Περί ομάδας και κατεστημένου: μακρινές υποσχέσεις, άμεσα αδιέξοδα



Εάν κοιτάξει κανείς το παγκόσμιο θέατρο των τελευταίων ετών θα διαπιστώσει ότι η πιο μοδάτη λέξη είναι η «ομάδα» (ensembe). Tη συναντάς παντού: στα σαλόνια και στ’ αλώνια, στα υπόγεια και στ’ ανώγεια.  Εξαγγελίες από δω μανιφέστα από κει, δηλώσεις οργισμένες, ανάλαφρες, βαρύγδουπες, μεσσιανικές. Αφίξεις και αναχωρήσεις, πτήσεις και καταδύσεις. Για κάθε γούστο υπάρχει και κάτι. Στο μυαλό των περισσοτέρων, η λέξη «ομάδα» παραπέμπει σε συλλογική δημιουργία, δηλαδή σε μια μέθοδο παραγωγής, όπου ένας αριθμός ατόμων συνεργάζεται σε όλες τις φάσεις ολοκλήρωσης ενός πρότζεκτ, που συχνά εμπεριέχει και τη διαδικασία της συγγραφής.

Οι σύγχρονες ιστορίες θεάτρου στέκονται ειδικότερα στη δεκαετία του 60, τότε που η ομάδα λειτουργούσε ως έκφραση του αντιεξουσιαστικού πνεύματος  των νέων και της κατάργησης κάθε μορφή ιεραρχίας. Χωρίς τούτο να σημαίνει ότι υπήρχε ένα κοινό μοντέλο για όλα αυτά τα συλλογικά εγχειρήματα. Υπήρχαν ομάδες όπου ναι μεν είχαν λόγο και τα μέλη, ωστόσο τις τελικές αποφάσεις τις έπαιρναν συγκεκριμένα άτομα (όπως στο αμερικανικό αναρχικό σχήμα Living Theatre, όπου το ζεύγος Μπεκ και Μαλίνα είχε τον ουσιαστικό έλεγχο). Σε άλλες περιπτώσεις, οι αποφάσεις από την αρχή έως το τέλος ήταν συλλογικές.  Σε κάποιες άλλες ομάδες (όπως το San Francisco Mime Troupe) υπήρχε μια, ας την ονομάσουμε, «ισοπεδωτική δημοκρατία», όπου κανείς δεν ξεχώριζε  (ανεξάρτητα από ρόλο ή ευθύνες). Σε άλλες περιπτώσεις, τα μέλη μιας ομάδας δούλευαν χωριστά και μετά συναντιόντουσαν και ένωναν τις ατομικές τους προτάσεις σ’ ένα ενιαίο πρότζεκτ. Κ.λπ.κ.λπ.


Στην πορεία, η στροφή της δυτικής κοινωνίας σε πιο συντηρητικές ατραπούς (από τους χίπις στους γιάπις)  θα οδηγήσει σε ριζικές αλλαγές στη φιλοσοφία και τη λειτουργία της έννοιας «ομάδα». Σιγά σιγά βλέπουμε να επανέρχεται η ιεραρχία και ο πραγματισμός. Οι νέοι επιστρέφουν στα σχολειά τους, στην οικογένεια, στην καριέρα τους και στους τραπεζικούς τους λογαριασμούς. Και βεβαίως, το θέατρο επιστρέφει στις οργανωμένες σκηνές του και στον μεσοαστισμό του.


Στην Ελλάδα δεν βιώσαμε τις αναταραχές των 60s, οπότε δεν ζήσαμε ανάλογα φαινόμενα. Ομάδες μπορεί να είχαμε και να έχουμε πολλές, όχι όμως  με αυστηρώς συλλογική συγκρότηση. Για παράδειγμα, αναφερόμαστε στο θέατρο Άττις και στην ουσία μιλούμε για την καταλυτική κυριαρχία ενός χαρισματικού ηγέτη-auteur, του Θόδωρου Τερζόπουλου. Μιλούμε για το Theseum Ensemble (προσέξτε: η λέξη ensemble εμπεριέχεται στον ίδιο τον τίτλο), και στην ουσία πρόκειται για ένα one man show, ενός ακόμη χαρισματικού ηγέτη-auteur, του Μιχαήλ Μαρμαρινού Να προσθέσω στα παραδείγματά μου κι έναν καλλιτέχνη εκτός Αθηνών, τον Γιάννη Παρασκευόπουλο, ο οποίος ηγήθηκε της πλέον πρωτοποριακής ομάδας που ανέδειξε ποτέ η θεατρική Θεσσαλονίκη (και μιας εκ των σημαντικοτέρων πανελληνίως), μιλάω για τις «Νέες Μορφές», που δεν ήταν τίποτε άλλο από ένα, και πάλι, one man show. Τα παράτησε αυτός και κατέρρευσαν όλα.
Θα μπορούσαμε  εδώ να αναφέρουμε και δεκάδες άλλες ομάδες που δραστηριοποιούνται αυτή τη στιγμή στο ελληνικό θέατρο, που, αν κρίνω από τη σύστασή τους, μπορεί να αρχίζουν επάνω σε μια βάση κάπως συλλογική και με εστιασμένους αισθητικούς προσανατολισμούς, στην πορεία όμως οι δεσμοί και οι θέσεις χαλαρώνουν και καταλήγουν κι αυτές να λειτουργούν κάτω από έναν ηγέτη/αρχηγό (ή να μην λειτουργούν καθόλου). Για παράδειγμα, ο «Χώρος», έχει μεν σταθερούς συνεργάτες, όμως ο Σίμος Κακάλας είναι εκείνος που εμφανίζεται ως ο ιθύνων νους (και υποθέτω πως πρέπει να είναι). Το ίδιο αισθάνομαι πως συμβαίνει και στην περίπτωση ομάδων όπως: Vasistas, Sforaris, Κανιγκούντα, Θέατρο Σημείο Μηδέν, Όχι παίζουμε, Nova Melancholia. Διαφοροποιώ κάπως τους Blitz οι οποίοι, εδώ και κάποια χρόνια (έχει σημασία η διάρκεια), εμφανίζουν προς τα έξω μια πιο συγκροτημένη συλλογική φυσιογνωμία που λειτουργεί περίπου με τον ίδιο τρόπο.


Και κάτι άλλο, που αφορά τρέχουσες καταστάσεις. Πιο παλιά η έννοια της συλλογικότητας περιορίζονταν εντός της ομάδας (σκηνοθέτης, ηθοποιοί, χορογράφος, συγγραφέας, μουσικός). Τώρα, έχει επεκταθεί, για να συμπεριλάβει σχεδιαστές, video artists, installations (βλ.περιπτώσεις Bob Wilson και Richard Foreman). Είναι προφανές πως όσο θα ενισχύεται η τεχνολογία, η έννοια της ομάδας θα αλλάζει εστιακό κέντρο και ενδεχομένως ιδεολογικούς προσανατολισμούς. Δεν είναι λίγες οι intermedial performances που δεν πολυνοιάζονται για το ζωντανό θέαμα, αλλά πρωτίστως για τους αφηγηματικούς χώρους που οι ίδιες δημιουργούν.



Άλλωστε η γενιά αυτή (και εδώ αναφέρομαι προφανώς και σε πολλά μέλη της Κίνησης Μαβίλη) έχει μεγαλώσει με την τεχνολογία και είναι λογικό να την χρησιμοποιεί. Είναι μια γενιά, στο μυαλό της οποίας τα μεγάλα γεγονότα της ιστορίας που χάραξαν τον 20ό αιώνα (παγκόσμιοι πόλεμοι, ατομική βόμβα, δικτατορίες, εμφύλιοι, πείνα) είναι χαμένα στην ομίχλη του μύθου και του μυστηρίου. Είναι μια γενιά για την οποία η ιστορία και η μυθιστορία είναι ένα κουβάρι, όπως είναι το πραγματικό και το φανταστικό.
Η γενιά για την οποία συζητούμε δεν καλείται μόνο να καταλάβει τι έχει παραλάβει, αλλά και να στοχαστεί επάνω σ’ αυτά που θα παραδώσει από δω και πέρα. Τώρα έχει την ευθύνη να φτιάξει τον δικό της κόσμο. Μέσα από τα συντρίμια, τις υποσχέσεις και τα ανεπίδοτα του χθες, είναι η σειρά της να χαράξει  νέες μεθορίους, να ανακαλύψει νέες γεωγραφίες και να θέσει νέα ζητήματα. Παρακολουθώντας αυτές τις ομάδες, βλέπει κανείς ότι πολλές είναι μπερδεμένες, όπως μπερδεμένη είναι και η ίδια η χώρα, μια χώρα που προσπαθεί ακόμη να ανακαλύψει τον εαυτό της και τα συστατικά της και κυρίως τι έφταιξε κι έφτασε εδώ που είναι τώρα, σ’ αυτά τα απερίγραπτα χάλια.


Το πιο ενδιαφέρον που παρατηρεί κανείς στην εξέλιξη όλων αυτών των σύγχρονων ομάδων (και δεν αναφέρομαι υποχρεωτικά μόνο στις δικές μας, δεδομένου ότι ανάλογα φαινόμενα παρατηρεί κανείς σε όλες σχεδόν τις δυτικές χώρες) είναι ότι, σε αντίθεση με την ιστορική πρωτοπορία που λειτουργούσε σε ανταγωνιστική σχέση με το κατεστημένο θέαμα (mainstream), η σημερινή λειτουργεί σε αγαστή σχέση με την παγκόσμια πρωτοπορία του κατεστημένου. Σήμερα οι θιασώτες της όποιας πρωτοπορίας δεν έχουν κανένα απολύτως πρόβλημα να κλείνουν, όπου και όπως μπορούν, δελεαστικά συμβόλαια με εταιρείες, να εμφανίζονται στην τηλεόραση, ακόμη και στα προγράμματα φαιδρών πρωινατζούδων και απογευματινατζούδων (που υποτίθεται είναι το ανάθεμα της σκεπτόμενης καλλιτεχνίας), να δίνουν συνεντεύξεις σε φυλλάδες της συμφοράς και, γενικά, να καταφεύγουν σε όλα τα γνωστά μέσα και πονηρά τρικ του σύγχρονου μάρκετιγκ, σ’ εκείνα ακριβώς που καταφεύγουν και τα πλέον συντηρητικά και εμπορικά σχήματα.
Θα μου πείτε, ενδεχομένως, πως μ’ αυτά που λέω ωραιοποιώ το χτες και καταδικάζω το σήμερα. Κάθε άλλο. Πιστεύω πως και οι πιο παλιοί αβανγκαρντιστές ονειρεύονταν ή ομολογούσαν (κατ΄ ιδίαν, τουλάχιστο) σε φίλους την κρυφή επιθυμία τους να υπογράψουν παχυλά συμβόλαια ή να εμφανιστούν σε πολυτελή θέατρα. Η διαφορά είναι  ότι οι σημερινοί δεν ονειρεύονται απλώς, αλλά έχουν αποενοχοποιήσει τη συμμετοχή τους στην κουλτούρα mainstream. Επιζητούν την προβολή και τα μεγάλα φεστιβάλ ή τους ευκατάστατους χορηγούς, ακόμη κι αν είναι αμφιβόλου ηθικής στάθμης. Όπως είπα, η σχέση τους με το κατεστημένο δεν είναι ανταγωνιστική. Εν γνώση τους λειτουργούν, πολλές φορές, σαν ένα είδος δοκιμαστικού σωλήνα της κατεστημένης κουλτούρας, κάτι σαν εργοτάξιο δοκιμής νέων ιδεών που αμέσως μετά τις υφαρπάζει το ίδιο το σύστημα και τις ιδιοποιείται. Είναι κι αυτό μέρος ενός παιχνιδιού δούναι και λαβείν. Να σας θυμίσω πού βλέπουμε και με τι εισιτήριο την παγκόσμια αβανγκάρντ (Φαμπρ, Γουίλσον, Μπρουκ κ.λπ). Καθόμαστε σε «βελούδινα» καθίσματα (τρόπος του λέγειν),  με αντίτιμο 60 και 70 ευρώ (τουλάχιστο τότε που νομίζαμε πως ήμασταν πλούσιοι, γιατί τώρα τα πράγματα στένεψαν πολύ). Τώρα, τι σόι πρωτοπορία είναι αυτή και ποιοι την πληρώνουν (και γιατί: έχει σημασία αυτό), είναι θέμα που σηκώνει μεγάλη συζήτηση.
Εν τάχει θέλω να σταθώ στην πολύ ενδιαφέρουσα και ιδεολογικά πολυσημαίνουσα κίνηση της διεύθυνσης του Εθνικού Θεάτρου να φιλοξενεί κάθε χρόνο μικρό αριθμό ομάδων (4-5), απ’ αυτές που θα λέγαμε ότι ανήκουν στην ελληνική πρωτοπορία ή εναλλακτική σκηνή ή στη μη-κερδοσκοπική σκηνή (πείτε την όπως θέλετε). Δεν θα μπω σε λεπτομέρειες ως προς τους όρους συνεργασίας ούτε κατά πόσο η προσπάθεια αυτή έχει αποδειχτεί επιτυχής μέχρι τώρα. Θα σταθώ μόνο στις συμβολικές διαστάσεις της πρωτοβουλίας. Στο πώς, δηλαδή, το ίδιο το σύστημα αγκαλιάζει τον «άλλο» λόγο και περίπου τον ιδιοποιείται. Είναι αυτό ακριβώς που είχε πει κάποτε ο Νίτσε: κάθε σύστημα που σέβεται τον εαυτό του και επιθυμεί την επιβίωσή του, οφείλει να καλλιεργεί/συντηρεί στους κόλπους του και την αίρεση. Η αίρεση λειτουργεί όπως τα αντι-σώματα. Δημιουργεί ένα προστατευτικό κέλυφος γύρω από το ίδιο το σύστημα κι έται δεν το αφήνει να καταρρεύσει.


Σε μια εποχή, λοιπόν, ραγδαίων εξελίξεων η «υιοθέτηση» για ένα χρόνο της πρωτοπορίας από τον χώρο του κατεστημένου (γιατί δεν μπορώ να φανταστώ κανένα εθνικό θέατρο—και εννοώ παγκοσμίως-- που ζει εξ ολοκλήρου από τον δημόσιο προϋπολογισμό ότι δεν είναι, λιγότερο ή περισσότερο, ενταγμένο στις τάξεις του κατεστημένου, δεν είναι δηλαδή μέρος του συστήματος) είναι, αν μη τι άλλο, μια έξυπνη κίνηση τακτικής. Που βέβαια, με τα σημερινά άθλια οικονομικά δεδομένα της χώρας, δεν ξέρω σε ποιο βαθμό μπορεί να συνεχίσει. Η εκτίμησή λέει ότι, όσο θα βαθαίνει η κρίση και όσο θα κυριαρχούν τα αξιώματα του νεοφιλελευθερισμού, θα αποψιλώνεται και η κρατική στήριξη (ήδη είναι γεγονός σε πολλές χώρες), και άρα θα μεγαλώνει και η εξάρτηση των ομάδων από τους νόμους της ελεύθερης αγοράς (κάτι που γνωρίζουν πολύ καλά οι Αμερικανοί συνάδελφοι). Η κυκλωτική λειτουργία του τεχνοπολιτισμού και του οικονομικού κατεστημένου, θα ακυρώνουν σιγά σιγά τις θέσεις εκτός συστήματος που θα μπορούσαν να προκαλέσουν επικίνδυνες δονήσεις. Η παγκοσμιοποίηση πουλά πολυπολιτισμό και κουλτούρα πάντοτε μέσα από την οικονομία. Και όλες οι οικονομίες είναι από τη φύση τους συντηρητικές. Τα θέλουν όλα εντός και ελέγξιμα.


Γι’ αυτό τέτοιες κινήσεις, όπως η Κίνηση Μαβίλλη, είναι αναγκαίες, γιατί όσο δεν αμφισβητούνται ή, έστω, δεν ελέγχονται ή δεν συζητιούνται με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, οι θεσμοί και οι τακτικές του τεχνοπολιτισμού και της νέας οικονομίας, το θέατρο ή τα θέατρα, αν προτιμάτε, κινδυνεύουν να παραμείνουν δέσμια του βλέμματος και των ορέξεων μιας διαγραφόμενης οικονομικής ελίτ, πηγαίνοντας πέρα δώθε επάνω στο χαλί που τους στρώνουν οι ατζέντηδες ή οι ευκαιριακοί προστάτες τους. Και αυτό το σημείο πρέπει να το προσέξουν όλοι εκείνοι που πιστεύουν σε μια όντως διαφορετική και βιώσιμη θεατρική φιλοσοφία. Πρέπει να καταλάβουν ότι πρωτοπορία σήμερα είναι το ίδιο το σύστημα που πληρώνει την πρωτοπορία ώστε να ανανεώνεται το ίδιο.
Το θέμα που πρέπει να λύσουν όσοι και όσες δηλώνουν θιασώτες εναλλακτικών κινήσεων ή διαφορετικών κινήσεων, όπως η Κίνηση Μαβίλη, είναι τι σχέσεις θέλουν (ή μπορούν) να έχουν με το νέο κοινωνικό και πολιτικό σύστημα που βρίσκεται ήδη στα σκαριά (και μιλώ πιο πολύ για μας εδώ, αλλά, κατά πως δείχνουν τα πράγματα, για την Ευρώπη στο σύνολό της);  Πάντως, εκείνο που βλέπω και με ανησυχεί είναι ότι όλα συνωμοτούν (ή αν προτιμάτε, συνηγορούν) εναντίον του πραγματικά «επικίνδυνου»» θεάτρου. Και για να μεταφέρω κάτι που συχνά λέω για την πράξη της κριτικής: «Η κριτική είναι ελεύθερη όσο είναι κοινωνικά ασήμαντη». Κάπως έτσι καταλαβαίνω και το βαθιά «ενοχλητικό» και «επικίνδυνο» θέατρο: με τα σημερινά δεδομένα μπορεί να υπάρχει δυστυχώς μόνο ως φαντασίωση.
Κάποτε ο Ντάριο Φο είχε πει ότι το να κάνεις θέατρο μέσα στις δομές της εξουσίας, ισοδυναμεί με το να την υπηρετείς και να αναπαύεις τη συνείδησή της, επιτρέποντάς τη να απολαμβάνει τον υποτιθέμενο φιλελευθερισμό της. Στα παλιά χρόνια, οι βασιλιάδες άφηναν τους τρελούς τους να λένε οτιδήποτε, να καταγγέλλουν τα δεινά της αυθαιρεσίας και της απόλυτης εξουσίας. Αν ύψωνε όμως τη φωνή κανένας «επικίνδυνος» χωριάτης, τον ξεπάστρευαν, όπως  παθαίνει ο πρωταγωνιστής του στο έργο του Ισαβέλλα, τρεις καραβέλλες και ένας παραμυθάς.
Τελικά, μήπως έχουν δίκιο αυτοί που λένε ότι το να μην είσαι αβανγκάρντ είναι η τελευταία μόδα της αβανγκάρντ; Οπότε, τι κουβεντιάζουμε; Μα για τη φαντασίωση ότι μπορούμε να αλλάξουμε τον κόσμο παίζοντας με τις μάσκες.