Η Γκόλφω της φαντασίας και η Νόρα της καθημερινότητας: Στο πλαίσο των 48ων Δημητρίων στην ΕΜΣ και στο «Μελίνα Μερκούρη»




Στα πολύ επιτυχημένα 48α Δημήτρια, κάποιες εκδηλώσεις άρεσαν περισσότερο και κάποιες λιγότερο. Απόλυτα φυσιολογικό, σ’ ένα πρόγραμμα που απευθύνεται σε όλες τις ηλικίες και τα κοινωνικά στρώματα. Ένεκα περιορισμένου χώρου, θα σταθώ σε δύο περίπου συνομήλικα έργα, τη “Γκόλφω” και τη “Νόρα”, το πρώτο για να κάνω έναν ήπιο αντίλογο στο γενικότερο ενθουσιασμό κοινού και κριτικής και, στο δεύτερο, για να καταθέσω τον προσωπικό μου ενθουσιασμό. 

Εξηγούμαι από την αρχή για να μην παρεξηγούμαι: Στην ¨Γκόλφω” του Εθνικού Θεάτρου, πολλά πράγματα μου άρεσαν. Στέκομαι στις ερμηνείες, το ρυθμό, το χρώμα, την ωραία κίνηση, το λειτουργικό εικαστικό περιβάλλον και τις ευφυείς σκηνοθετικές λύσεις --με συναρπαστικότερη την πρώτη σιωπηλή σκηνή, όπου συναντώνται ο γέρο-Τάσος (Βογιατζής) με τη γριά Γκόλφω (Αλεξανδράκη). Για σεμινάριο. 
Όμως, δεν το κρύβω ότι, όπως εξαρχής στήθηκε η παράσταση, με προετοίμασε για κάτι άλλο, πιο απομυθοποιητικό, που δεν έγινε. Οι συναισθηματικές πτυχώσεις της ρομαντικής ιστορίας (με κρεσέντι το μονόλογο της Φωτοπούλου) ακύρωσαν τη λογική του παραξενίσματος και έβγαλαν προς τα έξω μια περίεργη νοσταλγία.
Λέω “περίεργη”, γιατί μιλάμε για ένα είδος απόλυτα νόθο, που προώθησε το ηθογραφικό κίνημα της λογοτεχνικής γενιάς του 1880 το οποίο, στην αναζήτηση της εθνικής ταυτότητας, στράφηκε από την Αρχαιότητα και το Βυζάντιο στο σύγχρονο λαϊκό πολιτισμό, στις υποτίθεται “αυθεντικές πατρίδες” της υπαίθρου, τις οποίες φόρτωσε με ανεκδιήγητα βουκολικά λιλιά, μυθικά βοσκοτόπια, Αρχαίες Αρκαδίες, ερωτοχτυπημένους βοσκούς, δυσκατάκτητες παρθένες, Παρθένες-Αμαζόνες, ένα φαντασιακό couleur locale, πασπαλισμένο και με λίγο μπαρούτι και εκδίκηση, για λόγους τιμής και βουνίσιο hard core νταηλίκι. Και όλα αυτά τα σέρβιραν ως πραγματικότητα της εποχής, άλλοτε σε τόνους κωμικούς (βλ. κωμειδύλλιο) και άλλοτε (μελο)δραματικούς (βλ. «Γκόλφω» και δραματικό ειδύλλιο).


Δεν θα στεκόμουν στη νόθα φυσιογνωμία του είδους (απόλυτα θεμιτή επιλογή), εάν δεν με είχε ιντριγκάρει μια συνέντευξη του σκηνοθέτη, ο οποίος, εξηγώντας το πένθιμο look της παράστασης, είπε ότι είχε να κάνει με το γεγονός ότι τα χάσαμε όλα αυτά, τα σόγια που μαζεύονταν στα σπίτια στο χωριό και πήγαιναν στα πανηγύρια, ας πούμε. Και πως “δεν αντηχούν τα βουνά μας πια τίποτε”. . Κι εγώ διερωτώμαι, εάν δεν τα χάναμε, τι θ’ αντηχούσαν, δηλαδή; Είμαι σίγουρος ότι δεν θ’ αντηχούσαν τα βογγητά της Γκόλφως.
Στην ίδια συνέντευξη ο σκηνοθέτης λέει ότι στις παραστάσεις πρέπει να μιλάς για τη ζωή, τους ανθρώπους και όχι για αισθητικά ζητήματα. Δηλαδή, το ζητούμενο δεν είναι να «κοιτάς πόσο καλά το κάνω» αλλά «τι σου λέω» (με τα δικά του λόγια). Αυτό είναι, λοιπόν: εκεί που χρόνια το θέατρο αναζητούσε λύσεις στις σχέσεις φόρμας και περιεχομένου, τώρα έχουμε βρει τη λύση: το διαζύγιο.
Θα πω ένα πολύ κοφτό «όχι» στις συγκεκριμένες απόψεις ενός σκηνοθέτη που εκτιμώ ιδιαίτερα και θεωρώ από τους πλέον ταλαντούχους που διαθέτουμε. Εδώ πιστεύω πως έστησε μια παράσταση πατώντας επάνω σε στρεβλές θέσεις, που αρχίζουν από το ότι αντιμετώπισε την ιστορία ως καθρέφτη μιας πάλαι ποτέ ειδυλλιακής ζωής κι όχι ως μια κατασκευή, ένα πονηρό ιδεολόγημα, ενταγμένο σε ένα ευρύτερο εθνικό πρότζεκτ που ουδεμία σχέση είχε με την πραγματικότητα. Εάν το σκεπτικό του είχε άλλη αφετηρία, θα βλέπαμε μια παράσταση με εντελώς διαφορετική διαχείριση του μελοδραματικού της φορτίου.
Γι’ αυτό, όταν μετά τις πρώτες εντυπωσιακές σκηνές άρχισε να ξεκαθαρίζει το τοπίο του εγχειρήματος, επέλεξα να αγνοήσω όσο μπορούσα το «τι» της ιστορίας και να σταθώ αποκλειστικά στο «πώς», στο ύφος, στην αισθητική, στο παίξιμο, όπου, όπως είπα και πιο πάνω, αποδίδω ολοστρόγγυλα τα πολλά εύσημα. Ήταν όλα στη θέση τους.
Όσο για τον κόσμο, δεν κατάλαβα τι ακριβώς χειροκρότησε τόσο θερμά: το παίξιμο ή την Ελλάδα που χάσαμε; Γιατί, αν χειροκρότησε  το παίξιμο, πολύ καλά έκανε. Εάν χειροκρότησε  (νοσταλγώντας) τη χαμένη Ελλάδα της Γκόλφως και του Τάσου, μπορούμε να φτιάξουμε κάποια άλλη. Είναι πολύ εύκολο. Αρκεί λίγο τραβηγμένη φαντασία.
Η Νόρα της διπλανής πόρτας
Έστω και ως σύντομο σχόλιο, οφείλω να πω ότι για μένα η καλύτερη παράσταση στα φετινά Δημήτρια ήταν η “Νόρα“ της βελγικής ομάδας tgSTAN. Ήταν μια παράσταση που έκανε το ιψενικό κείμενο των 130 ετών να λάμψει μέσα στην απλότητά του, να μας μιλήσει λες και γράφτηκε χτες. Η παράσταση κινήθηκε γύρω από τον άξονα της απελευθέρωσης των γυναικών, αλλά και γύρω από το θέμα της ταυτότητας και της ανάγκης του ανθρώπου να κάνει κάτι. Ήταν μια αυστηρή κριτική  της ηθικής μας συγκαταβατικότητας, της κοινωνικής υποκρισίας και του καταναλωτισμού.


Η ερμηνείες των τεσσάρων ηθοποιών ήταν ένα αμάλγαμα από κώδικες και στιλ .Εναλλαγές από το ρεαλιστικό στο ειρωνικό, από το δραματικό στο μεταδραματικό, από το αυτοσχεδιαστικό και καθημερινό στο στανισλαφσκικό. Χωρίς να αναζητούν αγκωνάρια ή υπεκφυγές στις μεταφορές και τα υπονοούμενα του ιψενικού έργου, στόχευσαν σε μια αποκαλυπτική σκηνική ειλικρίνεια που, μαζί με το νόημα των καταστάσεων, έβγαζε προς τα έξω κίνητρα και προθέσεις. Όλα στο φως (εξ ου και τα αναμμένα φώτα στην πλατεία).


Συμπέρασμα: Ένα εξαιρετικό και απολαυστικότατο δείγμα μεταδραματικής γραφής, από μια ομάδα που, όπως μας είπαν τα μέλη της,  για επτά εβδομάδες διάβαζαν το έργο και σηκώθηκαν να δοκιμάσουν σκηνικές λύσεις στην όγδοη και τελευταία. Κάτι λέει αυτό ως προς τον τρόπο δουλειάς και διαχείρισης των κειμένων και του λόγου. Θέμα προτεραιοτήτων.
Αγγελιοφόρος της Κυριακής
26/10/2013



Share:

Translate

ΣΑΒΒΑΣ ΠΑΤΣΑΛΙΔΗΣ / Savas Patsalidis

ΣΑΒΒΑΣ ΠΑΤΣΑΛΙΔΗΣ / Savas Patsalidis

CURRICULUM VITAE / ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Critical Stages

Critical Stages
The IATC web journal

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΟΣ

ARTICLES IN ENGLISH

Περιεχόμενα

Follow by Email

Αρχειοθήκη ιστολογίου