Η Θεσσαλονίκη θέλει όραμα




Τα 48α Δημήτρια θα περάσουν στην ιστορία του θεσμού σαν μια πολύ επιτυχημένη διοργάνωση. Παρά το πολύ μικρό μπάτζετ (330.000), η οργανωτική επιτροπή κατάφερε να στήσει ένα πρόγραμμα φρέσκο, ποικίλο  και ζωντανό. Κάποιες (οι περισσότερες) παραστάσεις άρεσαν πολύ (βλ. «Γκόλφω») και κάποιες δίχασαν πολύ, όπως το «Σύσσημον», για παράδειγμα, μια σκηνική πρόταση που δοκίμαζε αντοχές, όρια  και υποκριτικούς κώδικες.
Σε κάθε περίπτωση, τα φετινά Δημήτρια, από τη νεανική “Πενθεσίλεια” (Εθνικό Θέατρο), μέχρι τη μεταδραματική “Νόρα” (tgSTAN), το υψηλής ποιότητας χιπ χοπ θέαμα «Roots», το πειραματικό “10 CM UP” και την ενδιαφέρουσα Λία Χαράκη, έσκισαν από κόσμο --και μάλιστα νεαρόκοσμο.
Γενικά, υπήρχε πολύ καλή διάθεση, παλμός, χρώμα, συζητήσεις, συγκεντρώσεις. Οι χώροι που επιλέχτηκαν να φιλοξενήσουν τις εκδηλώσεις, από τους πιο κατεστημένους, όπως το Μέγαρο Μουσικής, μέχρι τους θεατρικά  επίφοβους, όπως το Μπενσουσάν Χαν, σκέπασαν την πόλη με μια αύρα σχεδόν εορταστική, επιβεβαιώνοντας το κοινότοπο που λέει ότι: ένα φεστιβάλ αφήνει πολύ πιο εύκολα και ευδιάκριτα τα αποτυπώματά του σε μια μικρή ή μικρομεσαία πόλη από ό,τι σε μια μεγάλη.
Πείτε μου έναν καλό λόγο γιατί να μπει στα έξοδα και να φιλοξενήσει το Λονδίνο ένα διεθνές φεστιβάλ; Να το κάνει τι; Μπορώ όμως να επικαλεστώ χίλιους δυο λόγους γιατί να το κάνει το Εδιμβούργο. Γιατί ένα φεστιβάλ στο Παρίσι; Τι θα προσφέρει παραπάνω; Προσφέρει όμως στην Αβινιόν. Το ίδιο και στο Σιμπίου. Καλύτερα εκεί παρά στο Βουκουρέστι. Καλύτερα στο Βρότσλαβ παρά στη Βαρσοβία. Καλύτερα στο Λούισβιλ παρά στη Νέα Υόρκη.


Και στα καθ’ ημάς, εάν θεωρούμε ότι ένα φεστιβάλ, πέρα από το καλλιτεχνικό κομμάτι, έχει και ένα κοινωνικό όσο και εθνικό ρόλο να επιτελέσει, τότε η Θεσσαλονίκη, αυτή η πληθυσμιακά μεσαία πόλη, δικαιούται, θα τολμούσα να πω, πολύ περισσότερο από την Αθήνα, να έχει ένα μεγάλο φεστιβάλ μοντέρνων προδιαγραφών. Θα μου πείτε, τέτοια ώρα τέτοια λόγια. Μα, ακριβώς στη βράση, ή καλύτερα στην κρίση, κολλάει το σίδερο. Τότε είναι η στιγμή για ουσιαστικές και κάθετες παρεμβάσεις.
Για χρόνια οι καλλιτέχνες της Θεσσαλονίκης κατηφόριζαν στην Αθήνα, πάντα με την αιτιολογία ότι εκεί είναι όλα, και πρωτίστως η τηλεόραση (και τα λεφτά). Τώρα που αυτά δεν ισχύουν, πολλοί αποφασίζουν να μείνουν.  Και είναι γεγονός πως η παρουσία τους έχει ήδη αρχίσει να λειτουργεί ευεργετικά για τα θεατρικά της πόλης και κυρίως τα πιο εναλλακτικά. Κι εδώ είναι το περίεργο.


Ενώ η Θεσσαλονίκη εμφανίζει ένα συντηρητικό πολιτικό πρόσωπο, στα καλλιτεχνικά πάντα κουβαλούσε μέσα της το σπόρο της πρωτοπορίας. Μικρό, ωστόσο ενδεικτικό, δείγμα το γεγονός ότι, αυτοί που θεωρούμε σήμερα στην Αθήνα ότι ανήκουν στο εναλλακτικό θέατρο, έχουν ως θεατρική τους αφετηρία τη Θεσσαλονίκη --Κακάλας, Μαυρίδου, Φωκά (και Χώρος) Πασσαλής (και Blitz), Λεοντάρης (και Κανιγκούντα), Αζάς, Τσινικόρης (και Projector), Καλαβριανός (και Sforaris), Βίκυ Γεωργιάδου και πάει λέγοντας. Και σ’ αυτό έχουν παίξει ρόλο  τα τελευταία χρόνια η σημαντική παρουσία του Τμήματος Θεάτρου του ΑΠΘ, καθώς  και η παρουσία ποικίλων κέντρων θεατρικής άσκησης και παιδείας. Όλα μαζί (συν το φεστιβάλ της «Θεατρικής άνοιξης», βεβαίως), έχουν διαμορφώσει μια νεανική θεατρική κοινότητα, που βλέπει προς το μέλλον. Αρκεί να της δοθούν οι ευκαιρίες.
Σειρά του ΚΘΒΕ
Έγραφα πριν από καιρό σε τούτην εδώ τη στήλη ότι ο Χουβαρδάς πήρε ο Εθνικό τότε ακριβώς  που ζητούσε κάποιον να το περάσει από το μοντερνισμό της προηγούμενης διεύθυνσης  στον μεταμοντερνισμό του 21ου αιώνα. Και πέτυχε. Την ίδια περίπου εποχή ο Λούκος πήρε στα χέρια του την τύχη ενός ρυτιδιασμένου φεστιβάλ και πέτυχε. Όπως πέτυχε και η νεοφώτιστη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών. Αυτοί οι τρεις άξονες διαμόρφωσαν τη θεατρική Αθήνα των τελευταίων ετών. Χάρη σ’ αυτές τις εστίες δημιουργίας μορφώθηκε (και το εννοώ με κυριολεκτικούς όρους) η νεότερη γενιά θεατρόφιλων και κριτικών γύρω από τα καινούρια ρεύματα.
Κάτι ανάλογο μπορεί (και πρέπει) να γίνει και στη Θεσσαλονίκη, ώστε η πόλη να διεκδικήσει τη θέση της στα πολιτιστικά πράγματα του τόπου αλλά και της ευρύτερης περιοχής και, παράλληλα, να λειτουργήσει και ως πόλος έλξης για τους καλλιτέχνες του θεάτρου. Ήδη οι πρώτες κινήσεις του νέου καλλιτεχνικού διευθυντή της θεατρικής ναυαρχίδας της πόλης, του ΚΘΒΕ, προδίδουν μια υγιή εξωστρέφεια. Παράλληλα, όμως, απαιτείται, ευρύτερη κινητοποίηση. Εντάξει, Ίδρυμα Ωνάση και Στέγη δεν μπορούμε να έχουμε. Μπορούμε, όμως, να έχουμε μεγάλο διεθνές φεστιβάλ.


Κατανοώ ότι τα χρήματα είναι πρόβλημα. Αλλά ας αποφασίσει επιτέλους η πολιτεία ποιες είναι οι προτεραιότητές της σε κάποια πράγματα. Να θυμίσω ότι σχετικά φτωχές χώρες όπως η Ρουμανία, η Πολωνία, η Ουγγαρία, και η Λιθουανία κάνουν και πολιτική μέσα από την προβολή των φεστιβάλ τους. Κι αν η πολιτεία θεωρεί ότι δεν μπορεί να δώσει κάτι παραπάνω ώστε τα “Δημήτρια” να αποκτήσουν τις προδιαγραφές μεγάλου διεθνούς φεστιβάλ, ή αν θεωρεί ότι δύο πανομοιότυπα διεθνή φεστιβάλ είναι πολυτέλεια σε μια χώρα με οικονομικά προβλήματα, ας μοιράσει ισόποσα το, ούτως ή άλλως, εξευτελιστικό ποσό που διαθέτει κάθε χρόνο, ώστε η μεν Αθήνα να έχει την ευθύνη ενός διεθνούς φεστιβάλ επικεντρωμένου στο κλασικό ρεπερτόριο (αφού διαθέτει τους πλέον κατάλληλους χώρους) και η Θεσσαλονίκη του πιο σύγχρονου. Μέσα απ’ αυτήν την τακτοποίηση, θα έχουν την ευκαιρία και οι Θεσσαλονικείς θεατρόφιλοι και καλλιτέχνες να παρακολουθούν τα διεθνή ρεύματα, χωρίς να ματώνουν οικονομικά και, ταυτόχρονα, θα μπορούν να ελέγξουν, μέσα από τις συγκρίσεις, πού βρίσκεται ο πήχυς του εγχώριου θεάτρου.
Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία
20/10/2013