Οι «άλλοι» δράκοι, οι αόρατοι (του Σάκη Σερέφα)




H μοντέρνα Θεσσαλονίκη είναι μια πόλη που τη στοιχειώνουν δεκάδες φαντάσματα, αρχής γενομένης με τη δολοφονία του διερμηνέα του ελληνικού προξενείου Θόδωρου Ασκητή το 1908. Γι’ αυτό και δεν μας εκπλήσσει που πρόσφατα βλέπουμε να πληθαίνουν τα κείμενα εκείνα που σκαλίζουν τις στάχτες και σαρώνουν τη μνήμη, επαναφέροντας τους νεκρούς στο προσκήνιο.
Στο θέατρο, αυτή η καταγραφή και ο σχολιασμός ιστορικών συμβάντων και τεκμηρίων, έχει περάσει με την ονομασία «θέατρο του γεγονότος». Άλλοι αρέσκονται να χρησιμοποιούν τον όρο «θέατρο ντοκουμέντο», άλλοι «θέατρο verbatim--αυτολεξεί» και άλλοι, προφανώς επηρεασμένοι από την τηλεόραση και τον κινηματογράφο, “δράμα ντοκιμαντέρ” (προγράμματα ή ταινίες που έχουν ντοκιμαντερίστικη αξία σε ό,τι αφορά την έρευνα και φιλμάρονται με ένα στυλ επηρεασμένο από το ντοκιμαντέρ) ή  “δραματοποιημένο ντοκιμαντέρ” (ταινίες που είναι κυρίως ντοκιμαντέρ, με τεκμηριωμένη δημοσιογραφική έρευνα, αλλά εμπεριέχουν και δραματοποιημένο υλικό).
Εάν αφήσουμε τους ορισμούς κατά μέρος, εκείνο που παρουσιάζει γενικότερο ενδιαφέρον είναι ότι ο σύγχρονος άνθρωπος, παρ’ όλες τις διευκολύνσεις που του παρέχει η υψηλή τεχνολογία, φαίνεται πως ζει ξανά την αγωνία της αβεβαιότητας και της ανασφάλειας, όπως περίπου την έζησε ο άνθρωπος της πρώτης βιομηχανικής επανάστασης Τα ‘χει χαμένα. Εξ ου και η καχυποψία του. Για να πειστεί θέλει πλέον αποδείξεις, τεκμήρια. Θέλει ν’ ακούσει επιτέλους κάποιες αλήθειες. Ίσως γιατί, ποτέ άλλοτε, δεν ένιωθε να του τις αποκρύβουν τόσο πολύ και τόσο έντεχνα. Η περιρρέουσα ατμόσφαιρα τον έχει κάνει να αισθάνεται εγκλωβισμένος, λες και κάποιος, κάπου, διαρκώς διαμεσολαβεί και του αλλοιώνει την πραγματικότητα, του υποκλέβει τη ζωή, του υποδεικνύει τους βιορυθμούς του. Και αυτήν ακριβώς τη «φοβιστική», την «άλλη» ατμόσφαιρα, είναι που προσπαθούν να σχολιάσουν σύγχρονοι καλλιτέχνες του θεάτρου (μεταξύ άλλων), εκμεταλλευόμενοι ιστορικά και δημοσιογραφικά αρχεία, όπως η περιβόητη περίπτωση Παγκρατίδη, για παράδειγμα, η οποία απασχολεί τον Σάκη Σερέφα στο έργο του «Οι δράκοι», ένα δραματικό πόνημα όπου η συνάντηση της καταγεγραμμένης ιστορίας με τον μύθο είναι σταθμευμένη εκεί ακριβώς όπου ζωντανεύει το παιχνίδι της διπλής σήμανσης (δηλαδή, το παιχνίδι της μάσκας με το πρόσωπο, της αφήγησης με το δράμα).


 Κάτι τέτοιες ειδολογικές προκλήσεις αρέσουν στον Σερέφα, γιατί του δίνουν την ευκαιρία να παντρέψει τον διηγηματογράφο (που κουβαλά μέσα του) και τον δραματικό συγγραφέα. Στην προκειμένη περίπτωση, από τη στιγμή που επιλέγει ο ήρωας του δράματός του να μην εκτελεστεί, όπως επιβάλλει η ιστορική αλήθεια της 17ης Φεβρουαρίου 1968, αυτόματα  ανατρέπει τα ντοκουμέντα, καθώς και τον ορίζοντα των προσδοκιών του δέκτη, και δημιουργεί έναν «αμαρκάριστο» χώρο σημασιών αρκετά ευρύχωρο, ώστε να υποδεχτεί την (ανα)δημιουργική και παιγνιώδη φωνή του. Ο Σερέφας διεκδικεί μια θέση που να του επιτρέπει να ελέγξει τους ρυθμούς και τα ηχοχρώματά της μεταλλαγμένης ιστορίας. Έχοντας ως σημείο εκκίνησης ένα μικρό ποσοστό από τα διαθέσιμα δημοσιογραφικά και δικαστικά τεκμήρια, χτίζει έναν άλλο κόσμο, στον οποίο κατοικούν καινούρια μυθιστορηματικά πρόσωπα, όπως ο Παντελής, ο Μάρκος και η νέα κοπέλα, αλλά και καινούριες καταστάσεις. Μέσα από αλλεπάλληλες και απρόβλεπτες αντιστίξεις σχολιάζει, με τον δικό του γλαφυρό τρόπο, τους  μηχανισμούς της εξουσίας και πώς αυτοί τσαλαπατούν έναν αδύνατο ανθρωπάκο. Δικαστές, αστυνομικοί, ψυχίατροι, στρατιωτικοί: ιδού οι πραγματικοί δράκοι, μας λέει ο Σερέφας με ύφος σαρδόνιο. Ο Παγκρατίδης των «Δράκων» είναι ένας περιφερόμενος όγκος, χωρίς άμυνες και, κυρίως, χωρίς πιστοποιητικά «καλής συμπεριφοράς». Σε κάθε καμπή της ταραγμένης ζωής του, καραδοκεί η πολύμορφη εξουσία για να τον τσακίσει. Και αυτό ακριβώς είναι που απασχολεί πρωτίστως τον συγγραφέα: πώς η εξουσία, η όποια εξουσία, αφήνει τα αποτυπώματά της επάνω σε ανυπεράσπιστα σώματα, και όχι κατά πόσο ο Παγκρατίδης είναι τελικά αθώος ή ένοχος (αυτό το θέμα ούτε καν το αγγίζει);
Το έργο έχει δύο χώρους δράσης (και απόδρασης) που διευκολύνουν τους συγγραφικούς στόχους: ο ένας είναι το ψυχιατρείο (δέκα χρόνια πριν από το σήμερα) και ο άλλος το γηροκομείο (σήμερα). Στα στενά όρια αυτών των χώρων, ο Σερέφας πλέκει έξυπνα ένα παιχνίδι αναπαραστάσεων, όπου ενεργοποιός δύναμη είναι η μνήμη. Αυτή ανοίγει και κλείνει τους χωροχρονικούς ορίζοντες του έργου. Αυτή λειτουργεί ως το ρυθμιστικό ρολόι. Γι’ αυτό στο ψυχιατρείο, εκεί όπου πρωτοσυναντούμε τον Παγκρατίδη, οι θεράποντες ιατροί προσπαθούν να ξεμπλοκάρουν τους νευρώνες του, ώστε να επανέλθει η μνήμη που έχασε μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα. Άλλωστε, ξέρουμε ότι χωρίς μνήμη δεν υπάρχει δράμα. Η φαντασία του «μετα-γραφέα» Σερέφα υφαίνει ψηφίδα ψηφίδα ένα απρόβλεπτο μεταθεατρικό μωσαϊκό με υποβολείς, μια (μυθ)ιστορία που ψάχνει διαρκώς τρόπους να επιστρέψει ως αναπαράσταση. Σε όλη τούτη τη διαδρομή παίζει κρυφτούλι με το αυθεντικό και την αναπαραγωγή του, εκμεταλλευόμενος τη δυναμική της διπλής κωδικοποίησης που του προσφέρει το πολυσημαίνον σύστημα του θεάτρου. Τη μια στιγμή αφήνει τους ήρωές του να αφηγούνται, την άλλη να ταυτίζονται με τα προσωπεία τους, τη μια να αγκαλιάζουν τα δεδομένα και την άλλη να κάνουν τα «δικά τους». Ένα συνεχές πηγαινέλα ανάμεσα στην εμφάνιση και την εξαφάνιση, την αλήθεια και το ψέμα, το θέατρο και το δράμα, την παράσταση και την περφόρμανς. Όλα σε μια κατάσταση μόνιμης ρευστότητας. Τα πάντα, τελικά, είναι θέμα οπτικής γωνίας (και βεβαίως δύναμης).
Οι «Δράκοι» είναι ένα έργο πολυεπίπεδο, βαθιά θεατρικό και συνάμα πολύ ανθρώπινο. Εκμεταλλεύεται με έξυπνο τρόπο την εγγενή δυναμική του μέσου για να μιλήσει, με ευαισθησία και πραγματική έγνοια, για τη ζωή και την τύχη των «μικρών ανθρώπων» αυτής της γης. Δεν δίνει λύσεις. Θέτει ζητήματα. Και αυτά μας αφορούν, γιατί όλοι είμαστε εν δυνάμει στόχοι των ίδιων «δρακόντειων» μηχανισμών.

Σημ. Το κείμενο αυτό περιλαμβάνεται στον τόμο: Ανα-γνώσεις: σύγχρονη  ελληνική θεατρική γραφή. Εθνικό Θέατρο. Αθήνα: Αιγόκερως, 2011, σελ. 14-16.