Θέατρο των αφτιών: Στο θέατρο Όρα





«Οι οφθαλμοί βλέπουν το φως. Όταν όμως κοιτάζουν το φως, χάνουν το φως τους». Τάδε έφη Αριστοτέλης. Έκτοτε ουκ ολίγοι φιλόσοφοι και στοχαστές θα κρατήσουν κριτική στάση απέναντι στην επικράτηση της ανωτερότητας της όρασης. Ο Νίτσε, για παράδειγμα, θέλοντας να ανατρέψει τον κυρίαρχο οφθαλμοκεντρισμό της βιομηχανικής Ευρώπης, θα κατηγορήσει το μάτι ότι είναι ένα όργανο «εκτός τόπου και χρόνου».
Σήμερα, περισσότερο από ποτέ, η γνώση προέρχεται από την όραση. Μάλιστα, δεν είναι τυχαίες εκφράσεις όπως «μην πιστεύεις όσα ακούς» ή «καλύτερα εμπιστέψου τα μάτια σου». Οι εμπειρίες του χώρου και του χρόνου έχουν συγχωνευτεί μέσω της ταχύτητας και η μόνη αίσθηση η οποία είναι αρκετά γρήγορη για να συμβαδίσει με αυτή την ταχύτητα είναι η όραση. Και ο λόγος είναι απλός. Το μάτι έχει εξασκηθεί να συλλαμβάνει άπειρες εικόνες σε κλάσματα δευτερολέπτου. Γεγονός που δεν αφήνει στον άνθρωπο πολλά περιθώρια να επεξεργαστεί τις εικόνες και να τις αφομοιώσει, με αποτέλεσμα τον εγκλωβισμό του σε ένα αιώνιο παρόν.
Προς τι όλα αυτά; Μα γιατί, πάντα με προ(σ)καλεί το θέατρο του Δήμου Αβδελιώδη να ξανασκεφτώ τη δύναμη της ακοής. Να δω το θέατρο κάπως αλλιώς, με τα αφτιά. Να κάτσω ν’ ακούσω, να στοχαστώ, να ταξιδέψω επάνω σε λέξεις και πάλι λέξεις αχόρταγες, γεμάτες  φύση, χώμα, παθήματα, μνήμες .

Ο σκηνοθέτης Δήμος Αβδελιώδης
Περί Βιζυηνού
Κάθε άλλο παρά τυχαία είναι η ενασχόληση του Αβδελιώδη με τον πεζογράφο Βιζυηνό. Από το 1992, που μας εντυπωσίασε με τις Μορφές από το έργο του Βιζυηνού (με την Κοκκίνου σε έναν από τους καλύτερους ρόλους της καριέρας της), διαρκώς επιστρέφει στο έργο του, αναζητώντας καινούρια ηχοχρώματα, ιδιαίτερους παλμούς, εσωτερικές κλιμακώσεις, διακυμάνσεις, μουσικά σταυροδρόμια. Αφηγηματικός στα σημεία, αλλού πολύ προσωπικός, σχεδόν αυτοβιογραφικός, αλλού ποιητικός, σαρκαστικός, χιουμοριστικός, ειρωνικός, ο λόγος του Βιζυηνού είναι μια πινακοθήκη διαθέσεων και τεχνικών εξιστόρησης που ταιριάζουν στο σκηνοθετικό ταμπεραμέντο του Αβδελιώδη.
Κορυφαίο δείγμα των προσανατολισμών του το διήγημα Το μόνον της ζωής του ταξείδιον, μια ιστορία που στρέφεται γύρω από την εμπειρία ενός δεκάχρονου παιδιού που πηγαίνει στην Κωνσταντινούπολη για να δουλέψει ως παραγιός στο ραφτάδικο ενός σκληρού αφέντη, του αρχιράφτη της Βαλιδέ Σουλτάνας.  Στο επίκεντρο της αφήγησης είναι ένας καλοσυνάτος παππούς, ο οποίος, σε όλη του τη ζωή, ήταν υποταγμένος στη γυναίκα του και που το μόνο μέσον (δια)φυγής που διέθετε ήταν οι λέξεις. Αυτές θα λειτουργήσουν ως σανίδα σωτηρίας, απάντηση στα πραγματικά ταξίδια που κάνει αντ’ αυτού η γυναίκα του. Η πλαστικότητα της γλώσσας δίνει στον συμπαθή γέροντα το απόλυτο διαβατήριο για να διασχίζει σύνορα κατά το δοκούν και χωρίς έλεγχο. Το σώμα των λέξεων γίνεται η γεωγραφία των ταξιδιών του, το μέσον της αναπαράστασής του. Κάποια στιγμή, βέβαια, θα ‘ρθει και το πραγματικό ταξίδι, πέρα από τις λέξεις. Ταξίδι μοναχικό και σιωπηλό. Προς τον θάνατο. Μόνο που από κει δεν υπάρχει επιστροφή για να μας πει πώς ήταν.


Σκηνοθεσία
Ο σκηνοθέτης στόχευσε εξαρχής να κινητοποιήσει τον παραστασιακό χώρο μέσα από τη μουσικότητα των λέξεων. Με συνεχείς βυθίσεις στα εσωτερικά τους τοιχώματα αναζήτησε ρυθμούς, νεύρα, χυμούς, ταλαντώσεις, νοήματα. Το αποτέλεσμα ήταν ένα ηχητικό σύμπαν διασταυρούμενων εντυπώσεων, αναμνήσεων, επιθυμιών και προσωπείων, μια κυκλωτική πανδαισία ηχοχρωμάτων, από μόνη  της θέαμα (ακρόαμα) εξαιρετικό. Τη μια εντός ιστορίας και την άλλη εκτός, οι αρθρωμένες λέξεις άνοιγαν δρόμους, διέσχιζαν σύνορα, μας ταξίδευαν όλο και πιο μακριά, στην εσχατιά της φαντασίας, εκεί όπου ούτε η αλήθεια μετράει ούτε το ψέμα, παρά μόνο η αφήγηση, μια αφήγηση πραγματικός ποταμός, όπως ταιριάζει σ’ ένα δεκάχρονο παιδί, που τρέχει να προλάβει να τα πει όλα πρώτο αυτό, πριν το προλάβουν οι λέξεις. Μια τραμπάλα ανάμεσα στο παιδί-άνθρωπος και το παιδί-μαριονέτα. Να υποθέσω πως όλο εκείνο το λίκνισμα που είδαμε στη σκηνή του Θεάτρου Όρα, οι σπασμωδικές σωματικές κινήσεις ανάμεσα στο ζωντανό θέαμα και το κουκλοθέατρο, αποσκοπούσαν να υπογραμμιστεί αυτή ακριβώς η θεατρικότητα του γεγονότος;


Ερμηνεία
Στη Θεσσαλονίκη η παράσταση παίχτηκε εναλλάξ από τον Γιώργο Νικόπουλο και τη  Μαρίνα Αργυρίδου. Επαγγελματικοί λόγοι δεν μου επέτρεψαν να δω και τον (πιο έτοιμο και δοκιμασμένο) Νικόπουλο. Παρόλα αυτά μόνο καλά λόγια έχω να πω και για την άπειρη Αργυρίδου.  Κατέθεσε τεχνική, πάθος, ψυχή, καθαρή ματιά και ελεγχόμενο στιλιζάρισμα. Δε λέω, ήταν στιγμές που η απειρία της την έβγαζε κάπως εκτός ρυθμού, οδηγώντας την σε ένα αχρείαστο στρίγκλισμα (ιδίως στην αρχή κάθε πρότασης). Θα μπορούσαν οι εισαγωγές αυτές να λειανθούν κάπως, όπως επίσης και ορισμένες εκφράσεις ώστε να κερδίσουν σε ζεστασιά και να μην φαντάζουν τόσο απόκοσμες. Το χιούμορ, επίσης,  πού και πού πνιγόταν από το ποδοβολητό των ήχων (εδώ έπρεπε να καθαρίσουν οι παύσεις ώστε να βγουν προς τα έξω οι ιδιαίτερες στιγμές της αφήγησης). Αλλά κι έτσι, το επαναλαμβάνω: οι καλές εντυπώσεις παραμένουν. Η νεαρή ηθοποιός έδειξε ξεκάθαρα το εύρος των εργαστηριακών οδηγιών του σκηνοθέτη. Χωρίς εξιμπισιονισμούς και υπερβολές, κατέθεσε γοητεία, αντλώντας από το εσωτερικό πλεόνασμα του κειμένου. Τσαλαβούτησε στα βαθιά του λόγου, αναδεικνύοντάς τον ως τον απόλυτο πρωταγωνιστή, τον δημιουργό της (ανα)παράστασης, αλλά και του ομιλούντος υποκειμένου. Κατέστησε σαφές ότι το υποκείμενο δεν προϋπάρχει της λέξης, αλλά γεννιέται μαζί της. Ποιος δεν της αναγνωρίζει αυτή την αυξημένη ετοιμότητα στις ασταμάτητες μεταπτώσεις; 


Συμπέρασμα: ορίστε μια παράσταση για όποιον έχει μάτι που θέλει ν’ ακούσει.
Αγγελιοφόρος της Κυριακής
18/12/2011