Μια δική μας ιστορία: Στο θέατρο «Αυλαία» ένα σύγχρονο ρομάντζο



Το θέατρο «Αυλαία», είναι, αυτή τη στιγμή, η κυρίαρχη και πλέον δραστήρια θεατρική κυψέλη της Θεσσαλονίκης. Τη στιγμή που άλλοι κλείνουν, ο καλλιτεχνικός της διευθυντής, ο Θωμάς Χαρέλας, δίνει το δικό του αγώνα, παίρνει τα ρίσκα του, ανοίγεται, καταθέτει αγωνίες και όνειρα, προωθεί συνεργασίες. Και είναι ελπιδοφόρο που το θεατρόφιλο κοινό της πόλης τιμά μαζικά τις επιλογές του, όπως τώρα, ας πούμε, στην πανελλήνια πρώτη του έργου του 32χρονου Σκωτσέζου Ντάνιελ Τζάκσον, «Η ρομαντική μου ιστορία» (παγκόσμια πρώτη το 2010), μεταφρασμένο με κέφι και ευρηματικότητα από την Κοραλία Σωτηριάδου και σκηνοθετημένο με ανάλογο μπρίο από το Βαγγέλη Θεοδωρόπουλο, για λογαριασμό του Θεάτρου του Νέου Κόσμου.
Το έργο
Πρωταγωνιστές του στόρι ένα ζευγάρι τριαντάρηδων, ο Τόμ και η Έμυ, που εργάζονται στην ίδια εταιρεία. Κάποια στιγμή μια έξοδος για ποτό τους φέρνει στο σπίτι της Έμυ. Και από κει αρχίζουν τα ζόρικα. Ο Τόμ δείχνει σαφώς προβληματισμένος, γιατί ξέρει πως μια σχέση με συναδέλφους οδηγεί σε μόνιμη σχέση. Περίπου τα ίδια σκέφτεται και η ¨Ειμυ. Εκείνο που τους εμποδίζει να προχωρήσουν σε μια συγκατοίκηση είναι η ανάμνηση της πρώτης τους γυμνασιακής αγάπης. Δεν μπορούν να την ξεπεράσουν, ή τουλάχιστον αυτό ισχυρίζονται, για να αποφύγουν ενδεχομένως τις δεσμεύσεις. Ο Τομ πιστεύει πως εάν μέχρι ν’ αποφοιτήσεις δεν βρεις κάποιον, θα καταλήξεις να παντρευτείς κάποιο μαλάκα από τη δουλειά. Τόσο απλά.


 Στο τέλος ένα αναπάντεχο γεγονός, η εγκυμοσύνη της Έμυ, αλλάζει τα πάντα, για να κλείσει το έργο με μια αισιόδοξη αναμονή που επαληθεύει και τον τίτλο της ιστορίας. Ο Τομ κάθεται και περιμένει την Έμυ να τελειώσει την εξέταση στο γιατρό. «Τομ: Θα σε περιμένω εδώ. Έμυ: Δε χρειάζεται. Τομ: θα σε περιμένω./Και την περιμένω. Έμυ: Και με περιμένει»
Ο συγγραφέας
Άλλοτε ευθέως άλλοτε πλαγίως, άλλοτε δραματικά και άλλοτε αφηγηματικά, άλλοτε μέσα από τα μάτια του άνδρα και άλλοτε μέσα από τα μάτια της  γυναίκας, ο συγγραφέας επιδίδεται σ’ ένα είδος φροϋδικής ψυχανάλυσης, ώστε να μας δώσει (παιγνιωδώς) μια πιο ρεαλιστική και πολυπρισματική εκδοχή της αγάπης, του φλερτ και των σύγχρονων εκδοχών τους. Ο ίδιος λέει πως χρονικά η στιγμή για τη σοβαρή σχέση είναι κάπου γύρω στα τριάντα. Μόνο που σ’ αυτή την ηλικία είμαστε όλοι παγιδευμένοι στο ναρκισσισμό μας. Δύσκολα βγαίνουμε από το καβούκι μας για να δεχτούμε τον άλλο. Κι αν τον δεχτούμε, απαιτούμε να είναι με τους δικούς μας όρους. Και σ’ αυτό φταίει ο μαζικός πολιτισμός, η μοναχικότητα των επικοινωνιακών μας μέσων, διατείνεται ο Τζακσον. Το Χόλιγουντ και η τηλεόραση σαφώς κι έχουν επηρεάσει τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε την αγάπη, μας λέει. Όλος ο κόσμος τρέχει να μοντάρει τα δικά του αισθήματα, σύμφωνα με τις πακεταρισμένες προδιαγραφές που προωθούν οι διαχειριστές του πολιτισμού. Και από αυθεντικός έρωτας, καταλήγει να είναι ένας έρωτας προκάτ.


Η αλήθεια στην απλότητα
Το έργο δεν καινοτομεί, δεν μας λέει κάτι πρωτόγνωρο: διαλυμένες σχέσεις, η αγωνία των γονιών, η αδιαφορία των γονιών, ο έρωτας, ο μαρασμός του έρωτα, η αγωνία της εγκυμοσύνης, αλλά και η αγωνία της μοναξιάς. Όλα αυτά τα κοινότοπα είναι δοσμένα με τέτοιο τρόπο που μας κεντρίζουν το ενδιαφέρον. Γελάμε μαζί τους και, παράλληλα, τα αντιμετωπίσουμε σαν κάτι δικό μας. Και νομίζω πως αυτό πέτυχε και η σκηνοθεσία του Βαγγέλη Θεοδορώπουλου στη σκηνή του «Αυλαία».
Η σκηνοθεσία
Μπορεί να μην είναι η καλύτερή του, εκτιμώ όμως πως είναι μια από τις πιο ευφάνταστες, ευδιάθετες και εύστοχες δουλειές του. Μπήκε «χαλαρά» στο έργο, εντόπισε το νεύρο της σχέσης των δύο νέων και με έξυπνο τρόπο, κούρδισε και ξεκούρδισε αισθήματα και καταστάσεις με την ακρίβεια ωρολογοποιού και τη διάθεση έφηβου. Το μόνο που έχω να παρατηρήσω είναι ότι έπρεπε να κάνει χρήση και του ψαλιδιού. Από ένα σημείο και μετά, αναφέρομαι πιο πολύ στην τρίτη πράξη, το έργο, ενώ είχε ήδη κάψει τα πυρομαχικά του (μας είπε ό,τι είχε να μας πει), επέμενε να τρέχει επάνω σε ράγες που έτριζαν. Αυτό μάλλον το αγνόησε η σκηνοθεσία, η οποία, ακολουθώντας πιστά το νήμα της ιστορίας, κατέληξε να επαναλαμβάνει τον εαυτό της και να χάνει πόντους (ευτυχώς όχι πολλούς, αλλά και αυτούς τους λίγους θα μπορούσε να τους αποφύγει). 



Υποκριτική μετ’ επαίνων
«Η ρομαντική μου ιστορία» είναι πρωτίστως έργο ηθοποιών. Αν δεν έχεις τους κατάλληλους συνεργάτες, μην το δοκιμάσεις. Ως προς αυτό, η παράσταση ευτύχησε. Είχε τρεις πολύ καλούς πρωταγωνιστές, οι οποίοι κατάφεραν να εμβολιάσουν στο οικείο νεύρο, ζωντάνια και ποικίλα ζιζάνια. Χωρίς υπερβολές και εξεζητημένες πόζες, διαχειρίστηκαν τους ρόλους τους (καμιά εικοσαριά) με σκηνική ευστροφία και γνώση της δοσολογίας στην κίνηση, στις μούτες, στους μορφασμούς. Στέκομαι ειδικά στον δαιμόνιο Μάκη Παπαδημητρίου ο οποίος πότισε το σανίδι με καντάρια ιδρώτα και τους ρόλους του με άμεσο φλέγμα. Χάρμα ιδέσθαι. Δίπλα του (και απέναντί του) η Κατερίνα Λυπηρίδου κατέθεσε και αυτή ερμηνεία με πολύχυμη ευγλωττία.  Η Σύρμω Κεκέ σε κάθε εμφάνισή της πρόδιδε φροντίδα, σκηνική άνεση και καλά αντανακλαστικά.
Τα σκηνικά της Μαργαρίτας Χατζηαντωνίου (μπόρεσα να μετρήσω καμιά εικοσαριά τεράστια μαξιλάρια) εύχρηστα, πολυσημαίνοντα και στην όψη ευχάριστα.
Συμπέρασμα: μια παράσταση από την οποία δεν θα βγείτε σοφότεροι, αλλά σίγουρα πιο ευδιάθετοι. Και δεν είναι διόλου λίγο. Ιδίως στις μέρες μας.
2/12/2012