Εφιάλτες με χιούμορ και παραξένισμα: Μια αλλιώτικη «Σονάτα» στο «Όρα» από την ομάδα Angelus Novus





Η «Σονάτα των φαντασμάτων» (1907), του Α. Στρίντμπεργκ, είναι μια συναρπαστική πραγματεία θανάτου, την οποία, απ’ όπου και αν την προσεγγίσεις, άκρη δεν βγάζεις. Οι παραληρηματικές διεργασίες του νου ακυρώνουν οποιαδήποτε προσπάθεια εξορθολογισμού  και, κατά συνέπια, τιθάσευσής τους. Ακόμη κι αυτή η σκηνή λύτρωσης στο τέλος, δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια πρόσκαιρη απελευθέρωση.

Το έργο ανήκει στη σειρά γνωστή ως «έργα δωματίου». Είναι χωρισμένο σε τρεις σκηνές, οι οποίες μετακινούν τη δράση από το εξωτερικό τοπίο (το ορατό) στο εσωτερικό. Κι όσο πιο πολύ εισχωρούν στα ενδότερα του ψυχισμού, τόσο σε μπερδεύουν. Ό,τι φαντάζει αρχικά εξηγήσιμο, αληθινό ή ώραίο, όσο το πλησιάζεις τόσο ασχημαίνει και άλλο τόσο απομακρύνεται από τη λογική.


Η «Σονάτα» είναι  από εκείνα τα μοντερνίστικα πονήματα, τα οποία παραδίδουν το σώμα τους σε λογής λογής συμπλέγματα, σε αναπάντεχες στροφές και αλλαγές, σε ανομοιότητες, ετερόκλητες κλίσεις και περίεργους χαρακτήρες. Στα τοιχώματά τους  τα πάντα είναι «πιθανά και δυνατά». Για πολλούς μελετητές είναι ένα οδοιπορικό από την άγνοια στη γνώση, ένα οδοιπορικό που σε κάνει να δεις αυτά που δεν θες να δεις. Όταν το έγραφε, ο Στρίντμπεργκ βίωνε τα πρώτα συμπτώματα από τον καρκίνο στο στομάχι που θα τον σκότωνε πέντε χρόνια αργότερα. Είχε, επίσης, να αντιμετωπίσει και την ψωρίαση, που τον ταλαιπωρούσε αφάνταστα (μάτωναν διαρκώς τα χέρια του). Λογικό, λοιπόν, ο κόσμος του έργου να είναι τόσο εφιαλτικός, γεμάτος παραμόρφωση, θάνατο και βαμπίρ που ρουφούν το αίμα.

Μise en scene vs mise en abyme
Ο Δαμιανός Κωνσταντινίδης μπήκε καλά διαβασμένος στο δαιδαλώδες εσωτερικό τοπίο του έργου. Κράτησε τη mise en scene  του μακριά από τους κώδικες του μιμητικού θεάτρου και αναζήτησε τους παλμούς και την κρυμμένη θεατρικότητα του έργου --τη mise en abyme-- εκεί όπου μόνο η φαντασία μπορεί να διεισδύσει.. Αναγνωρίζοντας ότι έχει να κάνει με «απερίγραπτες» φιγούρες, όπως «απερίγραπτος» είναι και ο χώρος που κατοικούν, πολύ ορθά απέφυγε να τους δώσει στέρεα και οικεία περιγράμματα.


Σε αντίθεση με τις παγιωμένες ψυχοβγαλτικές αναγνώσεις των έργων του Στρίντμπεργκ, ο Κωνσταντινίδης αναζήτησε επίμονα το υποδόριο χιούμορ του. Και η παράσταση που είδαμε στη μικρή σκηνή του «Στούντιο Όρα», έδειξε ότι κέρδισε το στοίχημα. ‘Ηταν μια παράσταση καθαρή και σωστά προσανατολισμένη, η οποία βοήθησε, μέχρις ενός σημείου, το κοινό να καταλάβει τι γίνεται. Και λέω, μέχρις ενός σημείου, γιατί, για  όσα δεν καταλάβαμε, δεν τα χρεώνεται η σκηνοθεσία αλλά το ίδιο το έργο, το οποίο ποτέ δεν θα σου παραδοθεί ολοκληρωτικά. Κι αυτή είναι η «άγρια» γοητεία του.
Μου άρεσε ο τρόπος που η σκηνοθεσία μεθόδευσε την εκσκαφή του, την αποφλοίωση και την επώδυνη βύθιση στην χώρα της παρακμής, της φθοράς και της στασιμότητας, Μου άρεσαν οι μεταμοντέρνες διαθέσεις του Κωνσταντινίδη, οι οποίες, εντελώς απενοχοποιημένα, έκαναν διαρκώς κινήσεις σλάλομ ανάμεσα σε ποικίλους κώδικες, από το βωβό κινηματογράφο, το γερμανικό εξπρεσιονισμό, το σουρεαλισμό, μέχρι την ποπ κουλτούρα με τους male strippers, την οικογένεια Άνταμς, τα καρτούν, τις κινηματογραφικές παρωδίες έργων τρόμου, τα B movies, και την τεχνική του θεάτρου εν θεάτρω, με στόχο τη δημιουργία ενός σκηνικού κόσμου παστίς (pastiche), ενός ρυθμικού σύμπαντος φτιαγμένου από λέξεις, σώματα, χρώματα, ήχους και εκτυφλωτικό φως. Εύστοχη, επίσης, και η επιλογή του να δώσει τους ρόλους σε νέους, υπογραμμίζοντας έτσι τη διάχυτη παραδοξότητα που εμφιλοχωρεί στα δρώμενα αλλά και στο θέμα του έργου, που είναι φτιαγμένο, όπως και η «Τρικυμία» του Σέξπηρ, «από την ύλη των ονείρων». Όπως κανείς δεν μπορεί να προσδιορίσει με απόλυτη βεβαιότητα την ηλικία του Πρόσπερο, έτσι κι εδώ ποιος θα μας πει αν ο «Γέροντας» είναι πράγματι γέροντας. Ποιος θα μας υποδείξει την αλήθεια από το ψέμα; Το θέατρο από τη ζωή;
Έχοντας δει τις περισσότερες δουλειές του Κωνσταντινίδη, πιστεύω  πως αυτή είναι η πλέον εξωστρεφής και παιγνιώδης, και μάλιστα με ένα έργο απελπιστικά εσωστρεφές.



Οι ηθοποιοί: μια καλοδουλεμένη ομάδα
Οι ηθοποιοί υπερασπίστηκαν με φιλότιμο και ενέργεια τα σκηνοθετικά ευρήματα. Η εκφραστική τους ευθυβολία φόρτιζε, εκεί που έπρεπε, το νευρώδες πάλεμα ανάμεσα στη λογική και το παράλογο. Ως ομάδα, κάποιες στιγμές μου θύμιζαν τα πορτρέτα των αριστοκρατών του Γκόγια και κάποιες άλλες, τους φανταζόμουνα να βγαίνουν κατευθείαν από τον κόσμο του Ντίκενς. Μου άρεσε η εξατομίκευσή τους μέσα από την χορογραφημένη κίνηση και την ιδιότυπη εκφορά του λόγου. Στέκομαι στις κοφτές κινήσεις της Μούμιας (από τη Α. Μιροσνιτσένκο),  που την έκαναν να μοιάζει με πουλί, το οποίο, σε συνδυασμό με την ξενική της προφορά, ενίσχυαν ακόμη πιο πολύ το αλλόκοτο και το αλλότριο της εμπειρίας, Μνημονεύω, επίσης, τη, σε slow motion,  περιφορά του υπερφυσικά γεμάτου σώματός της Μαγείρισσας από την πολύ καλή Κολτσιδοπούλου.


Γενικά βρήκα όλη την ομάδα (Α. Μπάρμπα, Π. Παπαζήσης, Ν. Πολοζιάνης, Κ. Ραμπαβίλας, Α. Ροϊλός, Γ. Σοφικίτης, Στ. Τσέγκα) καλοδουλεμένη, συντονισμένη και συγκροτημένη. Το γκροτεσκάρισμα των φιγούρων και η συνακόλουθη τυποποίηση λειτούργησαν ευεργετικά, γιατί δεν άφησαν να φανεί η απειρία ορισμένων ηθοποιών σε θέματα τεχνικής.
Η πολυεπίπεδη σκηνική σύλληψη του Αποστολίδη λειτουργική και αισθητικά ενδιαφέρουσα. Καλό σχόλιο και τα εξπρεσιονιστικά του κοστούμια (σε συνδυασμό με το, επίσης, εξπρεσιονιστικό και επιτυχημένο μακιγιάζ).
Συμπέρασμα: μια παράσταση σκηνοθετημένη με φαντασία, τόλμη και άποψη. Δείτε την. Θα απολαύσετε έναν αλλιώτικο Στρίντμπεργκ.
5/01/2013