Άστοχες μεταποιήσεις «Ο τρελλός της Αθήνας» στο Θέατρο Κήπου



Ο Γιάννης είναι ένας τρελός, χωρίς πρόσωπο, χωρίς παρελθόν και μέλλον, που συνθέτει τη δική του «πιραντελική» αφήγηση με επίκεντρο την Αθήνα, μια Αθήνα ξεχασμένη, χαμένη στα βάθη του χρόνου. Το σαλεμένο μυαλό του αναζητεί ουσίες και αυθεντικές εικόνες, αφετηρίες και βεβαιότητες, αλήθειες και ψέματα. Θέλει να μάθει πράγματα για τον τόπο του, την ταυτότητά του, τις ρίζες του.
Το ταξίδι του μέσα στον χρόνο είναι γεμάτο σταθμούς σε αρχαίους ναούς, σε χαλάσματα, σε εκκλησίες, σε τόπους φορτωμένους με μνήμες και ιδέες. Σεριανίζοντας στα μονοπάτια της μνήμης κοντοστέκεται για λίγο στην επανάσταση, σχολιάζει τη Μεγάλη Ιδέα, μιλά για πολέμους, ξύνει πληγές, αλλά δεν ξεχνά και τις καντάδες, τον έρωτα και το ρομάντζο. Το οδοιπορικό του τρελού Γιάννη  είναι φορτωμένο μια Ελλάδα ορατή αλλά και αόρατη, μια Ελλάδα της χαράς αλλά και της απέραντης θλίψης.
Ο Δημήτριος Καμπούρογλου έγραψε το διήγημα «Ο τρελλός της Αθήνας» σε μια στιγμή κατά την οποία η Ελλάδα έψαχνε τον εαυτό της, την ταυτότητά της, τη μοντερνικότητά της. Παλαμάς, Ξενόπουλος, Νιρβάνας, Πορφύρας, Βλαχογιάννης, Χρηστομάνος, Θωμάς Οικονόμου, και βεβαίως Καμπούρογλου ήταν η τότε εμπροσθοφυλακή των Ελληνικών Γραμμάτων, μια εμπροσθοφυλακή που αναζητούσε στηρίγματα στην προγονική κληρονομιά (και όχι μόνο), έχοντας ως οδηγό τον γερμανικό ιδεαλισμό, τον Νίτσε, τον Ράινχαρτ κ.ά. Συμφωνώ με την άποψη της σκηνοθέτιδας της παράστασης Ελένης Γερασιμίδου ότι η «Αθήνα είναι μια πόλη που κρατάει κρυμμένα σε γωνιές μυστικά και ατμόσφαιρες για όσους την αγαπούν και ψάχνουν όπως τα παιδιά τους χαμένους θησαυρούς». Το θέμα όμως είναι ότι κάποιος που αναλαμβάνει να εκμεταλλευτεί αυτούς τους θησαυρούς διασκευάζοντας ένα διήγημα εμπνευσμένο από αυτή την πόλη, τις περιπέτειες και τις αγωνίες της, να μπορεί να το μεταποιήσει σε ακαριαίο θεατρικό πόνημα. Δεν αρκούν οι καλές προθέσεις, μα ούτε και η ικανοποίηση από την ανακάλυψη ενός μικρού θησαυρού ανάμεσα στους θησαυρούς της λογοτεχνίας μας (με τα λόγια της Γερασιμίδου). Χρειάζεται  μεγάλη προσπάθεια για να κάνεις ένα πεζό κείμενο να μιλήσει μια άλλη γλώσσα (κυριολεκτικά), να αποκτήσει τη θερμοκρασία του σανιδιού.
Δεν ανήκω σε εκείνους που πιστεύουν στην καθαρότητα των λογοτεχνικών ειδών. Ιδίως στις μέρες μας, όπου η παραβίαση των ορίων γραφής είναι κάτι παραπάνω από δεδομένη, θα ήταν μάλλον αφελές να αναζητεί κανείς ειδολογικούς τσελεμεντέδες. Τελείωσαν αυτά. Το θέατρο εδώ και κάποια χρόνια έχει αλλάξει ριζικά. Έχει αλλάξει τόσο πολύ, που σχεδόν χωράει τα πάντα. Δεν είναι διόλου τυχαίο που όλα τα σύγχρονα πανεπιστημιακά τμήματα θεάτρου ονομάζονται πλέον τμήματα της τέχνης της περφόρμανς, θέλοντας έτσι να δείξουν το εύρος αλλά και το «άπιαστο» του αντικειμένου τους. Αλλά ακόμη κι έτσι όπως έχουν εξελιχθεί και διαχυθεί τα πράγματα, το θέατρο δεν παύει να είναι μια τέχνη της απόλυτης αμεσότητας, μια τέχνη εφήμερη που επικοινωνεί εδώ και τώρα με τον θεατή. Που σημαίνει ότι επιβάλλει με τον τρόπο του ένα πολύ ιδιαίτερο χειρισμό των υλικών του, όποια και να είναι αυτά. Και αυτό ακριβώς δεν είδαμε (στο Θέατρο Κήπου) στη διασκευή του διηγήματος του Καμπούρογλου από τον Λεωνίδα Παπαδόπουλο (για λογαριασμό της εταιρείας θεάτρου «Βήματα»). Δεν είδαμε κάτι που να μυρίζει θέατρο, να κάνει γκελ με την πλατεία. Εκείνο που εισπράξαμε τελικά ήταν μια άγαρμπη συρραφή εικόνων, αναμνήσεων και εντυπώσεων χωρίς ξεκάθαρο στόχο, χωρίς ρυθμό, χωρίς κραδασμούς, εντάσεις, κορυφώσεις, συγκινήσεις, συγκρούσεις, κλιμακώσεις. Από την αρχή ίσαμε το τέλος όλα κινήθηκαν επίπεδα, μονόχορδα, άχαρα και άνευρα. Ό,τι και να ‘κανε ο ηθοποιός, εν προκειμένω ο Αντώνης Ξένος, ήταν από χέρι καμένο χαρτί. Όταν για πενήντα λεπτά μπαινόβγαινε σε ρόλους που ούτε συνοχή είχαν, ούτε κάποιες αόρατες έστω ραφές να τους συγκρατήσουν, τη στιγμή που το ζητούμενο ήταν να βρεθούν τα   περάσματα, οι μετακινήσεις και οι μεταμορφώσεις εκείνες που θα προίκιζαν τα δρώμενά του με σημασίες, ήταν μοιραίο να χαθεί κάθε επαφή μαζί του.
Όπως τελικά στήθηκε το σώμα του κειμένου της παράστασης, όλα πήγαν για ύπνο: και η ιστορικότητα του διηγήματος, και η νοσταλγία του ήρωα, οι αγωνίες του, ο ρομαντισμός, η απογοήτευσή του. Και σε αυτό συνέπραξε και η θολή και ακατέργαστη σκηνοθεσία της Γερασιμίδου, η οποία δεν προσπάθησε να ξεπεράσει την ανομοιογένεια και την αφλογιστία των δρωμένων, μα ούτε καν βοήθησε να βρεθούν λειτουργικές ερμηνευτικές/υποκριτικές λύσεις. Άφησε το διασκευασμένο υλικό να κυλήσει όπως-όπως επάνω σε ράγες τοποθετημένες εντελώς στραβά.
Συμπέρασμα: Σκηνοθεσία, διασκευή και υποκριτική διεκπεραίωσαν τσάτρα πάτρα ένα εγχείρημα που από μόνο του ζητούσε ένα τολμηρό, ευφάνταστο και συγκροτημένο διάλογο με το θέμα του, αλλά και με την ίδια την υπέρβαση των ειδολογικών του ορίων.
Aγγελιοφόρος της Κυριακής
5/10/2010