερ) που υποδύεται; Και ο Νίκος Καραθάνος, αναμφίβολα ένας σπουδαίος ηθοποιός, πόσο να σηκώσει το βάρος μιας παράστασης χωρίς κέντρο βάρους; Όσο για το Χορό, μπορεί να είχε καλούς επαγγελματίες, αλλά τι να τους κάνεις όταν οι λύσεις δεν είναι καλές; 

Συμπέρασμα: μια παράσταση που κινήθηκε ...στα τυφλά, χάνοντας στην πορεία το θεατή και πρωτίστως τον Κύκλωπα.
Αγγελιοφόρος της Κυριακής
29/09/2013