Gone With the Wind στον Plata mona: Και ένα ζακυ(ν)θινό υστερόγραφο



Πρωτογνώρισα τη γραφή του Στέλιου Χατζηαδαμίδη το 2011 στο ‘Έσπασε». Μου άρεσε η ματιά του και γενικά η διάθεσή του να εκθέσει τη γελοιότητα της σύγχρονης ζωής μας. Τώρα, στη δεύτερη δουλειά του, με τον ευθέως περιπαιχτικό και κιτσάτο τίτλο «Night Club Plata Monas» (Θέατρο «Σοφούλη»), με πρωταγωνιστή τον ανεπρόκοπο, αγοραφοβικό, υδροφοβικό, μικροβιοφοβικό Άντονι, υιό ενός εξίσου ανεπρόκοπου πατέρα που πήρε την ευρωπαϊκή επιδότηση για μήλα και στη θέση τους «φύτεψε» ένα κλαμπ, και τη χαζοχαρούμεννη Ελίνα Μπίμπι Μπο με τα μονίμως υγρά μάτια, παιδί χωρισμένων γονιών, κολλημένη στα καψοτράγουδα, ομολογώ ότι δεν πείστηκα ούτε από τη σκηνοθεσία του μα ούτε, κυρίως, από το ίδιο το κείμενό του.

Συν και πλην
Δεν τ’ ακυρώνω όλα. Κάποιες σκέψεις του τις βρήκα δυνάμει ενδιαφέρουσες. Για παράδειγμα, η περίοδος στην οποία επικεντρώνεται έχει πολλά να μας πει. Ειδικά τώρα, που κάνουμε ταμείο, έχουμε ανάγκη από έργα που βγάζουν προς τα έξω την απάτη των κατασκευασμένων «ηρώων» και εθνοσωτήρων μας. Όλων εκείνων που πήραν τους σημερινούς 35άρηδες και τους έμαθαν να ζουν με παραμύθια. Έχει ενδιαφέρον να δει κανείς πώς διαμορφώνεται η εικόνα του μοναχικού Νεοέλληνα, ο οποίος πριν καλά καλά καταλάβει τι εστί κατανάλωση και εκμοντερνισμός, φόρεσε γκλαμουράτα ρούχα, καβάλησε πανάκριβα αυτοκίνητα, κουνήθηκε και λικνίστηκε στα τουρκομπαρόκ τσιφτετέλια τραγουδιστών της σειράς και νόμισε πώς κάτι πέτυχε.


Ο Χατζηαδαμίδης παρακολουθεί από κοντά τον κόσμο και θέλει να τον κάνει θέατρο. Όμως, δεν αρκούν οι προθέσεις και οι καλές ιδέες. Απαιτείται και η ανάλογη ερευνητική ματιά, ώστε όλα αυτά να αποπνευματοποιημένα ευρήματα ν’ αποκτήσουν το ειδικό τους βάρος. Δεν μπορείς ν’ ακουμπάς επάνω στο κιτς, λ.χ., απλώς για να κάνεις τον θεατή να γελάσει με το θέαμα της κοινωνικής γελοιότητας. Απαιτούνται προσεκτικές βυθίσεις, ώστε το κενοφανές, αλλά ιδεολογικά ύποπτο, κιτς να οδηγήσει κάπου, να ρίξει λίγο φως, να αποδώσει ευθύνες, να ξεβρακώσει όλα εκείνα τα λαμόγια που έφεραν τη χώρα και τη νεοαλαία της σ’ αυτά τα απερίγραπτα χάλια. Δεν το ‘κανε. Προτίμησε να μείνει στην επιφάνεια, απλός παρατηρητής.
Όπως, επίσης, δεν σεβάστηκε το βασικό κανόνα της θεατρικής γραφής που λέει: «μπες αργά, βγες γρήγορα». Κάθε δραματικός καμβάς έχει τα όρια και τις αντοχές του. Δεν τα σηκώνει όλα. Το θέατρο δεν γράφεται όπως ένα μυθιστόρημα. Δεν σου προσφέρει την πολυτέλεια των πολλών επεξηγήσεων και αναλύσεων. Ένα καλό θεατρικό έργο απαιτεί βαθιά αίσθηση της σκηνικής οικονομίας. Όπως απαιτεί και κάποια ρυθμιστική εστίαση, ώστε η όποια «παρέλαση» εικόνων και μηνυμάτων να έχει νόημα, να συγκλίνει κάπου. Όταν όλα πολυβολούν χωρίς σταματημό και, πρωτίστως, χωρίς κάποιους σταθερούς και καλά τοποθετημένους άξονες να τα συγκρατήσουν, τότε υπάρχει πρόβλημα και συνέπειας και επικοινωνίας.


Κάπως έτσι χάθηκε η μπάλα και μαζί της χαθήκαμε κι εμείς, αλλά και οι δύο θαρραλέοι ηθοποιοί της διανομής που, ομολογώ, πως το πάλεψαν, αλλά εις μάτην. Δεν είχαν πολλά περιθώρια.
Υποκριτική
Η Παυλίνα Χαρέλα και ο Τάσος Δημητρόπουλος κατέθεσαν φιλότιμο, κουβάλησαν προσωπεία, μπήκαν βγήκαν σε καταστάσεις, τραγούδησαν, ίδρωσαν, είπαν τα χωρατά τους,  μας έκλεισαν το μάτι, αλλά, από ένα σημείο και μετά, εκτιμώ πως ήταν πια αδύνατο να διαχειριστούν την πλαδαρότητα του κειμένου. Και αναφέρομαι στο τελευταίο 45λεπτο, όπου πια οι εικόνες μπαινόβγαιναν ασταμάτητα, χωρίς κανείς να μπορεί να τις συγκρατήσει και να τις εκλογικεύσει. Η μόνη σταθερά, που κάπου έδινε κάποιο νόημα, ήταν  η γλαφυρή τηλεοπτική αφήγηση (του Αλέξανδρου Ζαφειριάδη). Όχι, όμως, ικανή από μόνη της να σώσει το σκηνικό κολάζ των εικόνων.
Συμπέρασμα: ένα έργο με προοπτικές gone with the wind

Ζακυ(ν)θινό υστερόγραφο
Με υπομονή και πίστη σε αυτό που κάνει, η ομάδα «Oberon” συνεχίζει να δοκιμάζεται με κείμενα δύσκολα, που απαιτούν φροντίδα και φαντασία, ώστε να κατέβουν στην πλατεία και να μιλήσουν σ’ ένα σύγχρονο θεατή, συνηθισμένο στα γρήγορα και ευπώλητα ερεθίσματα. Ενδεικτικά: «Σαχλοκουβέντες» (Μπέκετ), «Άτιμο κόκκινο» (Γώγου, Γκίνσμπεργκ), «Und» (Μπάρκερ) και, τώρα, το σολωμικό «Η γυναίκα της Ζάκυθος», που είδαμε στη σκηνή του «Άνετον», σε σκηνοθεσία Αλέκου Σπυριδάκη.


Χωρίς ψευδοποιητικισμούς και λοιπές εμπορεύσιμες χαριτωμενιές, η mise en scene του Σπυριδάκη στόχευσε κατευθείαν στο εσωτερικό τοπίο του λόγου, στα υπόγεια ρεύματά του, όπου αναζήτησε ρυθμούς, αισθήματα, αδιέξοδα, συγκρούσεις, αλλά και λύσεις. Ορθά κατάλαβε πως ένα θέατρο του μυαλού (mise en abime), απαιτεί ανάλογη διαχείριση, ώστε ν’ αφήσει να διαχυθούν προς τα έξω και ν’ αποκτήσουν σκηνική ορατότητα ανομολόγητα και ανεπίδοτα πάθη και μηνύματα. Αποτέλεσμα: μπορεί να μην καινοτόμησε, μπορεί να μην μας ξάφνιασε, σίγουρα όμως μας κέρδισε με τη σοβαρότητα και την καθαρότητα της ανάγνωσής του.


Με το Διονύση Καραθανάση λιτό και επικοινωνιακό αφηγητή-ιερομόναχο, το Μάριο Μελουβιώτη, όπως πάντα νευρώδη, αεικίνητο και κοφτερό, και τη Σοφία Βούλγαρη να ζει ζωηρά αλλά με μέτρο τον ξεπεσμό της «Γυναικός», χαρήκαμε μια παράσταση που ελίχθηκε και εξελίχθηκε με καλά υπολογισμένες δόσεις ανάμεσα στο όνειρο και την πραγματικότητα, το φωτεινό και το εφιαλτικό. Σημειώνω στα συν του όλου εγχειρήματος τα λειτουργικά και υπαινικτικά σκηνικά της Μαριέττας Πανίδου και τους ατμοσφαιρικούς φωτισμούς της Κέλλυς Εφραιμίδου.
Με δυο λόγια: μια σκηνική εκδοχή επιμελημένη και με άποψη.

25/11/2012



Share:

Translate

ΣΑΒΒΑΣ ΠΑΤΣΑΛΙΔΗΣ / Savas Patsalidis

ΣΑΒΒΑΣ ΠΑΤΣΑΛΙΔΗΣ / Savas Patsalidis

CURRICULUM VITAE / ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Critical Stages

Critical Stages
The IATC web journal

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΟΣ

ARTICLES IN ENGLISH

Περιεχόμενα

Follow by Email

Αρχειοθήκη ιστολογίου