Θέατρο ντοκουμέντο: Nordost, μια ιστορία μακελειού στο «Όρα»




Ο όρος «θέατρο ντοκουμέντο» παραπέμπει στη δραματοποίηση ιστορικών γεγονότων. Εκείνο που γενικά αποφεύγεται σε ένα τέτοιο θέατρο είναι η μεροληπτική παρουσίαση και το φορτισμένο προσωπικό σχόλιο. Το στοίχημα είναι η δημιουργία των προϋποθέσεων εκείνων που θα βοηθήσουν το δέκτη να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα. Και αυτό μπορεί να γίνει μόνο μέσα από την έκθεση όλων των πλευρών του υπό συζήτηση θέματος.

Αν και πρόκειται για ένα είδος γραφής που αριθμεί πολλές εκατονταετίες, στη μορφή που το γνωρίζουμε σήμερα, ως ξεχωριστό λογοτεχνικό είδος, είναι σχετικά πρόσφατο, με αφετηρίες τις ταινίες του Λουί ντε Ροσμόν και εν συνεχεία τη «Νέα Δημοσιογραφία», την οποία καθιέρωσαν και υπηρέτησαν με πάθος και επιτυχία γνωστοί συγγραφείς, όπως ο Τρούμαν Καπότε και ο Νόρμαν Μέιλερ.
Το «Nordost» (2005) του Γερμανού συγγραφέα Τόρστεν Μπουχστάινερ, ανήκει σ’ αυτό το χώρο. Είναι ένα εγχείρημα που μας εξιστορεί με αρκετή ακρίβεια, αλλά και ψυχολογική εμβάθυνση, το τι έγινε στις 3 Οκτωβρίου του 2002 στο θέατρο Ντουμπρόφσκα στη Μόσχα, όταν εισέβαλαν οι Τσετσένοι τρομοκράτες 
Η ιστορία
Την ιστορία μάς την αφηγούνται τρία διαφορετικά πρόσωπα, το καθένα από τη σκοπιά του. Είναι η Όλγα, που κατάφερε με αιματηρή οικονομία να αγοράσει τρία εισιτήρια για να παρακολουθήσει, μαζί με την κόρη και τον άνδρα της, το μουσικοχορευτικό θέαμα «Νόρντοστ» (βορειοανατολικά), με θέμα τα ανδραγαθήματα των Ρώσων στρατιωτών. Η Ζούρα, μια νεαρή Τσετσένα «μαύρη χήρα», από τις είκοσι που εισέβαλαν στο θέατρο (μαζί με άλλους 22 άντρες). Και, τέλος, η Λετονή γιατρός Ταμάρα, η μόνη στην οποία επιτρέπεται να μπει στο θέατρο και να ελέγξει την υγεία των 850 ομήρων θεατών, ανάμεσά τους η μάνα και η κόρη της.
Καθεμιά από τις τρεις πρωταγωνίστριες καταθέτει τις δικές της αλήθειες και αντιδράσεις στο συμβάν. Και κατά μία έννοια, όλες έχουν δίκιο. Οι Τσετσένοι ονομάζουν την εξέγερσή τους «απελευθερωτικό αγώνα», με την αιτιολογία ότι η Τσετσενία ποτέ δεν ενώθηκε οικειοθελώς με τη Ρωσία. Γι αυτούς, η ένοπλη σύγκρουση της περιόδου 1994-1996, καθώς και η τελευταία εκστρατεία της Μόσχας που άρχισε το φθινόπωρο ’99 με στόχο τη συντριβή των τσετσενικών αγώνων για ανεξαρτησία, αποδεικνύουν ότι οι ρωσικές κυβερνήσεις μιλούν μόνο τη γλώσσα της ισχύος. Οι Τσετσένες εθελόντριες αυτοκτονίας είναι άτομα που έχασαν σ’ αυτό τον πόλεμο κάποιο συγγενικό πρόσωπο και θέλουν να εκδικηθούν το χαμό τους, σκορπώντας τον τρόμο στο ρώσικο πληθυσμό με τις βομβιστικές τους ενέργειες.  


Οι Ρώσοι, από τη μεριά τους, ονομάζουν την εμπλοκή τους «αντιτρομοκρατική επιχείρηση», ισχυριζόμενοι ότι, αφότου αποχώρησαν οι δυνάμεις τους το 1996, η Τσετσενία έγινε άντρο του οργανωμένου εγκλήματος και των απαγωγών. 
Στο έργο οι καταθέσεις των τριών γυναικών συναρπάζουν με τη ζωντάνια, την ανθρωπιά και την αμεσότητά τους. Το αποκορύφωμα των αφηγήσεών τους, έρχεται όταν η κυβέρνηση Πούτιν δίνει εντολή να εισβάλουν στην αίθουσα του θεάτρου οι ειδικές δυνάμεις και να εξουδετερώσουν τους τρομοκράτες. Τα χημικά που θα ρίξουν θα σκοτώσουν 170 αθώους ομήρους. Για τα μάτια του κόσμου την επομένη η Ρωσική κυβέρνηση ανακήρυξε την ημέρα αυτή ημέρα εθνικού πένθους και αποζημίωσε τις οικογένειες των θυμάτων με το «υπέρογκο» ποσό των 3.150 ευρώ. Τόσο κοστολόγησε την αθωότητα.

Η παράσταση
Η παράσταση που είδαμε στο θέατρο «Όρα», σε σκηνοθεσία Μιχάλη Σιώνα (και  μετάφραση Γιώργου Δεπάστα), ήταν μια καθαρή ανάγνωση χωρίς ρίσκα, «επικίνδυνες» λοξοδρομήσεις και άσκοπες περιπλανήσεις. Είχε μέτρο και αυτοσυγκράτηση. Πίστεψε στην επικοινωνιακή δύναμη της αφήγησης, και αυτό φάνηκε από τον τρόπο που τη διαχειρίστηκαν οι τρεις νέες ηθοποιοί, μέσα στο λιτότατο σκηνικό (μοναδικά αντικείμενα τρεις καρέκλες) της «Kunst»,  στο οποίο εισέβαλλε, σε τακτά χρονικά διαστήματα, η λάιβ μουσική από το ακορντεόν του Παναγιώτη Ανδρέογλου, ώστε να υπογγραμίσει εντάσεις, διαθέσεις και επικείμενες εξελίξεις.
Και από τις τρεις ηθοποιούς ακούσαμε να αρθρώνεται στρογγυλεμένος θεατρικός λόγος. Είδαμε να διαγράφονται ανάγλυφα τα εσωτερικά τους πεδία, χωρίς υστερικά τερτίπια, άκαιρες κορυφώσεις και κιτς συμπεριφορές. Υπήρχε γενικά καλή χημεία ανάμεσά τους, γεγονός που βοήθησε κι εμάς να μπούμε από  πολύ νωρίς στο εφιαλτικό κάδρο της εμπειρίας τους. Βρήκα ενδιαφέρουσα τη «μετάνοια» της τσετσένας Ζούρα από τη Νάντια Δαλκυριάδου, η οποία, αφού αρχικά μας συστήθηκε φορώντας το προσωπείο της αμείλικτης και σίγουρης για τις επιλογές της τιμωρού, σταδιακά έδειξε να χάνει την αυτοπεποίθησή της, σε σημείο να διερωτάται η ίδια στο τέλος κατά πόσο αυτό που κάνει είναι το σωστό. Την καταλαβαίνουμε. Είναι νέα και ντοπαρισμένη, όπως όλοι οι στρατοί που απαρτίζονται από νέους και παιδιά. Δικαίως φοβάται, δικαίως αμφιβάλλει. Και η σκηνοθεσία του Σιώνα εκτιμώ πως σωστά επέλεξε να δείξει αυτή την  υποβόσκουσα διάσταση. Μοναδική επιφύλαξή μου, ο βαθμός της μεταβολής. Αυτό θα μπορούσε να γίνει κάπως πιο ανεπαίσθητα. Μου φάνηκε μάλλον υπερβολική και άμεση η υποχώρησή της από τα πιστεύω εκείνα που μέχρι πρότινος την είχαν μεταμορφώσει σε κινούμενη βόμβα. Γενικά, όμως, ήταν σωστή. Όπως σωστές και διαρκώς στη «θέση» τους και οι Άννα Σωτηρούδη και Μομώ Βλάχου. Το παίξιμό τους ήταν καλά εστιασμένο, με ελεγμένες κορυφώσεις και αποσυμπιέσεις. Δεν άφησαν το σλάλομ των συναισθημάτων τους να τις εκτροχιάσει. Είχαν καλά πατήματα στο λόγο και στα σημαινόμενά του.


Συμπέρασμα: μια παράσταση καλά ρυθμισμένων και ευαίσθητων ισορροπιών.

16/12/2013