Μια Λοκάντα στον Κήπο Γκολντόνι με «Λοκαντιέρα» στις Γιορτές Ανοιχτού Θεάτρου



Mήλο της έριδας η Μιραντολίνα, η κληρονόμος μιας λοκάντας (πανδοχείου), όπου συχνάζουν διάφοροι τύποι: ένας φαιδρός Μαρκήσιος, ένας κόμης που αγόρασε τον τίτλο του και ο Ιππότης Ριπαφράτα, δηλωμένος μισογύνης που στο τέλος παραδίδεται στα θέλγητρα της πονηρής λοκαντιέρισας.
Γύρω από την κεντρική δράση κινούνται και δυο θεατρίνες που ψάχνουν το επόμενο αρσενικό θύμα μπας και τις βοηθήσει να βγουν από τη μιζέρια τους. Αυτός είναι πολύ χονδρικά ο ιστός της κωμωδίας του Γκολντόνι που είδαμε στο κατάμεστο, και πάλι, Θέατρο Κήπου, το οποίο φέτος αποδεικνύεται hot spot της πόλης. Δεν ξέρω τι ακριβώς είναι εκείνο που φέρνει τον κόσμο μαζικά στο θέατρο αυτό το καλοκαίρι (ανάλογη εντυπωσιακή κοσμοσυρροή και στο Θέατρο Δάσους με τους αριστοφανικούς “Αχαρνής”: κοντά στις 6.000 κόσμος και στις δύο παραστάσεις). Φαίνεται πως η κρίση έχει και τα καλά της. Μπορεί ο κόσμος να μην αντέχει να πληρώσει ξενοδοχείο σε κάποιο νησί, όμως 10-15 ευρώ για ένα εισιτήριο για το θέατρο τα διαθέτει. Και καλά κάνει. Συν τοις άλλοις, η παρέλαση τηλεοπτικών σταρ απέδειξε ξανά πως εξακολουθεί να είναι το μεγάλο χαρτί. Ο κόσμος πηγαίνει στο θέατρο πιο πολύ να δει γνώριμα τηλεοπτικά πρόσωπα παρά να χαρεί τα ίδια τα έργα. Δεν θέλω να υποτιμήσω κανένα, αλλά δεν νομίζω πως είναι τόσο πολλοί εκείνοι που γνωρίζουν την κωμωδία του Γκολντόνι γραμμένη το 1752. Είναι όμως πολλοί εκείνοι που γνωρίζουν τη Ρένια Λουιζίδου και τον Κώστα Κόκλα. Και τους τίμησαν δεόντως, σε μια παράσταση διασκευασμένη από τον Θέμη Μουμουλίδη, με στόχο να αναδειχθεί η διαχρονικότητα της κεντρικής ιδέας που σχολιάζει τις απρόβλεπτες σχέσεις αρσενικού και θηλυκού και πώς αυτές παραμένουν αμετάλλακτες και «εμπύρετες» στο διάβα του χρόνου. Η διασκευή μας ταξίδεψε από τη Βενετία του 18ου αιώνα, στη ρομαντική Ευρώπη του 19ου, στην Ευρώπη του μεσοπολέμου και στην Ιταλία της μεταπολεμικής περιόδου.
Δεν βρίσκω γενικώς την ιδέα της διασκευής ενοχλητική, εφόσον συντρέχει λόγος. Τι εννοώ; Επειδή κάθε έργο είναι γραμμένο για την εποχή του και για ένα συγκεκριμένο κοινό, θεωρώ πως όταν περάσουν τα χρόνια πολύ δύσκολα μπορεί να σταθεί στο σανίδι χωρίς κάποιες χειρουργικές επεμβάσεις. Δεν υπάρχουν αυτονόητες αξίες. Την αξία κάθε έργου τη δίνει και την αφαιρεί η εκάστοτε ιστορική κοινότητα. Με αυτά κατά νου, ήταν καλοδεχούμενες οι επεμβάσεις του Μουμουλίδη. Και το κυριότερο, ήταν καλοδεχούμενες γιατί δεν τσαπατσούλιασαν ούτε απαξίωσαν το κείμενο. Εάν δεν του ξέφευγαν ορισμένες ραφές  στις στάσεις από τη μια εποχή στην άλλη (τις άφησε να χάσκουν χωρίς λόγο), νομίζω πως γενικά υπήρχε μέτρο και καλή δοσολογία υλικών. Από τη θέση του σκηνοθέτη, ο Μουμουλίδης χάραξε μια καθαρή γραμμή πλεύσης και μετά εμπιστεύτηκε τη σκυτάλη στους ηθοποιούς του, οι οποίοι έβαλαν μπρος τις δοκιμασμένες ευκολίες τους και προχώρησαν. Βρήκα πιο δύσκαμπτο τον Κόκλα. Έπαιξε μονοκόμματα και υπερβολικά εξωτερικά τον ψευτονταή που την πατάει στο τέλος. Πληρώνει την υπερβολική έκθεσή του μπροστά στην τηλεοπτική κάμερα. Η Ρένια Λουιζίδου, ηθοποιός με ισχυρή υποκριτική υπόσταση, μου φάνηκε κάπως θαμπή, χωρίς τη γνώριμη ενέργειά της. Πάντως δεν έκανε καμιά στραβή. Με σιγουριά αλλά χωρίς εκρήξεις ο Αλέξανδρος Μπουρδούμης. Με περίσσευμα ενέργειας που ενίοτε κατέληγε στην υπερβολή ο Τάσος Γιαννόπουλος. Ο «Ιταλός» Αντώνης Δημητροκάλης σωστός σε χρώμα και τόνο. Ο Άγγελος Μπούρας πλήρως και με άνεση ενταγμένος στην παράσταση, όπως και οι θεατρικά τυποποιημένες Μαριάνθη Φωτάκη και Άντεια Ολυμπίου. Για άλλη μια φορά κυριάρχησε στο Θέατρο Κήπου το μετωπικό παίξιμο δίκην επιθεώρησης. Είδαμε χαρακτήρες να τσακώνονται και να ερωτεύονται χωρίς να κοιτούν ο ένας τον άλλο. Γιατί; Τι σόι επικοινωνία είν’ αυτή; Το σκηνικό του Πάτσα γουστόζικο και αρκούντως «καλοκαιρινό».
Συμπέρασμα: μια παράσταση που δεν εμπλούτισε, αλλά κυρίως δεν προσέβαλε τη νοημοσύνη κανενός. Εδώ που φτάσαμε, κι αυτό κέρδος είναι.
Αγγελιοφόρος της Κυριακής
15/8/2010