Πουλώντας νοσταλγία

 


Με αφετηρία το Μπρόντγουεϊ και το Γουέστ Εντ, βλέπουμε εδώ και μερικά χρόνια να πληθαίνει η μεταφορά παλιών ταινιών (κυρίως μιούζικαλ) στη σκηνή. Στην Αθήνα, για παράδειγμα, έχουν ήδη ανακοινωθεί για φέτος παραγωγές όπως: «Κουρδιστό πορτοκάλι», «Κόκκινα φανάρια», «Όλα για τη μητέρα μου», «Μερικοί το προτιμούν καυτό». Και έπεται συνέχεια.

 Δεν ξέρω σε ποιο βαθμό μπορεί να αποδοθεί το φαινόμενο αυτό στην κρίση --σίγουρα σχετίζονται--, αλλά ακόμη πιο σίγουρα είναι ένα φαινόμενο που έχει να κάνει πιο πολύ με την εμπορευματοποίηση της νοσταλγίας μέσα από τη δημιουργία του κατάλληλου θεατρικού περιβάλλοντος, που βοηθά να ξαναζωντανέψουν, σε μορφή remake, ταινίες που αγαπήθηκαν από το πλατύ κοινό και έγραψαν ιστορία.
Περί νοσταλγίας
Η νοσταλγία, --από το νόστος (επιστροφή) και το άλγος (πόνος), ο πόνος δηλαδή που προκαλείται από την ανικανοποίητη λαχτάρα του γυρισμού--  έχει να κάνει με τον τρόπο που ο άνθρωπος αντιμετωπίζει το παρελθόν.  Για κάποιους ό,τι τους θυμίζει το παρελθόν προκαλεί τον ενθουσιασμό, γιατί πιστεύουν πως τότε τα πράγματα ήταν καλύτερα. 

Υπάρχει και η πιο στοχαστική εκδοχή που επικεντρώνεται στην ακρίβεια και την πληρότητα των ερεθισμάτων που προκαλούν το αίσθημα της νοσταλγίας. Για παράδειγμα, πολλές επιδείξεις μόδας ρετρό, παραπέμπουν στο στιλ μιας περασμένης εποχής, αλλά, παράλληλα, οι ίδιες αυτές δημιουργίες παίρνουν και τις αποστάσεις τους από το παρελθόν, προβάλλοντας το προϊόν τους ως νέο, τρέντι, ανανεωμένο κ.λπ.
Είναι, τέλος, και ένα τρίτο είδος, πιο ερμηνευτικό και υποψιασμένο, που περίπου δείχνει στον θεατή πώς να αντιμετωπίσει κριτικά τη νοσταλγία και πώς να τη συνδέσει με το παρόν  (ας πούμε ότι εδώ υποκριτικά έχει θέση ο Μπρεχτ και η αισθητική του παραξενίσματος).
Γιατί αυτή η μανία;
Στο ερώτημα, τώρα, πού οφείλεται σήμερα όλη αυτή η μανία με τις (τηλεοπτικές ή κινηματογραφικές) επαναλήψεις, αναβιώσεις και σειρές (τύπου «Πόλεμος των άστρων», «Ράμπο» κ.λπ), η απάντηση είναι απλή: η εκμετάλλευση τής δυναμικής της νοσταλγίας λειτουργεί ως το πλαίσιο γύρω από τον  αντιληπτικό κόσμο του δέκτη. Πρόκειται για επιχειρηματικό τρικ ελέγχου που πυρπολεί τη φαντασία και οδηγεί ιδεολογικά και αισθητικά τον θεατή προς τα πίσω, με απώτερο στόχο την ταχύτερη κατανάλωση του καλλιτεχνικού προϊόντος. 


Στο θέατρο το μιούζικαλ «Sunset Boulevard», με την υπογραφή του δαιμόνιου Γουέμπερ, αποτελεί για πολλούς υπόδειγμα εμπορικής εκμετάλλευσης της νοσταλγίας. Και δεν είναι διόλου τυχαίο που μετά την επιτυχία του πολλά μπλογκμπάστερς τύπου «Victor/Victoria» και «Saturday Night Fever», θα ακολουθήσουν τη συνταγή του. Όλες αυτές οι μεταφορές, ποντάροντας στη εμπορική δυναμική της «νοσταλγικής ιστορικότητας» (δανείζομαι τον όρο από τον Φρ. Τζέιμσον), κατάφεραν να βάλουν το θέατρο --το μουσικό (κυρίως)--, σε μια περίοπτη θέση μέσα σε μια κοινωνία στην οποία η ιστορία έχει προ πολλού μετατραπεί, ελέω τεχνολογίας,  σε μια τεράστια συλλογή από εικόνες, ένα άλμπουμ με ομοιώματα. 

Βέβαια αυτό το φλερτ με την ομοιωματική γραφή της εικόνας, πέρα από τις όποιες εμπορικές του υποσχέσεις, εγκυμονεί κινδύνους που αφορούν άμεσα την ειδολογική φυσιογνωμία του θεάτρου. Κατά πόσο, δηλαδή, το θέατρο, στην προσπάθειά του να μιμηθεί (ή να εκμεταλλευτεί), γίνεται κάτι άλλο, σε σημείο να χάσει την αύρα του, αυτό που ο Μπένγιαμιν ονομάζει «ξεχωριστή αξία του αυθεντικού έργου τέχνης», όπου, εν προκειμένω, είναι ο ηθοποιός και η ζωντανή επικοινωνία του με το κοινό;
Στο θέατρο ακόμη μπορούμε να μιλούμε για ζωντανή εμπειρία, ωστόσο όσο ισχυροποιείται η παρουσία της τεχνολογίας (το σύμπτωμα δηλαδή της νέας οικονομίας), αυτό ακριβώς το στοιχείο --που βασίζεται στην παραγωγή μοναδικών στιγμών που δεν αναπαράγονται – μοιραία θα αποψιλώνεται. Οι σύγχρονες τεχνικές μάρκετινγκ μας εκπαιδεύουν να καταναλώνουμε το παρελθόν με τη μορφή λαμπερών εικόνων. Εκμεταλλεύονται την ανάγκη των ανθρώπων να τοποθετούνται στο παρόν, να μαθαίνουν τι συμβαίνει γύρω τους, σε άμεση συνάρτηση με τις εικόνες που εισπράττουν από το παρελθόν.
Ιδίως σε εποχές κρίσης, η ταύτιση αυτή είναι ακόμη πιο ισχυρή. Και σε αυτό πιστεύω στοχεύουν πολλά remakes που βλέπουμε στις θεατρικές μας σκηνές: να προβάλλουν εικόνες από το παρελθόν στην επιφάνεια ενός  ατομικού ή/και συλλογικού σώματος, με στόχο να εκμαιεύσουν επιθυμητές αντιδράσεις. Δηλαδή, θέλουν να μετατρέψουν τη νοσταλγική ιστορικότητα σε μια αλληγορία της δικής μας (υπ)ανάπτυξης. Κι αν ο πιο έμπειρος και απαιτητικός θεατρόφιλος ξινίσει κάπως βλέποντας τη θεατρική παράσταση να μετατρέπεται σε μαζικό μέσο νοσταλγίας, ο ηλικιακά νέος θεατρόφιλος, εκείνος που δεν μεγάλωσε με ερμηνείες αλλά με περιγράμματα, φόρμες και λογότυπα, δεν νομίζω πως θα πολυσκοτιστεί.
Τυποποίηση
Οι τεχνολογικές κατακτήσεις έχουν θυσιάσει την ατομική δημιουργικότητα στο βωμό της τυποποίησης του προϊόντος, γιατί απλούστατα η  τυποποίηση ενεργοποιεί πιο εύκολα τη νοσταλγία (αφού μας θυμίζει κάτι), σε αντίθεση με την  ερμηνεία η οποία την ακυρώνει, γιατί δημιουργεί κάτι καινούριο πέρα από τα εσκαμμένα. Με άλλα λόγια, η τυποποίηση πουλάει.

 Πάρτε τη λογική του φράντσαϊζ. Τι κάνει; Διαγράφει το άτομο δημιουργό  και τον αντικαθιστά με το άτομο εργάτη-αναπαραγωγό. Έτσι και το σύγχρονο θεατρικό κοινό: ζητεί έναν επιδέξιο ηθοποιό, όχι όμως δημιουργικό ερμηνευτή. Θέλει ο ηθοποιός να του θυμίζει κάτι. Σε τέτοιες αναδημιουργίες, το κοινό βλέπει το ξαναζωντάνεμα  νοσταλγικών γεγονότων, αλλά μέσα σε αυτά τα γεγονότα βλέπει γενικά επιτελέσεις, όχι όμως την ισχυρή παρουσία του (επι)τελεστή.
 Με δυο λόγια: η νοσταλγία πουλάει, και όσο πουλάει το θέατρο (ή ένα κομμάτι του) θα συμμετέχει κι αυτό στην οικονομία της επανάληψης και των remakes, μέσα από τη μαζική (ανα)παραγωγή του ίδιου του λάιβ γεγονότος.
Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία
6/10/2013
Share:

Translate

ΣΑΒΒΑΣ ΠΑΤΣΑΛΙΔΗΣ / Savas Patsalidis

ΣΑΒΒΑΣ ΠΑΤΣΑΛΙΔΗΣ / Savas Patsalidis

CURRICULUM VITAE / ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Critical Stages

Critical Stages
The IATC web journal

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΟΣ

ARTICLES IN ENGLISH

Περιεχόμενα

Follow by Email

Αρχειοθήκη ιστολογίου