Καλοκαιρινός απολογισμός 2013



Άλλο ένα θεατρικό καλοκαίρι ολοκλήρωσε τον κύκλο του.  Εάν σταθεί κάποιος στις συνεντεύξεις των πρωταγωνιστών, θα νομίσει πως βιώνουμε μια μορφή ….Αναγέννησης. Όλοι έχουν κάτι καλό να πουν γι’ αυτό που κάνουν. Θα μου πείτε, τι άλλο άραγε θα μπορούσαν να πουν, και μάλιστα εν μέσω κρίσης;

Καταλαβαίνω και συμμερίζομαι απόλυτα την αγωνία τους, όμως για μένα, ως θεατή, το μόνο που μετράει είναι το αποτέλεσμα, αυτό που υλοποιείται στη σκηνή κι όχι αυτό που θα ήθελε να κάνει ο σκηνοθέτης και οι συνεργάτες του. Εάν οι προθέσεις είναι ξεκάθαρες, ανάλογη θα είναι και η σκηνική πρόταση (όσο πειραματική και να είναι), οπότε δεν χρειάζεται καν η όποια ανάλυση ή επεξήγηση από τρίτους.
Καλοκαιρινό ρεπερτόριο
Σε περίπου τριάντα υπολογίζω τις παραστάσεις που φιλοξενήθηκαν στις διαθέσιμες σκηνές της πόλης τους τελευταίους δύο μήνες. Έντεκα είχαμε στα πολύ κουρασμένα, πλέον, «Μερκούρεια». Νομίζω πως ο δήμαρχος Συκεών πρέπει να κοιτάξει να φρεσκαριστεί ο θεσμός. Πέρα από τον ίδιο το χώρο που, όπως έχω γράψει πολλές φορές, είναι ακατάλληλος για ποιοτικά πράγματα, και το ίδιο το ρεπερτόριο δεν εμπνέει. Λες και στήνεται απλώς για να στηθεί. Έτσι, όμως, δεν κάνεις φεστιβάλ της προκοπής.
Εννέα παραστάσεις φιλοξενήθηκαν στο Θέατρο Κήπου, με τη σκηνοθεσία του Αβδελιώδη («Περλιμπίν και Μπελίσα») να κερδίζει τις εντυπώσεις. Αλλά κι εδώ η έλλειψη χρημάτων (όπως και στις Συκιές) ήταν προφανής. Δεν στήνεις γιορτές θεάτρου με τρεις κι εξήντα. Δυστυχώς, με τα ταμεία άδεια προβλέπεται ακόμη φτωχότερη συγκομιδή.


Το πιο ενδιαφέρον κομμάτι του θεατρικού μας καλοκαιριού παίχτηκε στο Θέατρο Δάσους με οκτώ παραστάσεις (επτά κλασικού ρεπερτορίου).  Πλην «Σαμίας» του ΘΟΚ, όλη η Επίδαυρος ήταν παρούσα. Και πρέπει να πω ότι όλες οι παραστάσεις χειροκροτήθηκαν, χωρίς αυτό να υπογράφει και την ποιότητά τους. Ο κόσμος πάντως ήταν γενικά θετικός. Και δεν ήταν λίγος, τουλάχιστο σε ορισμένες παραστάσεις (βλ. «Ειρήνη», «Βάκχες», «Μήδεια», «Τραχίνιες»), σε αντίθεση με το κοινό της Επιδαύρου, που φέτος σημείωσε μεγάλη κάμψη (και δικαιολογημένα, εάν αναλογιστεί κανείς ότι τα έξοδα μετάβασης και επιστροφής φτάνουν τα 150 ευρώ για έναν θηναίο και 300 για ένα Θεσσαλονικιό).
Ριγμένος Αριστοφάνης
Ο μεγάλος «ριγμένος» στις επιλογές των θιασαρχών φέτος ήταν ο πάντα δημοφιλής Αριστοφάνης. Εκπροσωπήθηκε με μόνο δύο έργα («Πλούτος» και «Ειρήνη») και, δεν το κρύβω, διόλου δεν με πείραξε, το αντίθετο. Θα χαιρόμουν, μάλιστα, εάν απουσίαζε εντελώς, όχι γιατί δεν μου αρέσει, αλλά γιατί εδώ και χρόνια οι παραστάσεις των έργων του βρίσκονται σ’ ένα τέλμα. Ανεβαίνουν χωρίς να έχουν τίποτε το ιδιαίτερο να δείξουν. Αναμασούν τα ίδια και τα ίδια. Υπ’ αυτήν την έννοια, δεν είναι κακό εάν τον αφήσουν μερικά χρόνια να ηρεμήσει (και να ηρεμήσουμε κι εμείς) και μετά βλέπουμε. Άλλωστε, τα μασκαραλίκια των πολιτικών δεν θα πάψουν να δίνουν τροφή και ερεθίσματα για την επιστροφή του.


Πάντως, το ενδιαφέρον με τις κωμωδίες του Αριστοφάνη είναι ότι μαζεύουν τον περισσότερο κόσμο, ανεξάρτητα από την ποιότητα του προσφερόμενου θεάματος. Και είναι εύκολα εξηγήσιμο αυτό. Πρόκειται για παραστάσεις βασισμένες σε άμεσα αναγνωρίσιμες λύσεις, πράγμα που ναι μεν αρέσει στον κόσμο (αφού του κάνει τη ζωή πιο «εύκολη»--δεν χρειάζεται να σκεφτεί πολύ), από την άλλη, όμως, είναι επικίνδυνο, γιατί έτσι μαθαίνει να λειτουργεί με τη λογική του fastfood καταναλωτή. Στην ουσία είναι σαν να του λένε ν’ αγοράσει την παράσταση με το ίδιο σκεπτικό που θ’ αγόραζε ένα ζευγάρι παπούτσια ή ένα κιλό μήλα ή θα διασκέδαζε με τα άθλια πρωινάδικα ή τις παλιμπαιδίζουσες πολύτεκνες παρουσιάστριες. Και στις δύο περιπτώσεις κυρίαρχο στοιχείο είναι η αντίληψη που λέει πως οτιδήποτε μπορεί να αγοραστεί και να πουληθεί. Μάλιστα, όσο πιο υψηλή είναι η αναγνωρισιμότητα του προϊόντος τόσο πιο πολύ ενισχύεται και το  αίσθημα της λαϊκής ενότητας, που είναι και ο ευκολότερος τρόπος να παρασύρεις το κοινό.
Ατέλειες
Και κάτι άλλο. Απορώ και εξίσταμαι γιατί οι παραγωγοί, αντί να γίνονται πιο γενναιόδωροι απέναντι στο ίδιο το σινάφι τους, γίνονται πιο μίζεροι. Δεν καταλαβαίνω γιατί δεν ισχύουν οι ατέλειες, τόσο για όλα τα μέλη του ΣΕΗ όσο και για τους φοιτητές δραματικών σχολών, τουλάχιστο όταν το επιτρέπουν οι διαθέσιμες θέσεις, όπως συνήθως συμβαίνει σ’ ένα μεγάλο χώρο όπως το Θέατρο Δάσους. Για να υπάρξει θεατρική κοινότητα πρέπει να υπάρχει και αλληλοκατανόηση και μάλιστα σε μια εποχή τόσο δύσκολη, ιδίως για τους νέους.

Σύγχρονοι συγγραφείς;
Όπως κάθε καλοκαίρι, έτσι και φέτος δεν είδαμε πουθενά σύγχρονους συγγραφείς μας. Σαν να μην χωράνε ανάμεσα στους κλασικούς και στη λογική του μεγάλου ή του λάιτ θεάματος ή του γνωστού ονόματος. Και είναι άδικο. Δικαιούνται κι αυτοί το χώρο τους. Ο Σακελλάριος, ο Ψαθάς, ο Τσιφόρος, ο Χορν, ο Ξενόπουλος μπορεί να έγραψαν Ιστορία, δεν είναι όμως καλύτερη λύση από πολλούς σύγχρονους συγγραφείς μας, αν και ο «Πειρασμός» που είδαμε στο φουαγιέ του ΚΘΒΕ, πέρα από την όποια φλυαρία του, είχε την απαιτούμενη φρεσκάδα και διάθεση ανανέωσης. Ήταν, όμως, εξαίρεση στον κανόνα.
Πρωτιές
Εάν ήταν να επιλέξω την καλύτερη παράσταση του καλοκαιριού, θα έλεγα «Τραχίνιες». Είχε άποψη, ρυθμό, φωνές, χρώματα, ποίηση. Εκεί βρίσκω και την καλύτερη ερμηνεία: της Άννας Μάσχα (Διηάνειρα). Στη λίστα με τις καλές δουλειές θα έβαζα και τη δωρική «Μήδεια», σε σκηνοθεσία Σπύρου Ευαγγελάτου. Το ογκωδέστερο χειροκρότημα το κέρδισε νομίζω ο «Ερμής» του Μουρατίδη στην «Ειρήνη» του ΚΘΒΕ, που παίρνει την πρωτιά και στα εισιτήρια.

Αγγελιοφόρος της Κυριακής

8/09/2013