Η ομορφιά στην απλότητα και τη φαντασία: Η «Μικρή γοργόνα» στην Αυλαία





Μια «ασυνήθιστη» συνεργασία ανάμεσα στη «Μικρή Πόρτα» της Ξένιας Καλογεροπούλου και του δραστήριου θεάτρου «Αυλαία», με  κοινούς καλλιτεχνικούς συντελεστές το σκηνοθέτη, το σκηνογράφο, το χορογράφο και το φωτιστή και με ολόιδια σκηνικά και κοστούμια, αλλά με διαφορετική διανομή για τις δύο πόλεις, έφερε στη Θεσσαλονίκη το γνωστό παραμύθι του Άντερσεν «Μικρή γοργόνα», (1837), διασκευασμένο το 2005 από έναν από τους καλύτερους, αυτή τη στιγμή, συγγραφείς νεανικών έργων, τον Μάικ Κένι. Μια διασκευή όπου δεσπόζει το ρήμα, «θέλω».


Η πιο αγαπητή και πολυχρησιμοποιημένη λέξη στο στόμα των παιδιών. Τα θέλουν όλα. Μια φαντασία χωρίς όρια. Κάπως έτσι αρχίζει το έργο. Με δυο παιδιά που κάθονται στην αποβάθρα ενός λιμανιού, κρατώντας μια μινιατούρα πλοίου στα χέρια, και μας διηγούνται ένα φανταστικό ταξίδι στα βάθη της θάλασσας, ταξίδι γεμάτο απροσδόκητες χαρές αλλά και λύπες, ομορφιά αλλά και δύσκολες προκλήσεις.  Είναι η Ιθάκη τους.
Όπως χαρακτηριστικά λέει στο σημείωμα του προγράμματος ο ίδιος ο Κένι, απαντώτας στο ερώτημα «τι έργα του αρέσει να γράφει;»: «προσπαθώ να φτιάχνω έργα όπου θα μου άρεσε να έφερνα τα παιδιά μου». Δηλαδή, έργα  χωρίς γκλίτερ και στολίδια, που στοχεύουν στο γέλιο αλλά και στη συγκίνηση και ταραχή του κοινού. Για τον Κένι το θέατρο μπορεί να είναι «ένας χώρος απόλυτα ασφαλής, αλλά δεν είναι ένας χώρος όπου πρέπει να κρύβουμε τις σκληρές αλήθειες του κόσμου». Και αυτό ακριβώς κάνει εν προκειμένω: βάζει τους νεαρούς πρωταγωνιστές  της ιστορίας του αφενός να μας διηγούνται τις περιπέτειές τους και, παράλληλα, να τις απομυθοποιούν παίζοντας σ’ αυτές. Δράστες και θύματα της ίδιας της δημιουργικής τους πράξης.


Η ιστορία του Άντερσεν
Η γοργόνα του Άντερσεν, συνεπαρμένη από τον πραγματικό κόσμο, έχει ένα όνειρο: κάποια μέρα να τον επισκεφτεί και να δει πώς ζουν οι άνθρωποι με ψυχή και, ει δυνατόν, να αποκτήσει και αυτή ψυχή. Για να το πετύχει, όμως, αυτό πρέπει να κερδίσει την καρδιά ενός αληθινού πρίγκιπα που θα μοιραστεί την ψυχή του μαζί της μέσω του γάμου. Η επιθυμία της πραγματοποιείται, με μεγάλο ωστόσο μεγάλο τίμημα, καθώς επιτρέπει στη μάγισσα της θάλασσας να της κόψει τη γλώσσα. Έτσι, χωρίς φωνή ανεβαίνει στη γη,  βρίσκει τον πρίγκιπά της, μόνο που αυτός, κάποια στιγμή, παντρεύεται μια πριγκίπισσα από γειτονικό βασίλειο και η γοργόνα πρέπει ν’ αποφασίσει να τον σκοτώσει ή να σκοτωθεί. Επιλέγει τη δεύτερη λύση, πηδώντας στη θάλασσα και αυτόματα μεταμορφώνεται σε μια από τις κόρες του αέρα, ως ανταμοιβή του καλού της χαρακτήρα.
Η διασκευή του Κένι
Η ιστορία που είδαμε στη σκηνή του θεάτρου «Αυλαία», αρχίζει με το Τζέτσαμ να εκμυστηρεύεται στο κοινό ότι είναι ερωτευμένος με τη Φλότσαμ, η οποία όμως τον αγνοεί. Έτσι αποφασίζει να αναλάβει τον ρόλο του αφηγητή της ιστορίας, μπας και της κλέψει κανένα φιλάκι. Στην πορεία μαθαίνουμε τις λεπτομέρειες που αφορούν τον αγώνα της γοργόνας να γίνει άνθρωπος και, παράλληλα, γινόμαστε μάρτυρες του τρόπου με τον οποίο μια ιστορία μπορεί να γίνει θέατρο. Τα δύο παιδιά, άλλοτε μπροστά  κι άλλοτε πίσω από τα προσωπεία τους, άλλοτε σε πραγματικό θεατρικό χρόνο κι άλλοτε σε δραματικό, ξετυλίγουν το κουβάρι με χάρη και ευρηματικότητα, κλείνοντάς μας διαρκώς το μάτι.


Η διασκευή του Κένι επί τούτω αποψιλώνει το μάλλον ηθικοπλαστικού περιεχομένου μήνυμα του Άντερσεν και ενισχύει κάτι πιο γήινο, το θέμα της αγάπης, διανθισμένο με πολλές μαγικές, παραμυθένιες πινελιές. Επιλογή που σαφώς αγγίζει πιο εύκολα τα σημερινά παιδιά, γιατί τους είναι πιο κατανοητή και «παιχνιδιάρικη». Κάνοντας αυτό, ο Κένι τοποθετεί την ιστορία του σε μια μεγάλη παράδοση που θέλει τη γοργόνα σαν μια μοντέρνα ηρωίδα-μάρτυρα της ρομαντικής αγάπης.
Οι συντελεστές
Ο Θωμάς Μοσχόπουλος, έμπειρος και καλός διαχειριστής του χώρου του παιδικού θεάτρου, σκηνοθέτησε την περιπέτειά των δύο ηρώων με τρόπο έξυπνο και επικοινωνιακό. Η ματιά του είχε φρεσκάδα, κομψότητα και πρωτίστως υπευθυνότητα. Χρησιμοποίησε τα αντικείμενα με τέτοιον τρόπο που να εξάπτουν δημιουργικά τη φαντασία των παιδιών. Σωστά γύρισε την πλάτη στη ρεαλιστική τους χρήση και πόνταρε εξ ολοκλήρου στη δυνάμει θεατρικότητά τους. Παράλληλα, άφησε χώρο στους δύο νεαρούς αφηγητές του, τη Χριστίνα Γαρμπή και τον Γιώργο Κισσανδράκη,  ώστε να διαχειριστούν με άνεση τα αλλεπάλληλα μπες-βγες στην αφήγησή τους. Έπαιξαν, μιμήθηκαν, είπαν τα χωρατά τους, φύσηξαν το κέφι και τη χρωματική κίνηση στα προσωπεία τους και γενικά επικοινώνησαν με την πλατεία, καταθέτοντας ειλικρίνεια και ήθος.
Τα σκηνικά της Ευαγγελίας Θεριανού εύχρηστα, εύπλαστα και κυρίως όμορφα, με μπόλικη δόση φαντασίας, μετέφεραν στην πλατεία την αύρα της θάλασσας. Το δικό τους ονειρικό σχόλιο κατέθεσαν οι φωτισμοί του Λευτέρη Παυλόπουλου. Η μετάφραση της Καλογεροπούλου απλή και ουσιαστική, διατήρησε το χαριτωμένο ύφος, αλλά και το χιούμορ του συγγραφέα. Άλλωστε, η γραφή του δεν της είναι άγνωστη. Αυτή, εάν δεν απατώμαι, πρέπει να είναι το τέταρτη φορά που καταπιάνεται με έργο του.
Συμπέρασμα: Μια παράσταση η οποία, χωρίς φανταχτερά κοστούμια και πανάκριβα σκηνικά, με όπλο την απλότητα και τη φαντασία κέρδισε τις εντυπώσεις. Μικροί (και μεγάλοι) συμμετείχαν, διασκέδασαν, χειροκρότησαν. Ένα καλά ρυθμισμένο πανηγύρι της σκηνής και της πλατείας.



9/12/2012