Ημιτελές «Σύσσημον»: Η ομάδα Χώρος στην ΕΜΣ



Μολονότι έχουμε πολλά και ικανά άτομα στο θέατρο, δεν έχουμε ακόμη αναπτύξει κάποια ολοκληρωμένη σκηνική αισθητική που να συνδυάζει με επιτυχία το εγχώριο και το ξένο. Συνήθως αυτό που ονομάζουμε ελληνική πρωτοπορία κάθε άλλο παρά ελληνική ή πρωτοπορία είναι. Κατά κανόνα είναι δάνεια από γερμανικές συνήθως δοκιμές, τα οποία ενσωματώνονται σε μια παράσταση άλλοτε με λιγότερη και άλλοτε με περισσότερη επιτυχία.
Κι εδώ είναι που ξεχωρίζουν άτομα όπως ο Δήμος Αβδελιώδης, ας πούμε, και ο Σίμος Κακάλας με τους συνεργάτες του από την ομάδα «Χώρος». Κάνουν εδώ και χρόνια έναν αγώνα για να διαμορφώσουν μια αισθητική αφενός δική τους και αφετέρου με διακριτό εθνικό στίγμα. Δεν βιάζονται ούτε  αποπροσανατολίζονται. Έχουν καλά εστιασμένες τις κεραίες τους, σε μια προσπάθεια να βρουν τα στοιχεία εκείνα που, κατά τη γνώμη τους, θα συνδυάζουν το παλιό με το νέο, το τοπικό και το εισαγόμενο. Αυτό εξηγεί και την αγάπη που τρέφουν για συγκεκριμένα είδη γραφής (Βιζυηνός, Παπαδιαμάντης, Καραγκιόζης, Χορτάτσης), που εκτιμούν ότι κουβαλούν μέσα τους αφετηρίες, ουσίες και καλό ελληνικό μέταλλο. Μπορεί να μην αποδίδει πάντα τα αναμενόμενα η προσπάθεια, ωστόσο και μόνον ως πρόθεση αξίζει, όπως τώρα με την παράσταση «Άσκηση: Σύσσημον» που είδαμε στην ΕΜΣ στο πλαίσιο των «Δημητρίων», σε σκηνοθεσία του Σίμου Κακάλα.
Το οδοιπορικό
Το ποίημα του Ν. Παναγιωτόπουλου, που είναι και η σπονδυλική στήλη του εγχειρήματος, μου θυμίζει τον αρχαιολόγο του Φουκώ που αναζητεί τρόπους να φτάσει στο σημείο όπου έγινε η ρήξη ανάμεσα στην αλήθεια και το ψέμα. Γι’ αυτό δεν είναι τυχαία η ένταξη και του «Οιδίποδα» στο τελικό κείμενο της παράστασης. Και αυτός αναζητεί την αλήθεια, τρόπους να τη διαχωρίσει από τη φαντασίωση. Και στον «Οιδίποδα» έχουμε μια ποιητική πραγματεία για το «μοναστήρι της γλώσσας». Μια αναζήτηση  στα όρια, πέρα από τα εσκαμμένα, εκεί όπου ένα κάτι ελάχιστο μπορεί να τα διαλύσει όλα. 


Άλλωστε, αυτή είναι και η λογική των ορίων. Κάθε υπέρβαση οδηγεί σε νέες οιδιπόδειες περιπέτειες, αλλά παράλληλα οδηγεί και στο εκτυφλωτικό φως. Είναι χαρακτηριστικά αυτά που γράφει ο Παναγιωτόπουλος: «Φίλε μου μην υψώνεις τη φωνή σου μπροστά στο ακαθόριστο/ μίλα σιγά/ γιατί βρίσκεσαι στο μυστικό κέντρο της πολιτείας της γλώσσας». Το γλωσσολάγνο σύμπαν του μας οδηγεί «από τη λαϊκή συνοικία της γλώσσας», «στο παλιό της κέντρο», εκεί όπου «το γενεαλογικό δέντρο της σχέσης του κόσμου σου με την αλήθεια είχε αποφασίσει να πεθάνει». Όπως για χρόνια ήταν πεθαμένο και στο μυαλό του Οιδίποδα, μέχρι που αποτολμά το κάθετο ταξίδι στο κέντρο των πραγμάτων.
Επιφυλάξεις
Ιδού, λοιπόν, το υλικό-πρόκληση που έβγαλε τον Κακάλα και την παρέα του ξανά στο δρόμο προς την Ιθάκη (της γλώσσας, της ελληνικότητας, της αλήθειας). Έχοντας δει όλες τις δουλειές του, μάλιστα κάποιες δυο και τρεις φορές, πρέπει να πω γι’ αυτήν ότι έχω τις περισσότερες επιφυλάξεις. Μου φάνηκε ότι δεν ήταν έτοιμη ακόμη. Την εισέπραξα πιο πολύ σαν μια πρώτη άσκηση (όπως ακριβώς λέει και ο τίτλος). Σίγουρα δεν ήταν ούτε fastfood ούτε προκάτ ούτε φασόν ούτε πρεταπορτέ. Ήταν ένα ιδιαίτερο εγχείρημα με υψηλό βαθμό δυσκολίας. Ένα εγχείρημα που σ’ αναγκάζει, ως θεατή, να πάς και λίγο παρακάτω, να κουραστείς για να καταλάβεις. Και αυτό το εκτιμώ. Έχουμε ανάγκη το δύσκολο και το δύσβατο, γιατί μόνο τότε μαθαίνουμε. 


Από την άλλη, υποκύπτοντας στον πειρασμό να το παίξω και λίγο σκηνοθέτης (που δεν είμαι), πιστεύω πως μια τέτοια παράσταση δεν ανεβαίνει σε τόσο μεγάλους χώρους, τύπου Επίδαυρος ή ΕΜΣ. Εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα οδοιπορικό, μια οδύσσεια στο άβατο του ανθρώπινου ψυχισμού αλλά και του έθνους και πιστεύω πως για να έχει αίσιο τέλος η δοκιμασία αυτή απαιτείται να είμαστε κι εμείς παρόντες κι όχι απλά παθητικοί και εκ του μακρόθεν αποδέκτες. Υπ’ αυτήν την έννοια, λοιπον, επιβάλλεται ο μικρός χώρος αλλά και ο επαναπροσδιορισμός των σχέσεων σκηνής/πλατείας.
Σκηνοθέτης και συντελεστές
Σίγουρα η σκηνοθεσία πάλεψε με την εκφορά του λόγου, τη ρυθμικότητα, τις εικόνες, τους δαίμονες της ψυχής. Αναζήτησε λύσεις που ν’ αγγίζουν ουσίες, να δίνουν λόγο ύπαρξης σε ό,τι ξεχάστηκε ή δεν παραστάθηκε ποτέ. Άντλησε χυμούς απο χριστιανικά αλλά και λαϊκά δρώμενα, από παγανιστικές τελετές και μουσικά ιδιώματα. Μόνο που όλα αυτά, τα τόσο ενδιαφέροντα και γεμάτα σημασίες από μόνα τους, δεν έδεσαν, δεν συγκρότησαν ένα όλον, με αποτέλεσμα να μην μας οδηγήσουν  στο κέντρο των πραγμάτων, εκεί που φιλοδοξούσε να μας πάει η παράσταση. Παραμείναμε ως το τέλος εκτός. 


Όσο για τη  βάρκα του σκηνικού, το συμβολικό και μεταφορικό μέσο των θεατρίνων και των σκηνικών τους (που θα μπορούσε να το δει κανείς και σαν μια σωσίβια λέμβο, σαν την Κιβωτό του Νώε), εύχομαι να συνεχίσει το ταξίδι της σε αναζήτηση της αλήθειας.
Το θέατρό μας, επαναλαμβάνω, έχει ανάγκη ψαγμένους καλλιτέχνες όπως ο Κακάλας και οι συνεργάτες του, τους οποίους αναφέρω εδώ: Μαυρίδου, Κούζα, Λαρεντζάκη, Κρανιώτης. Και βεβαίως δεν ξεχνώ τα δηλωτικά προσωπεία-τοτέμ που έφτιαξε γι’ αυτούς η πάντα ευφάνταστη και εύστοχη Μάρθα Φωκά. Όπως δεν ξεχνώ και τους πέντες μουσικούς με τις λύρες, τις φλογέρες, τις γκάιντες, τα λαούτα, τα κρουστά, και τα νταούλια που τραγούδησαν παραδοσιακά δραμινά τραγούδια, συνοδεύοντας τους ηθοποιούς αλλά και τη δική μας φαντασία.
Συμπέρασμα: εν αναμονή της δεύτερης άσκησης. Η πρώτη έθεσε τις βάσεις και δημιούργησε τις προϋποθέσεις.
Αγγελιοφόρος της Κυριακής
6/10/2013