Περί κριτικής και πάλι





Σε ένα σχόλιό μου στις 10/01/10, έγραφα για τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει η θεατρική κριτική στις μέρες μας. Δίνω συνέχεια στο θέμα, με αφορμή τη διαμάχη που ξέσπασε στην Αμερική ανάμεσα στους μπλόγκερ, τους παραγωγούς και τους κριτικούς των εφημερίδων, μόλις ανακοινώθηκε ο αποκλεισμός των τελευταίων από την επιτροπή των θεατρικών βραβείων Τόνι (2009), με το σκεπτικό ότι οι απόψεις τους δεν συνάδουν με τη φιλοσοφία του θεσμού.
Οι κριτικοί, αντιδρώντας στην απόφαση, θα πουν ότι τους πέταξαν έξω γιατί φοβούνται τις «αντιεμπορικές» αξιολογήσεις τους. Οι παραγωγοί, από τη μεριά τους, θα ανταπαντήσουν λέγοντας ότι σε πόλεις όπως η Νέα Υόρκη --όπου η παντοκρατορία των «Τάιμς» είναι πραγματικός εφιάλτης —το να επιβιώσει κανείς θεατρικά πρέπει πρωτίστως να αρέσει σε ένα και μόνο άτομο: στον κριτικό της εν λόγω εφημερίδας, ο οποίος έχει τη δύναμη να κατεβάσει μια παράσταση ακόμη και στο διάλειμμα (συνέβη κι αυτό, όταν μεσούσης της παράστασης ο κριτικός αποχώρησε φανερά ενοχλημένος). Όσο για τους μπλόγκερ, θα αποδώσουν την εντυπωσιακή δημοτικότητά τους στο γεγονός ότι εκφράζουν πιο άμεσα και ουσιαστικά το κοινό γούστο, σε αντίθεση με τους «παραδοσιακούς» κριτικούς, οι οποίοι γράφουν χωρίς αίσθηση του κοινού στο οποίο απευθύνονται. Επιμένουν να αυτοπροβάλονται ως «ιδιοκτήτες» του νοήματος, σε μια εποχή που κάτι τέτοιο και ξεπερασμένο είναι και επικίνδυνο.
Αυτά επιγραμματικά ως προς την υπό εξέλιξη διαμάχη. Το ποιος έχει δίκιο ή άδικο, είναι θέμα προσωπικής εκτίμησης. Το σίγουρο είναι ότι η θεατρική κριτική (διεθνώς) δεν ζει τις καλύτερες μέρες της. Και αυτό γιατί βρίσκεται αντιμέτωπη με μια καινούρια πραγματικότητα, τις μεθοδεύσεις της οποίας δυσκολεύεται να παρακολουθήσει, με αποτέλεσμα να χάνει ολοένα και περισσότερο την επικοινωνιακή της εμβέλεια. Το ότι μέσα σε ένα χρόνο (το 2009) διοργανώθηκαν από διάφορες εθνικές ενώσεις κριτικών τέσσερα διεθνή συνέδρια επί του θέματος, μας λέει πολλά. Όπως μας λέει και το γεγονός ότι πρόσφατα η Διεθνής Ένωση Κριτικών Θεάτρου, συνέταξε (πρώτη φορά στην ιστορία της) έναν «κώδικα πρακτικής» (code of practice), όπου καταθέτει τις αρχές εκείνες που θεωρεί ως τις σημαντικότερες στην άσκηση της τέχνης της κριτικής. Εκεί διαβάζουμε ότι:
1) Οι κριτικοί πρέπει πάντα να θυμούνται τις επαγγελματικές αρχές που διέπουν το λειτούργημά τους, να σέβονται την πνευματική και καλλιτεχνική ελευθερία και να γράφουν σύμφωνα με το τι πιστεύουν ότι βελτιώνει την  τέχνη του θεάτρου.
2) Πρέπει να αποδέχονται το γεγονός ότι δεν γνωρίζουν τα πάντα και ότι είναι έτοιμοι να καλωσορίσουν καινούριες ιδέες, μορφές, στυλ.
3) Πρέπει να λένε την αλήθεια με κόσμιο τρόπο και παράλληλα να σέβονται την προσωπική ακεραιότητα των καλλιτεχνών που κρίνουν.
4) Πρέπει να είναι ανοιχτόμυαλοι και να «ξεσκεπάζουν» (όπου επιβάλλεται) προκαταλήψεις —καλλιτεχνικές και προσωπικές.
5) Ανάμεσα στους στόχους τους πρέπει να είναι και η επιθυμία πρόκλησης συζήτησης γύρω από την παράσταση που κρίνουν.
6) Πρέπει να πηγαίνουν σε μια παράσταση όντας σε καλή φυσική και πνευματική κατάσταση,  και να παραμένουν σε εγρήγορση καθ’ όλη τη διάρκειά της.
7) Πρέπει να περιγράφουν, να αναλύουν και να αξιολογούν την παράσταση με τη μέγιστη δυνατή ακρίβεια και να στηρίζουν τη θέση τους με συγκεκριμένα παραδείγματα.
8) Πρέπει να καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια ώστε να αποφεύγουν εξωτερικές πιέσεις και ελέγχους, όπως και προσωπικές χάρες και οικονομικά ανταλλάγματα.
9) Πρέπει να καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια ώστε να αποφεύγουν καταστάσεις που έρχονται σε σύγκρουση με τον ρόλο τους, όπως: η κρίση παραγωγών με τις οποίες συνδέονται προσωπικά ή η συμμετοχή σε επιτροπές με τις οποίες επίσης συνδέονται προσωπικά.
10) Δεν πρέπει να κάνουν πράγματα που εξευτελίζουν το επάγγελμα ή την πρακτική και την ακεραιότητά τους, όπως και την ακεραιότητα του θεάτρου.


14/3/2010