Γιορτή για τη ζωή: «Κάτω από το γαλατόδασος» στο Όρα

 

Αν περιμένετε ν’ ακούσετε κάποια ιστορία με αρχή και τέλος, μάλλον θα απογοητευτείτε. Γιατί στο «Κάτω από το γαλατόδασος», το ποιητικό δράμα του Ντύλαν Τόμας (1953), τίποτα δεν συμβαίνει. Ή μάλλον, αυτά που συμβαίνουν είναι τα μικρά και καθημερινά απλοϊκών ανθρώπων,
της κυρίας Όγκμορ, ιδιοκτήτριας πανσιόν, που διαρκώς γκρινιάζει στους δυο συζύγους της (έχουν πεθάνει), του Καπετάν Γάτο που ξαναζεί τις θαλασσινές του περιπέτειες, των δύο κυρίων Ψωμά, του Όργκαν Μόργκαν. Εβδομήντα τόσα άτομα μπαινοβγαίνουν στο κάδρο της φαντασίας του ποιητή για να καταθέσουν σκέψεις και επιθυμίες. Πουθενά πλοκή, κάποια συνέχεια, κορύφωση ή σύγκρουση. Μόνο θραύσματα λέξεων. Φωνές. Ένα γλωσσολάγνο σύμπαν τόσο πλούσιο που δεν ξέρεις τι να πρωτοθαυμάσεις.  Για κάποιον που θα ήθελε να χαρεί τη γοητεία της ποιητικής λέξης στα αγγλικά, σίγουρα ο Τόμας ενδείκνυται. Ο κόσμος που φτιάχνει είναι μοναδικός. Κόσμος τρελός, μεθυσμένος (κυριολεκτικά) από το άρωμα της ζωής. Μια καντάδα, μια ελεγεία για τον έρωτα και την ανθρώπινη αθωότητα, που θυμίζει έντονα τη «Μικρή μας πόλη» του Θ. Γουάιλντερ.
Δοξολογία του «ζην»
Ο Τόμας, ο αθεράπευτος πότης, ο Μπουκόφσκι της Ουαλίας, κοιτά με απίστευτη τρυφερότητα όλα αυτά τα πλάσματα που βολοδέρνουν στο χωριό Χλαρέγκιμπ. Λες και είναι φιλαράκια του. Και από μια άποψη είναι. Η ζωή τους, τα ανεκπλήρωτα όνειρά τους. οι έρωτες, οι χωρισμοί τους. Η φαντασία του εισχωρεί και στις πιο μύχιες σκέψεις τους και τις βγάζει στο φως. Και τότε το συνηθισμένο γίνεται ασυνήθιστο, το καθημερινό αιώνιο, το προσωπικό πανανθρώπινο, το παράδοξο οικείο. Και φτου από την αρχή. Πέφτει πάλι το σκοτάδι και οι φωνές των νεκρών πιέζουν ακόμη πιο πολύ τους ζωντανούς. “Να με θυμάσαι”, λέει η Ρόζι στον Καπετάνιο. “Πηγαίνω στο σκοτάδι του σκότους για πάντα”. Η ησυχία και η ηχώ της αιώνιας νύχτας, από όπου έρχονται οι φωνές. Εκεί όπου κι εμείς θα καταλήξουμε, θα ξεκουραστούμε, θα ονειρευτούμε. Υπάρχει μια απέραντη γαλήνη και αταραξία σε σχέση με το σκοτάδι, το τέλος. Κανείς δεν το φοβάται. Έχουν συμφιλιωθεί.
Ο Τόμας απλώνει τους στίχους του και τους μετατρέπει σε υπέροχα κύματα που σκάνε στις ακτές της φαντασίας του καθενός από μας. Και ο καθένας επιλέγει ό,τι του αρέσει. Και μιας και το ‘φερε η κουβέντα, ορίστε κάνα δυο φράσεις που πάντοτε μου άρεσαν σε αυτό το ποίημα –χωρίς την πολύ όμορφη μετάφραση της Κ. Αγγελικής Ρουκ στα χέρια μου (που φώτισε έξοχα τις διόδους προς το πρωτότυπο), καταφεύγω στα αγγλικά για να πάρετε μια μικρή γεύση: "Nothing grows in our garden, only washing" και "Oh, isn't life a terrible thing, thank God?". Χιούμορ μαζί με ένα μεγάλο ναι στη ζωή. 


Η παράσταση
Σε αντίθεση με τη συνήθη πρακτική να δίνεται σε δύο ηθοποιούς η Α΄και Β΄ αφηγηματική φωνή, ο Δαμιανός Κωνσταντινίδης, σκηνοθέτης με άποψη και ποιοτική συνέπεια, ρίσκαρε, μοιράζοντάς τη σε όλους τους συνεργάτες του (έμπειρους και άπειρους), θέλοντας έτσι να τους εμπλέξει πιο άμεσα ως συλλογικό σώμα. Επιλογή με πολλές παγίδες που υποστήριξε ωστόσο με θέρμη, ωθώντας την παράσταση προς μια λαϊκή γιορτή, σχεδόν σουρεάλ, κάτι ανάμεσα στη σωματική (μεταδραματική) περφόρμανς και το μπαχτινικό καρναβάλι. Κινήθηκε επάνω στα διάφορα αφηγηματικά επίπεδα, παρακολουθώντας τα ισότιμα, ώστε να μπορεί να εποικοδομεί κάθε φορά το επόμενο ζητούμενο του ενός, πάνω στο αρτιγέννητο δεδομένο του άλλου. Το αποτέλεσμα ήταν, σε γενικές γραμμές, ζωηρό και ζουμερό, ωστόσο εμφάνιζε κατά τόπους μια χαλαρότητα, που εκτιμώ πως θα τη θεράπευε (πυκνώνοντάς την) μια πιο εστασμένη σκηνοθεσία του λόγου ως περφόρμανς. Η λέξη έδινε την εντύπωση πως είχε πιο πολύ το ρόλο «τροχονόμου» σωμάτων και δράσεων παρά ρυθμιστή, ταξιδευτή. Νομίζω πως εάν έμπαινε σε ρόλο πιο επιτελεστικό, θα μπόλιαζε την παράσταση με περισσότερη μαγεία, μια μαγεία που εύκολα θα μπορούσε να ενισχύσει (εννοώ φωτιστικά) το σκοτάδι. Το λέω αυτό γιατί στο πρωτότυπο η λέξη «darkness» είναι ιδιαίτερα φορτισμένη, όχι όμως δαιμονοποιημένη. Ο ποιητής είναι σαν να λέει πως όλοι χρωστάμε κι ένα θάνατο. Και αποδεχόμενος αυτό, προχωρεί και βγάζει μέσα από το σκοτάδι τη χαρά της ζωής.
Υπ’ αυτήν την έννοια, λοιπόν, αισθάνομαι, ως θεατής μιλώ πάντα, πως λίγο σκοτάδι (κάποιες στιγμές ίσως και απόλυτο σκοτάδι) θα ταίριαζε γάντι, καθώς θα ενίσχυε την ατμοσφαιρικότητα και την υπαινικτικότητά των δρωμένων και θα άφηνε μόνο το φως των λέξεων να λάμψει, φωτίζοντας με την ενέργειά του τη φαντασία μας στη μικρή πλατεία του «Όρα».Αναφέρομαι, όπως καταλαβαίνετε, σ’ ένα θέατρο των αφτιών. Ένα θέατρο που θα επέβαλλε και ορισμένους πιο χαμηλούς τόνους, κάποιες ανάσες στοχαστικής ηρεμίας, που να συνάδουν με την ηρεμία των έρημων δρόμων στην πόλη Νew Quay, εκεί όπου εμπνεύστηκε ο Τόμας και άρχισε να γράφει το ποίημα το 1944. 


Ερμηνείες
Όσο για τους οκτώ νέους ηθοποιούς (Κλάδη, Μαστρογιαννίδης, Μιροσνιτσέμκο, Παλιαδέλης, Παπαδόπουλος, Παπαθανασίου, Ροϊλός, Τζέγκα) που κλήθηκαν να ζωντανέψουν το ποιητικό πανδαιμόνιο του ποιητή (με τις εβδομήντα τόσες φωνές) έπαιξαν με κέφι, επέδειξαν επιτελεστικό και μεταμορφωτικό αισθητήριο, αν και σε κάποιες στιγμές, βρίσκοντας αβάντα το μπαχτινικό ύφος της περφόρμανς, καπέλωναν (πιο πολύ οι πιο άπειροι της παρέας) τα δρώμενα υπερβάλλοντας. Πέραν τούτου, όλοι κινήθηκαν μέσα στο πνεύμα της σκηνοθετημένης περφόρμανς, καταθέτοντας μεράκι και μπόλικο ιδρώτα.
Πολύ σωστά επέλεξε ν’ αφήσει γυμνό το σκηνικό χώρο ο Α. Αποστολίδης. Πώς ν’ απλωθεί διαφορετικά η καλπάζουσα φαντασία;
Αγγελιοφόρος της Κυριακής
15/12/2013