Ακόμη στεγνώνει





Είδα την παράσταση πριν από έντεκα χρόνια. Τη βρήκα άθλια. Πριν γράψω αυτό το σημείωμα την ξαναείδα. Σκέφτηκα μήπως έκανα λάθος τότε. Και πάλι άθλια τη βρήκα. Όχι όμως και ο κόσμος, ο οποίος επιμένει να τη στηρίζει μαζικά. Ποιος τελικά δικαιώνεται; Και εν πάση περιπτώσει, ένα δημοφιλές θέαμα είναι απριόρι ένα κακό ή, έστω, ποιοτικά «ύποπτο» θέαμα; Η κουβέντα μας, όπως καταλαβαίνετε, είναι για το «αθάνατο» «Σεσουάρ για δολοφόνους».

Συνήθως οι κριτικοί και οι ακαδημαϊκοί αντιμετωπίζουμε θετικά έργα και παραστάσεις που θεωρούμε ότι έχουν κάποια ανθεκτική αξία, υποβιβάζοντας το ενδεχόμενο ότι το δημοφιλές (ή λαϊκό) του χθες μπορεί κάλλιστα να γίνει το υψηλό του αύριο (και το αντίθετο). Δεν δείχνει να μας απασχολεί σοβαρά αυτό που έχει αποδείξει η ιστορία και η βιομηχανία του θεάματος: ότι οι αξίες είναι διαπραγματεύσιμες, άρα και σχετικές. Δέστε, για παράδειγμα, τι γίνεται με πολλές παραγωγές του Eθνικού Θεάτρου του Λονδίνου που φιλοξενούνται στα θέατρα του Broadway. Από εθνικό προϊόν που είναι, προωθούνται από το εγχώριο μάρκετιγκ ως "εμπορικό θέαμα" ώστε να χωρέσουν στη λογική της μαζικής (και δη οικογενειακής) ψυχαγωγίας. Και εδώ βέβαια αρχίζουν και τα προβλήματα ορισμών.
Κάποιες δεκαετίες πριν, όταν το κοινωνικό σώμα είχε σαφείς ταξικές στρωματώσεις, οτιδήποτε είχε ως αποδέκτη τον λαό ταυτιζόταν ευθύς αμέσως με το χαμηλό, το φτηνιάρικο, το κιτς κ.λπ. Σήμερα, όμως, όπου όλα έχουν μπερδευτεί, ποιος μπορεί αλήθεια να μας περιγράψει τον ιδεατό αποδέκτη ενός λαϊκού (ή δημοφιλούς) θεάματος; Πού τον εντοπίζουμε; Άραγε στα ακριβά προάστια, με τους χιλιάδες μοδάτους αντικαπιταλιστές; Ή, μήπως, στα «in» στέκια της λαϊκότητας, με τους αριστερίζοντες μεγαλοαστούς; Μέσα σε αυτό το περιρρέον κλίμα υβριδικών συγκλίσεων, ιδεολογικών συγχύσεων και αισθητικών υπερβάσεων, τι πάει να πει τελικά εμπορική επιτυχία; Όταν, μεσούσης της βιομηχανικής επανάστασης, ρωτήθηκε ο Dion Boucicault, Ιρλανδός συγγραφέας δημοφιλέστατων μελοδραμάτων, αυτό ακριβώς το πράγμα, απάντησε πως «επιτυχία είναι η εντολή του λαού». Με πολιτικούς όρους θα λέγαμε πως είναι μια μορφή δημοψηφίσματος. Με μια ωστόσο διευκρίνιση: η εμπορική επιτυχία στο θέατρο, τόσο τότε όσο και τώρα, είναι ένα αυστηρώς αστικό φαινόμενο, γιατί απλούστατα προϋποθέτει δύο πράγματα που δεν διαθέτει η επαρχία: μεγάλο κεφάλαιο και ποικιλόμορφη πελατεία. Ένα έργο δεν μπορεί να αντέξει για πολλά χρόνια στο σανίδι εάν δεν μπούνε στην αίθουσα και εκείνοι που βλέπουν virtual theatre και site specific theatre και εκείνοι που πάνε στο Δελφινάριο. Tο μιούζικαλ «Les Misérables» (Οι άθλιοι) το είδαν 50 εκατομμύρια θεατές σε 38 χώρες. Και σίγουρα δεν ήταν όλοι από τα λαϊκά στρώματα. Πήγαν και πτυχιούχοι της Οξφόρδης και Νεοϋορκέζοι «κουλτουριάρηδες» και New Age Freaks. Η «Ποντικοπαγίδα» δεν θα επιβίωνε πενήντα τόσα χρόνια στο Λονδίνο (περισσότερες από 20.000 παραστάσεις) μόνο με τους ντόπιους ή μόνο με μια συγκεκριμένη ταξική πελατεία. Χρειάζεται και τον ξένο τουρίστα και τον περαστικό επαρχιώτη (με ή χωρίς πούλμαν). Και αυτοί αποτελούν μέρος της δημόσιας σφαίρας και είναι σφάλμα να αντιμετωπίζονται από τους ειδικούς απαξιωτικά. Ειδικά στις μέρες μας, με τις απίστευτες μετακινήσεις και ανασυντάξεις τάξεων, λαών, ιδεών κ.λπ, οφείλουμε να δούμε, χωρίς προκαταλήψεις και ταμπού. πού και πώς τέμνονται από τη μια η τέχνη του θεάτρου και από την άλλη η τέχνη της εμπορικής θεατρικότητας. Σίγουρα ενοχλεί (και προβληματίζει βαθύτατα) το ότι ένας Mπέκετ βγάζει δεν βγάζει μία σεζόν και ένα λάιτ «Σεσουάρ» τρέχει με χίλια. Όμως, αν όντως μας ενδιαφέρει να έχουμε μια καλή εικόνα της κοινωνίας όπου ζούμε, πιο αποκαλυπτικό και χρήσιμο μπορεί να αποδειχθεί ένα ποιοτικά ασήμαντο «Σεσουάρ» παρά ένας ποιοτικά σημαντικός «Γκοντό». Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι σκοπεύω να το ξαναδώ.


20.12.09