Ξεχωριστές «Τραχίνιες» στο Θέατρο Δάσους



Οι «Τραχίνιες» είναι ένα ερωτικό θρίλερ που αρχίζει με τη μονολογική ρήση της Διηάνειρας που εξηγεί στη θεράπαινα όλα τα καθέκαστα, το πώς ο Ηρακλής τη γλύτωσε από  το κυνήγι του ποταμίσιου τέρατος Αχελώου και μετά την παντρεύτηκε και το πώς τον περιμένει να φανεί εδώ και δεκαπέντε μήνες και κλείνει με  τον αγγελιοφόρο του Ηρακλή, Λίχα, οι αφηγήσεις του οποίου μας φέρνουν στο τελευταίο στάδιο της ζωής του ήρωα, εκεί όπου πεθαίνει από τον χιτώνα που του στέλνει ως δώρο η ανίδεη γυναίκα του, ελπίζοντας πως έτσι θα έχει για πάντα την αγάπη του. Μαθαίνοντας τα νέα η Διηάνειρα αυτοκτονεί πάνω στο νυφικό της κρεβάτι, θύμα και αυτή των προ-ειλημμένων αποφάσεων των θεών.

Η παράσταση
Ο Θωμάς Μοσχόπουλος δεν είναι από τους σκηνοθέτες εκείνους που υπηρετούν δουλικά τα έργα που αναλαμβάνουν να ζωντανέψουν στο σανίδι. Αφήνεται να τον παρασύρει η κρυμμένη γοητεία τους. Και ποια καταλληλότερη επιφάνεια να ξεδιπλώσει τις πτυχές της φαντασίας του από ένα  αρχαίο κείμενο το οποίο, από τη φύση του,  αναζητεί τολμηρούς ερμηνευτές κι όχι απλώς «ταπεινούς» αναγνώστες/διεκπεραιωτές.
Αυτό που κατέθεσε στη φετινή επιδαύρεια παράσταση του Εθνικού Θεάτρου, που είδαμε πριν από λίγες μέρες και στη Θεσσαλονίκη (στο σχεδόν κατάμεστο Θέατρο Δάσους), ήταν μια προσωπική ματιά στον πολυπλόκαμο μύθο του Ηρακλή, μια ματιά ευαίσθητη, ιδιαίτερη, ποιητική και πολυεπίπεδη. Αλιεύοντας με μέτρο και γνώση λύσεις και ιδέες από τους κατακτημένους κώδικες του αρχαίου δράματος (και όχι μόνο), και συντονίζοντάς τους με μαεστρία, ευφυία και αίσθηση της θεατρικότητας γύρω από σώματα, ήχους, εικόνες, λέξεις και χρώματα, κατέληξε σε μια, επιτέλους, φρέσκια (να υπογραμμιστεί αυτό) σκηνική πρόταση που έδειχνε ότι ήξερε ακριβώς πού ήθελε να πάει και πώς. Ούτε αλαλούμ ούτε σαρδάμ. Όλα στη θέση τους.

Εστιακό κέντρο της ερμηνευτικής αναζήτησης του σκηνοθέτη η πάντα λειψή γνώση που έχει ο άνθρωπος για τον κόσμο του, ακόμη και για τους πολύ δικούς του ανθρώπους. Η γνώση που, όταν έρθει, εάν ποτέ έρθει, είναι πάντα πολύ αργά. Το κακό έγινε ή είναι δρομολογημένο να γίνει. Όπως στην περίπτωση των «Τραχινιών», όπου η γνώση οδηγεί στην τραγωδία μέσα από τα φίλτρα του έρωτα, τα υγρά του πάσχοντος σώματος και τις αναθυμιάσεις του ανεξέλεγκτου πάθους.
Συντελεστές
Γύρω από το σκηνοθέτη  στάθηκαν ορισμένοι από τους σταθερούς συνεργάτες του (εν προκειμένω ήταν όλη η ομάδα από το εξαιρετικό «Mistero Buffo»), γεγονός που από μόνο του ήταν ένας σημαντικός παράγοντας ενίσχυσης της ομοιογένειας και της ευρυθμίας της σύνθεσης.

Ο ρόλος του Ηρακλή είναι για μένα το μεγάλο ερώτημα στην υπό συζήτηση τραγωδία. Πώς αντιμετωπίζεται  ερμηνευτικά η θεϊκή και συνάμα τόσο άθλια φιγούρα; Η λύση του σκηνοθέτη ήταν σκόπιμα (και ριψοκίνδυνα) υβριδική, ένα κράμα κωδίκων παρμένων από τον κόσμο των καρτούν, του σατυρικού δράματος, του Μπρεχτ, του σύγχρονου μιούζικαλ, μέχρι και της όπερας. Ο Αργύρης Ξάφης, στη δεύτερη αναμέτρησή του με το ρόλο (προηγήθηκε εκείνη στην «Αλκηστη»), με το συνεχές μπες βγες σε «σχολές» υποκριτικής έβγαλε προς τα έξω (άλλοτε περιπαιχτικά και άλλοτε στοχαστικά) ένα superman της εποχής πολεμοχαρή, άπιστο, άξεστο, αγροίκο, αλλά και γελοίο, που σε τίποτα δεν μοιάζει με τον καλοσυνάτο Ηρακλή στην «Άλκηστη».
Η Άννα Μάσχα μας έδωσε μια Διηάνειρα χαμένη στο δικό της κόσμο, ένα κράμα ποίησης και υπαρξιακής αγωνίας. Απόλυτα πειστική, ανθρώπινη και συνάμα εύθραυστη. Εμφάνιση για σεμινάριο. Η Φιλαρέτη Κομνηνού κέντησε με τα δοκιμασμένα υποκριτικά της εργαλεία μια μάλλον παλαιάς κοπής εικόνα της τροφού που όμως είχε πειθώ. Ο Τοκάκης (Ύλλος), μετά από μια μουδιασμένη είσοδο, ανέβασε στροφές κα τα πήγε σχετικά καλά. Πιο επικοινωνιακός, πιο ανθρώπινος και σκηνικά με δυναμικότερη παρουσία ο Λίχας του Γιώργου Χρυσοστόμου. Με αίσθηση του χιούμορ και της θέσης του στο δράμα ο Αγγελιοφόρος του Μπερικόπουλου. Με πλήρη έλεγχο του χώρου της ως Κορυφαία η  Άννα Καλαϊτζίδου

Ο Χορός
Ο Μοσχόπουλος χτύπησε φλέβα χρυσού εκεί που άλλοι χτυπούν το κεφάλι τους στον τοίχο. Και αναφέρομαι στη διαχείριση του 15μελούς Χορού, που είναι άλλωστε και το μεγάλο στοίχημα που επιβάλλει το έργο. Είναι οι γυναίκες από την Τραχίνα, που παρακολουθούν την πτώση των μύθων και καλούνται να διαχειριστούν το «μετά», έναν κόσμο χωρίς μύθο, δηλαδή χωρίς κάποιον πλοηγό που να τους δείχνει το δρόμο. Η χορογράφησή τους, τα φωνητικά (σε διδασκαλία Μελίνας Παιονίδου) και η γενικότερη σκηνική συμπεριφορά τους ήταν ίσως το πιο εντυπωσιακό κομμάτι του όλου εγχειρήματος. Ήταν απόλαυση ν’ ακούς και να βλέπεις. Εύγε!
Και να μην ξεχάσω να πω ότι βρήκα έξυπνη και χρήσιμη την εξιστόρηση των μυθολογικών συμβάντων που οδηγούν στην τραγωδία από τα μέλη του Χορού μία ώρα πριν αρχίσει η παράσταση. Περίπου έβαζαν το πλαίσιο, διαμόρφωναν το πεδίο της γνώσης και όριζαν τις σχέσεις σκηνής/πλατείας.
Όσο για σκηνικό της Έλλης Παπαγεωργακοπούλου, ένας τεράστιος πεσμένος κορμός δέντρου, μέχρι το τέλος δεν αποφάσισα τι σήμαινε ακριβώς, το πεσμένο κορμί των μύθων, κάποιο τοτέμ, ένα δέντρο που αποκόπηκε από το δάσος (το φυσικό του περιβάλλον); Διαλέγετε και παίρνετε. Σε κάθε περίπτωση, στο μυαλό μου λειτούργησε και εικαστικά και συνδηλωτικά θετικά.
Συμπέρασμα: Ένα από τα λιγότερο παιγμένα έργα της αρχαίας γραμματείας (προηγήθηκαν οι σκηνοθεσίες των Σολομού με το Εθνικό το 1970 και Αρδίττη με το Κρατικό το 2004) σε μια άκρως ενδιαφέρουσα, ζωηρή και ξεχωριστή σκηνική προσέγγιση.
1/09/2013