Γοτθικά πάθη: Μια νέα ομάδα στο «Vis Motrix»



Η αλήθεια είναι ότι δεν έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε έργα προερχόμενα από περιοχές εκτός δυτικού κόσμου, όπως η Άπω Ανατολή, ας πούμε, ή η Αφρική.  Εκείνο που επικαλούνται οι πιο πολλοί είναι ο παράγοντας χρώμα. Και εν μέρει έχουν δίκιο, αν και το πρόβλημα αυτό έχει πλέον ξεπεραστεί. Κατά τη γνώμη μου, εκείνο που λειτουργεί ακόμη ανασταλτικά είναι η ελλιπής γνωριμία μας με τους πολιτισμούς αυτούς, κάτι που αποδίδω στη μόνιμα υπεροπτική μας στάση απέναντί τους.

Πάρτε για παράδειγμα, το, κατά γενική ομολογία, επιτυχημένο Φεστιβάλ Αθηνών. Πόσες φορές είδατε να φιλοξενείται θέατρο μη δυτικής προέλευσης; Ή και τα δικά μας «Δημήτρια», όταν ακόμη μπορούσαν οικονομικά να καλέσουν, στη χάση και στη φέξη, και κάποιον ξένο. Πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, οι επιλογές ήταν οι αναμενόμενες δυτικοκεντρικές. Κι όμως, οι λαοί αυτοί παράγουν θέατρο που θα μας ενδιέφερε. Η Νότια Αφρική, για παράδειγμα, είναι μια τέτοια περίπτωση.  Τέϊλορ, Μαγιεπού, Νόρμαν, Κόιν, Ραμπολόκενγκ, Φούγκαρντ είναι κάποια ονόματα που αξίζουν της προσοχής μας, όπως αξίζει και η  Ρεζά ντε Βετ, η συγγραφέας του έργου «Το μαύρο νερό»,  που είδαμε σε πανελλήνια πρώτη στο θέατρο Vis Motrix , από τη νεοσύστατη ομάδα eclipse sgroup theatre, που αποτελούν γνώριμοι και ταλαντούχοι νέοι της θεατρικής σκηνής της Θεσσαλονίκης (ορισμένοι από την Ακτίδα Αελίου, άλλοι από το ΚΘΕΘ κ.λπ), σε μετάφραση και σκηνοθεσία της Ελεονώρας Αϊβαζίδου.


Περί γοτθικής γραφής
Και τα δώδεκα έργα που μας έχει αφήσει η  Ρεζά ντε Βετ, πριν την χτυπήσει η λευχαιμία στα 59 της χρόνια, έχουν μια περίεργη σκοτεινιά που παραπέμπει κατευθείαν στο χώρο της γοτθικής γραφής, με τις δυσπερίγραπτες ατραπούς της ανθρώπινης ψυχής, τις ακραίες καταστάσεις και τα περίεργα, υπερφυσικά γεγονότα. Απλώς τώρα, οι ερεβώδεις πύργοι του παλιού γοτθικού (μεσαιωνικού) στόρι έχουν αντικατασταθεί από καταθλιπτικά σπίτια και οι παμπάλαιες οικογενειακές κατάρες από τον ασφυκτικό κλοιό της σύγχρονης οικογένειας και της απομόνωσης του ατόμου. Το στοιχείο της τρέλας που εμφωλεύει στην ψυχή του μοναχικού ατόμου, ωστόσο, είναι ένα μόνιμο ρεφρέν τόσο στο παλιό όσο και στο σύγχρονο γοτθικό στόρι, όπως είναι και το απέραντο σκοτάδι που πνίγει το τοπία και τα σώματα που το κατοικούν.


Το έργο
Οι εμμονές της ντε Βετ με την παραψυχολογία, τη μαγεία και τη διαισθητική επικοινωνία, είναι εκείνες που θα την οδηγήσουν κατευθείαν στον κόσμο της γοτθικής γραφής, με καλύτερο παράδειγμα το «Μαύρο νερό» (1985), η ιστορία του οποίου διαδραματίζεται σε μια φάρμα που αργοπεθαίνει ένεκα της ξηρασίας. Εκεί ζουν δυο ορφανά αδέρφια, τα οποία, για να επιβιώσουν, σκαρφίζονται ένα δικό τους φανταστικό κόσμο, όπου παίζουν διάφορους ρόλους, ανάμεσά τους και το ρόλο των γονιών. Η άφιξη, κάτι σαν εισβολή, ενός εισαγγελέα θέτει σε δοκιμασία την επιβίωση του κόσμου τους, αναγκάζοντάς τα να υποστηρίξουν τους λόγους της απομόνωσής τους. Είναι και ένα τέταρτο πρόσωπο στην ιστορία, μια περίεργη νταντά, η οποία είναι πανταχού παρούσα, εκπέμποντας σε κάθε εμφάνισή της μια αύρα μυστηρίου.
Στην πορεία, η αποκάλυψη πολύ προσωπικών ιστοριών, καθώς και η υποψία αιμομικτικής σχέσης, θέτουν σε δοκιμασία τα συναισθήματα που τρέφουμε γι’ αυτά τα παιδιά, παράλληλα, όμως, κατεβάζουν τον πήχη της πρωτοτυπίας, υπό την έννοια ότι το θέμα είναι τόσο παλιό όσο και η ιστορία του Οιδίποδα, της δούκισας του Μάλφι και της Αναμπέλας του Φορντ. Για κάποιον που θέλει να προσεγγίσει το έργο απ’ αυτή τη σκοπιά και μόνο, εκ των πραγμάτων θα κινηθεί σε προβλέψιμες ατραπούς. Είναι, όμως, και κάποιο άλλο επίπεδο ερμηνείας, με περισσότερο ενδιαφέρον, που έχει να κάνει με την κληρονομιά της καταπίεσης και πώς η Νότιος Αφρική είναι ακόμη εγκλωβισμένη στις τελετουργίες των παλιών αποικιοκρατών. Η δική μου εκτίμηση λέει ότι, με όχημα αυτά τα παιδιά, η ντε Βετ σκιτσάρει ένα αιχμηρό πορτρέτο της πληγωμένης αφρικανικής καρδιάς και σπρώχνει τους θεατές να αναζητήσουν νέες οπτικές.


Συντελεστές της παράστασης
Η σκηνοθεσία της Ελεονώρας Αϊβαζίδου στάθηκε πιο πολύ στο θέμα της αιμομιξίας, θεωρώντας το ίσως πιο διαχειρίσιμο, σε σχέση με το άγνωστο νοτιοαφρικανικό πολιτικό τοπίο. Και απ’ αυτήν την άποψη, η ανάγνωσή της είχε μέτρο και καθαρούς αρμούς. Εκείνο που, κατά τη γνώμη μου, ζητούσε επιτακτικά η παράσταση ήταν μια σχετική πύκνωση της ζοφερής ατμόσφαιρας του δράματος. Τα σκηνικά της Μαρίας Γκούμλα δεν βοήθησαν προς αυτήν την κατεύθυνση. Δεν μπόρεσαν να δημιουργήσουν την εικόνα φυλάκισης. Η επιλογή του αφαιρετικού σκηνικού ήταν λάθος. Το  ζητούμενο ήταν ένας ακραίος, καταθλιπτικός νατουραλισμός.
Όσο για τους δύο πρωταγωνιστές, έπαιξαν το εσωτερικό τους δράμα με καλή (εξωτερική) τεχνική και ικανές μεταστροφές (κυρίως από τη Μαρία Χατηζηιωαννίδου, η οποία ήταν διαρκώς ετοιμοπόλεμη και «θεατρίνα»). Ο Γρηγόρης Παπαδόπουλος μου φάνηκε πιο διστακτικός ως προς το τι ήθελε να κάνει και πού να το πάει. Το εκφραστικό του οπλοστάσιο είχε κατά τόπους μια περίεργη δυσκαμψία. Η Μάρα Τσικάρα κουβάλησε την αινιγματική φιγούρα της υπηρέτριας χωρίς στρεβλώσεις και φλυαρίες. Ο Αλέξανδρος Ζαφειριάδης έπαιξε σε μία ευθεία, χωρίς ιδιαίτερες διακυμάνσεις Κάπου έπρεπε ίσως να αναζητήσει και τα υπόγεια ρεύματα του ρόλου, ώστε να ελιχθεί και να εξελιχθεί. Πάντως και οι τέσσερις είχαν καλή χημεία, τεχνική κατάρτηση και άμεσα αντανακλαστικά.
Συμπέρασμα: μια παράσταση που καταθέτει ένα πρώτο δείγμα γραφής του νέου θεατρικού σχήματος της πόλης. Και είναι ενθαρρυντικό. Γι’ αυτό και η στήλη έχει κάθε λόγο να χαίρεται και να καλωσορίζει.
\
22/12/2012