Σκηνικές αστοχίες: «Άγριος σπόρος» στο Αριστοτέλειο




Συμβαίνει κι αυτό. Δηλαδή, να διαβάσεις ένα θεατρικό κείμενο, να σου αρέσει και, όταν το δεις στη σκηνή, ν’ απογοητευτείς. Αναφέρομαι στον «Άγριο σπόρο» του Γιάννη Τσίρου, έργο που, ενώ το χάρηκα ως ανάγνωσμα., δεν μπορώ να πω το ίδιο όταν το είδα στο «Αριστοτέλειο». Και να σκεφτεί κανείς ότι όλοι οι παράγοντες συνηγορούσαν υπέρ μιας εξαιρετικής παράστασης. Πριν μπω στους λόγους της αποτυχίας, δυο λόγια για το ίδιο το κείμενο.

Το έργο
Όπως στα «Αξύριστα πιγούνια» και την «Αόρατη Όλγα», έτσι κι εδώ κινητήριος μοχλός είναι η εικόνα του ξένου, μόνο που τώρα το αόρατο «άλλο» είναι όντως αόρατο, αφού ποτέ δεν εμφανίζεται στη σκηνή, απλώς περιγράφεται. Πρόκειται για το πτώμα ενός νεαρού Γερμανού τουρίστα που αναζητεί η αστυνομία και οι δικοί του σε μια παραλία της ελληνικής επαρχίας, εκεί όπου βρίσκεται παράνομα παρκαρισμένη η καντίνα με «Souvlaki sta Karvouna» του Σταύρου και της κόρης του, Χαρούλας.
Κι ενώ στην αρχή όλα δείχνουν «αθώα», σταδιακά οι υποψίες γύρω από το πρόσωπο του καντινιέρη πυκνώνουν, καθότι η κατάθεση που έδωσε εμφανίζει κενά και ανακολουθίες. Έπειτα από δώδεκα σκηνές, το έργο κλείνει, όχι όμως και το μυστήριο. Ποιος, τελικά, σκότωσε το νεαρό τουρίστα; Ή μήπως δεν τον σκότωσε κανείς; Ή μήπως ο μόνος που ξέρει είναι η κόρη του καντινιέρη, που είχε κρυφό δεσμό μαζί του; Σε κάθε περίπτωση, δεν έχει και τόση σημασία ποιος σκότωσε ή αν σκότωσε. Άλλα μετράνε.
Ο Τσίρος, με τρόπο σχεδόν ιψενικό, απελευθερώνει ψιχία πληροφοριών τόσα ώστε να κρατούν το δέκτη σε μια κατάσταση μόνιμης απορίας. Τα θέλει όλα διαθέσιμα, ανοικτά. Δεν θέλει να κλείσει το δράμα. Θέλει να το δει να συνεχίζεται κάπου αλλού. Έτσι, όταν ο καντινιέρης λέει ότι όλη η Ελλάδα είναι μια παραλία, αμέσως μετά τη διαταγή να ξηλώσει το παράπηγμά του, είναι προφανές πως  θα παρκάρει τις επαγγελματικές του δραστηριότητες σε μια άλλη παραλία. Και εκεί θα είναι παράνομος. Και λοιπόν; Η Ελλάδα του Τσίρου είναι ένα δίκτυ από κολλημένους και κωλύματα. Και να θες να ξεφύγεις, είναι δύσκολο.


Παρ’ όλα αυτά, ο Τσίρος δεν βιάζεται να πυροβολήσει τα πλάσματα που γεννά η φαντασία του. Βλέπει τα στραβά τους, παράλληλα, όμως, βλέπει ότι  κάτω από διαφορετικές συνθήκες ίσως και ν’ απέδιδαν καλύτερους καρπούς, λιγότερο «άγριους». Για την ώρα, όλοι θα συνεχίσουν να είναι εγκλωβισμένοι σ’ ένα αρρωστημένο προσωπικό/εθνικό εφιάλτη, χωρίς ορατά σημεία ανόρθωσης ή διόρθωσης. Δηλαδή, τ’ αγκάθια θα συνεχίσουν να φυτρώνουν.
Η παράσταση-σκηνοθεσία
Ιδού το κείμενο. Τι έκανε η σκηνοθεσία του  Τζ. Γκραουζίνις, επ’ αυτού; Έχοντας δει και έχοντας επαινέσει σχεδόν όλες τις δουλειές του επί ελληνικού εδάφους, εδώ φοβάμαι πως τα ‘κανε μούσκεμα. Δεν έπιασε το σφυγμό του έργου, το νεύρο του, τις μετέωρες καταστάσεις, το κείμενο από κάτω. Δεν είδε (ή δεν αισθάνθηκε)  την εσωτερική του ροή, την κλιμακούμενη δυναμική και την εσωτερική του θερμοκρασία. Μ’ άφησε με την εντύπωση πως δεν είχε ξεκάθαρες λύσεις απέναντι σ’ αυτόν τον επιφανειακό ρεαλισμό με τα παράλογα κρηπιδώματα. Κάπου αντιλαμβάνομαι γιατί πήγε να σφηνώσει ανάμεσα στις σύντομες σκηνές του έργου μια αίσθηση μπρεχτικής αποστασιοποίησης. Ήθελε να κάνει τη θέαση πιο κουλ, μόνο που ήταν λάθος επιλογή, καθώς ήταν ξεκάρφωτη, κι έτσι έκαιγε τον όποιο ρυθμό, πάγωνε την ατμόσφαιρα και δημιουργούσε μια αίσθηση έλλειψης ξεκάθαρου στόχου,  που έκανε τις σκηνές να φαντάζουν «στραμπουληγμένες», λες και σκόνταφταν διαρκώς επάνω στον εαυτό τους —αφού δεν είχαν πού να πάνε.


Ερμηνείες
Το ίδιο και οι ηθοποιοί. Παρόλο που το περίγραμμά τους είναι καλά δοσμένο και μελετημένο από  το συγγραφέα, έμπαιναν κι έβγαιναν στο σκηνικό χώρο δράσης χωρίς να πείθουν γιατί κάνουν ό,τι κάνουν. Και να σκεφτεί κανείς ότι πρόκειται για τρεις ηθοποιούς με αποδεδειγμένα καλή τεχνική (όλοι απόφοιτοι του ΚΘΒΕ). Κατ’ αρχάς το μεγάλο όνομα της  διανομής, ο Ιεροκλής Μιχαηλίδη. Άνευρος, εκτός κλίματος, σε καμιά στιγμή δεν συγκίνησε με το δράμα του (εάν υπήρχε δράμα), όπως, από την άλλη, σε καμιά στιγμή δεν εκνεύρισε η μαγκιά και η λαμογιά του. Με δυο λόγια, δεν κατέβασε στην πλατεία το όποιο στοιχείο του χαρακτήρα. Μπήκε, τον είδαμε και μετά φύγαμε.


Βρήκα αδιάφορο και τον κατά κανόνα καλό και δουλευταρά Κίμωνα Κουρή. Τον έχουμε δει τα τελευταία χρόνια να κάνει σπουδαία πράγματα στο σανίδι. Έχει αποδείξει ότι διαθέτει τσαγανό, μπαίνει σε δύσκολους ρόλους, τους πιστεύει, το παλεύει, ιδρώνει, πείθει. Εδώ ήταν …άλλα λόγια ν’ αγαπιόμαστε. Τι σόι αστυνομικό υποδύθηκε; Εγώ, πάντως, δεν κατάλαβα. Η Μυρσίνη Χρυσοχοϊδου, σε ένα ρόλο σχετικά πιο μονοσήμαντο, σε σχέση με τους άλλους, κινήθηκε κάπως καλύτερα, αλλά όχι τόσο ώστε να  σωθούν τα προσχήματα.
Ο χώρος
Και κάτι άλλο που δεν θεωρώ άσχετο με την όλη εικόνα της παράστασης. Ένα έργο σαν κι αυτό, δεν παίζεται σ’ ένα τόσο μεγάλο και, επιτρέψτε μου να πω, με θεατρικούς όρους άθλιο χώρο. Τι να πρωτοσυμμαζέψεις; Όλα χάνονται, αποσυμπιέζονται, εξαερώνονται. Πώς να κρατήσεις τη θερμοκρασία του μυστηρίου σε ένα χώρο ο οποίος, από την ίδια τη  μορφοδομή του, προκαλεί υποθερμία; Το ζητούμενο ήταν ένας χώρος που θα έφερνε  ηθοποιούς και θεατές περίπου μαζί, ώστε να νιώσουν πέρα από «συν-τελεστές» και «συνένοχοι-Έλληνες». Αυτό θα σήμαινε και μια άλλη σκηνογραφική τακτοποίηση, μακριά από τη στεγνή και ανέμπνευστη πρόταση του Πάρι Μέξη.
Συμπέρασμα: ένα κείμενο με δυνατότητες σε μια παράσταση γεμάτη αδυναμίες.
Αγγελιοφόρος της Κυριακής

29/12/2013