Η θεατρική μας μοναξιά: Με αφορμή μια «Πόρνη» στη «Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών»



Αυτήν τη στιγμή, το θέατρο στην Αθήνα διαθέτει δύο βασικές εστίες που το κρατούν σε διαρκή επαφή με τα ξένα ρεύματα. Η μία ακούει στο όνομα Φεστιβάλ Αθηνών, το οποίο, στο διάστημα τουλάχιστο που το διευθύνει ο Γιώργος Λούκος, κατάφερε να λειτουργήσει κυριολεκτικά σαν «σχολειό» για πολλούς καλλιτέχνες αλλά και θεατρολόγους, οι οποίοι, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, δεν είχαν συνηθίσει να ταξιδεύουν στο εξωτερικό για να δουν τι γίνεται.  
Και η άλλη εστία, ακούει στο όνομα «Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών», του Ιδρύματος Ωνάση, η οποία άνοιξε τις πόρτες της εντελώς συμπτωματικά στις απαρχές της οικονομικής κρίσης, δηλαδή τη στιγμή που το Φεστιβάλ άρχισε να αντιμετωπίζει προβλήματα οικονομικής στήριξης. Ήταν μια ευτυχής συγκυρία, γιατί με την εξωστρεφή πολιτική της κατάφερε να εδραιωθεί σαν ένα είδος χειμερινού και πρωτίστως ποιοτικού φεστιβάλ. Εάν δε προσθέσουμε σ’ αυτές τις δύο θεατρικές κυψέλες  και τις συνεργασίες του Εθνικού θεάτρου με μεγάλους σκηνοθέτες του εξωτερικού (με πιο πρόσφατο παράδειγμα τον Μπομπ Γουίλσον), τότε εύκολα μπορεί να αντιληφθεί ο Θεσσαλονικιός θεατρόφιλος πού κυμαίνεται, συγκριτικά πάντοτε, η θεατρική φυσιογνωμία της δικής μας  πόλης.


Και για να μην παρεξηγηθώ, δεν αρνούμαι ότι γίνονται πράγματα εδώ που έχουν ποιότητα. Υπάρχουν άτομα και σχήματα που παλεύουν για το καλύτερο, όμως το καλύτερο είναι πάντα στα όρια της δικής μας πραγματικότητας. Σπάνια δίνεται η ευκαιρία να συγκριθεί με το καλύτερο από το εξωτερικό. Κι αυτό είναι επιζήμιο και για τον ίδιο τον καλλιτέχνη αλλά και για τον θεατρόφιλο, αφού δεν έχουν κάποιο άλλο μέτρο σύγκρισης, ώστε να κάνουν  τον απολογισμό τους.
Σε κάθε περίπτωση, η θεατρική Θεσσαλονίκη πρέπει κάποια στιγμή να αποκτήσει έναν αέρα πιο κοσμοπολίτικο, πιο φιλόξενο στα διεθνή ρεύματα,  στις συνεργασίες και βεβαίως στις συγκρίσεις. Δε μπορεί να συνεχίσει αυτό το μοναχικό και εσωστρεφές οδοιπορικό. Θα μου πείτε, τέτοιες ώρες τέτοια λόγια. Μα ακριβώς, σε τέτοιες ώρες λέγονται τέτοια λόγια. Στις ώρες κρίσης. Τότε φορτσάρει το θέατρο, τότε ρισκάρει, παίρνει πρωτοβουλίες, αυθαδιάζει στην κρίση. Δείτε τι γίνεται (και πάλι) στην οικονομικά εξίσου διαλυμένη Αθήνα. Σήμερα το πρωί κάθισα και μέτρησα: 250 παραστάσεις, παρακαλώ, τρέχουν (ανάμεσά τους 40 παιδικές).  Ακόμη: μέτρησα καμιά δεκαριά καινούρια σχήματα και άλλους τόσους καινούριους χώρους. Και τι έγινε, θα μου πείτε; Ναι, συμφωνώ, τα περισσότερα υπάρχουν απλώς για να λένε ότι υπάρχουν. Αλλά κι αυτό κέρδος είναι. Και είναι καλύτερο από τη σιωπή ή την αποχή. Τουλάχιστον δείχνει ότι η ελπίδα πεθαίνει τελευταία.


Το γιατί το ‘ριξα στην γκρίνια και πάλι, χρονιάρες μέρες, είναι για να κάνω μια ευχή μπας και αλλάξει λίγο το σκηνικό, ώστε να μην κατεβαίνουμε κάθε τόσο στην Αθήνα για τη θεατρική μας ενημέρωση, όπως τώρα, ας πούμε, για να δούμε την παράσταση της περίφημης αγγλικής ομάδας «Cheek by Jowl», η οποία από το 1981 έχει παρουσιάσει τις (35) παραγωγές της σε 301 πόλεις σε σαράντα χώρες, εισπράττοντας διθυραμβικές κριτικές.  Στη χώρα μας ήρθε για πρώτη φορά (στη Θεσσαλονίκη, παρακαλώ) μετά από πρόσκληση του Βρετανικού Συμβουλίου με «Άμλετ», το 1990 (στο Βασιλικό Θέατρο).

Η αμφισημία της πόρνης
Αυτήν τη φορά, η ομάδα που ίδρυσαν ο σκηνοθέτης Ντέκλαν Ντόνελμαν και ο σκηνογράφος Νικ Όρμεροντ, έφερε την πολυσυζητημένη αναγεννησιακή τραγωδία του Τζων Φορντ «Κρίμα που είναι πόρνη» (1633), μια τραγωδία, η οποία, ένεκα θέματος (αιμομιξία), κινείται στην κόψη του ξυραφιού. Ανάλογα με το τι θα τονίσει κάποιος, αντίστοιχα θα είναι και τα συμπεράσματα. Η στάση του ίδιου του συγγραφέα, πάντως, είναι αμφίσημη. Δεν είναι σίγουρο εάν είναι μοραλιστής ή ανήθικος, οπαδός της πατριαρχίας ή ανατροπέας των έμφυλων περιορισμών. Για παράδειγμα, η Αναμπέλα, η ηρωίδα του, δεν είναι ξεκάθαρο εάν είναι μια πόρνη (όπως μας λέει και ο τίτλος) ή ένοχη γιατί απλά είναι γυναίκα. Ο Τζοβάνι, ο αδερφός της, από την άλλη, δημιουργεί άλλα προβλήματα. Είναι ένας επαναστάτης που αδιαφορεί για τους νόμους της ηθικής ή ένας συντηρητικός, εγκλωβισμένος στα όρια της οικογένειας, άρα καταδικασμένος να γίνει αιμομίκτης;


Η παράσταση
Ο Ντόνελαν στόχευσε από την αρχή στη δημιουργία ενός σκηνικού κόσμου ερωτικού αλλά και σκοτεινού συνάμα, ενός κόσμου όπου περισσεύει το συναίσθημα αλλά και το αίμα της εκδίκησης. Πάντρεψε με τρόπο σχεδόν αυτονόητο το υψηλό και το ποπ λαϊκό, καταλήγοντας σ’ ένα θεατρικό παστίς, όπου συγκατοικούν χωρίς να αλληλοακυρώνονται το έργο του Φορντ και το κείμενο της παράστασης. Σε αυτόν τον μεταμοντέρνο κόσμο έχουμε στο βάθος μια Αναμπέλα Παναγία (Τζίνα Μπράμχιλ) και στο προσκήνιο μια Αναμπέλα Μαντόνα-σταρ, με όλους του άνδρες, και κυρίως τον Τζοβάνι (Ορλάντο Τζέημς),  να σφάζονται στα πόδια της. Χωρίς καν να το επιζητεί, η παρουσία της και μόνο πυρπολεί τη φαντασία τους, τους κάνει να χορεύουν (κυριολεκτικά) στους δικούς της ρυθμούς. Και από δίπλα, φύλακας άγγελός της, η Πουτάνα (Putana, με τη Νίκολα Σάντερσον), όνομα και πράμα, ντυμένη σαν νεαρά ετών 15, ενισχύει με τη συμπεριφορά της αυτό το εκρηκτικό μίγμα ιερότητας και ιεροσυλίας που  παιγνιωδώς και «υπούλως» σχολιάζουν οι προσευχές στα λατινικά, οι εκκλησιαστικές ψαλμωδίες και τα προκλητικά χορευτικά ιντερμέδια. Και όλα αυτά σ’ ένα δωμάτιο όπου, μετά τη μουσική, τον χορό, την κόκα, τη συζήτηση και γενικά το σπιντάρισμα συναισθημάτων, σωμάτων και ερεθισμάτων, όλοι καταλήγουν σ’ ένα κατακόκκινο κρεβάτι που δεσπόζει στο μέσον της σκηνής.
Συμπέρασμα: παράσταση φρέσκια, σπινταριστή και ολοζώντανη. Δυστυχώς, μόνο στην Αθήνα.
30/12/2012