Μονολογώντας επιβιώνουμε



Ο θεατρικός μονόλογος έχει πάρει πια μορφή επιδημίας. Τίποτα δεν τον σταματά. Κάθε θέατρο και από έναν, τουλάχιστο. Κάποιοι βλέπονται, οι περισσότεροι όμως όχι. Το βέβαιον είναι ότι το είδος δεν κινδυνεύει. Η ιστορία έχει  δείξει πως επιβιώνει παντός καιρού και χρήστη. Όλοι βρίσκουν και κάτι που τους βολεύει.
Οι συγγραφείς (ταλαντούχοι και ατάλαντοι) γιατί τους δίνει, μεταξύ άλλων, τη δυνατότητα να δημιουργήσουν μορφές αφηγηματικής ευρυχωρίας που επιτρέπουν στο δραματικό τους κόσμο να υπερβεί τα φυσικά χωροχρονικά του όρια, διαπλατύνοντας εντυπωσιακά τους ορίζοντές του, οι ηθοποιοί γιατί τους προσφέρει τον απόλυτο χώρο προβολής του ατομικού, και οι παραγωγοί γιατί δεν χρειάζεται να χώσουν το χέρι βαθιά στην τσέπη. Τώρα, το γιατί τα τελευταία χρόνια παρατηρούνται τέτοιες πληθωριστικές τάσεις, εξηγείται.
Καταρχάς είναι ο οικονομικός παράγοντας. Εάν υπήρχαν περισσότερα χρήματα στην αγορά του θεάματος, πολύ αμφιβάλλω εάν θα είχαμε αυτή την, ποιοτικά επίφοβη, υπερπροσφορά. Ο άλλος λόγος, εξίσου σημαντικός, έχει να κάνει με τη θεατρική αύρα του είδους. Δεν είναι τυχαίο το ότι η μόνη περίοδος που αντιστάθηκε στα θέλγητρα του μονολόγου ήταν η εποχή του ρεαλισμού, με το σκεπτικό ότι οι αισθητικές προδιαγραφές του (είτε εντός του έργου είτε ως αυτοτελές πόνημα) λειτουργούσαν διαλυτικά σε σχέση με την ψευδαίσθηση της σκηνικής αληθοφάνειας. Αντίθετα, τον αγκάλιασαν με θέρμη οι πιο εικονολάγνες και θεατρόμορφες εποχές, όπως των Ελισαβετιανών, λ.χ., μα πιο πολύ η δική μας. Μια εποχή-νάρκισσος, όπου κάθε καλλιτέχνης ζει και λειτουργεί πρωτίστως για την εικόνα του.
Πριν από τρεις τέσσερις δεκαετίες, ο μονόλογος, ιδίως ο αυτοβιογραφικός, είχε έναν, κατά βάση, πολιτικο-κοινωνικό προσανατολισμό. Ήταν ένα εργαλείο διεκδίκησης της κυριότητας του λόγου, του σώματος, της αφήγησης και των μέσων παραγωγής. Γι’ αυτό και τον αγάπησαν περισσότερο οι γυναίκες περφόρμερ. Τις βοηθούσε να προβάλουν την αυτονόμησή τους από τον πατριαρχικό έλεγχο και, παράλληλα, να κάνουν θέατρο την άποψή τους ότι το “προσωπικό είναι πολιτικό”. Σήμερα, η ιδεολογία που καλλιεργείται γύρω από το άτομο μπορεί να ευνοεί ακόμη αυτό το μοναχικό και συγκεντρωτικό ταξίδι, δεν ευνοεί όμως τη συντήρηση του κοινωνικο-ιδεολογικού του πλαισίου. Aπό τις κολλεκτίβες των χίπις τη δεκαετία του 1960, περάσαμε απότομα στους γιάπις και από κει στα «μεταβιομηχανικά» golden boys, δηλαδή σε ένα καινούριο λάιφσταιλ απόλυτης μοναξιάς. Όπου κι αν κοιτάξουμε βλέπουμε να καλλιεργείται μια μορφή ακραίας ατομικής επιβίωσης, η οποία υπούλως προωθείται από τα ΜΜΕ ως συστατικό της “εθνογραφίας του καθημερινού”, και ηλιθίως προσυπογράφεται κυρίως από τους νέους.
Ο ηθοποιός που αγκυροβολεί κάτω από το φως των προβολέων την προσωπικότητά του ως εικόνα και την ατομική του εμπειρία ως θέατρο, θα μπορούσε να ιδωθεί ως μια συμβολική συμπύκνωση όλων αυτών των περιπλανόμενων “Εγώ” που κρατάνε τυλιγμένες σε πακέτο ιστοριούλες του εαυτούλη τους και τρέχουν από τη μια ανεκδιήγητη εκπομπή στην άλλη, μπας και κερδίσουν τα πέντε λεπτά δημοσιότητας. Το επικίνδυνο με όλα αυτά είναι ότι η  κοινωνία παίρνει ολένα και πιο πολύ τη μορφή εκκλησιαστικού εξομολογητηρίου, όπου ο πιστός τρέχει να καταθέτει ασθμαίνοντας αυστηρώς προσωπικά βιωμάτα, σκέψεις και πράξεις, με υποδοχέα έναν άγνωστο και “αόρατο” ιερέα-κριτή. Εκείνο που κάποτε κυκλοφορούσε υπόγεια ή στη σκιά των γεγονότων, σήμερα αποτελεί μέρος μιας αρρωστημένης επιθυμίας για “εξομολόγηση”. Ο κόσμος θέλει να γίνει μάρτυρας προσωπικών καταθέσεων (όσο πιο ακραίων, ακόμη καλύτερα) και ενδεχομένως με τη σειρά του, αφηγητής/τροφοδότης.
Στο θέατρο, όλη αυτή η επιθυμία για την αποκάλυψη της αλήθειας, που κάποτε ήταν καλά κρυμμένη στον πυρήνα της δραματικής υπόθεσης και της θεατρικής παράστασης, τείνει δυστυχώς να εξελιχθεί σε άλλοθι για το πλάσιμο της δημόσιας εικόνας του μονολογούντος προσώπου, μιας εικόνας χωρίς κανένα νόημα, πλην όμως εμπορεύσιμης.

3/4/2010