Η οθόνη της τεχνολογίας και του θεάτρου




Οι επιχειρήσεις κλείνουν η μία μετά την άλλη, κόσμος απολύεται, σπίτια χάνονται και το ελληνικό θέατρο, αντί να συρρικνώνεται και να μαραζώνει, μεγαλώνει. Πέρυσι είχαμε στην Αθήνα γύρω στις 500 παραστάσεις. Πρόπερσι κοντά στις 450. Φέτος, όπως τις υπολογίζω από τα διάφορα ρεπορτάζ και δελτία τύπου που άρχισαν ήδη να κυκλοφορούν, θα κυμανθούν περίπου στα ίδια επίπεδα.
Το πού οφείλεται αυτός ο τρελός πληθωρισμός επιδέχεται πολλές απαντήσεις. Υπάρχουν οι προφανείς λόγοι, όπως ο πολλαπλασιασμός των δραματικών σχολών και η συνακόλουθη ανεργία στις τάξεις των νέων ηθοποιών οι οποίοι, αδυνατώντας να βρουν εργοδότη, γίνονται εργοδότες του εαυτού τους. Είναι ο ενθουσιασμός των νέων, ο ανταγωνισμός, οι προσωπικές φιλοδοξίες κ.ο.κ. Είναι όμως και κάτι άλλο, πιο διαχρονικό, που έχει να κάνει με τη μυστήρια ικανότητα του θεάτρου να διαψεύδει κατά καιρούς εκείνους που πιστεύουν, ιδίως σε στιγμές βαθιάς κρίσης (ή πρόκλησης), ότι έχει τελειώσει. Το διαπίστωσαν όσοι βιάστηκαν να εξαγγείλουν τον θάνατό του όταν έκανε την εμφάνισή της η μεγάλη οθόνη. Την ίδια απάντηση εισέπραξαν και όσοι πίστεψαν πως η λαϊκή εμβέλεια της τηλεοπτικής οθόνης θα αποψίλωνε τη γοητεία της σκηνικής οθόνης. Τα τελευταία χρόνια η κυριαρχία της οθόνης της υψηλής τεχνολογίας ανανέωσε τη συζήτηση για τον επερχόμενο θάνατό του ζωντανού θεάτρου. Μόνο που και πάλι το τελευταίο αποδεικνύει πως, όσο πιο μεγάλη είναι η απειλή τόσο πιο έντονη, μαζική και απρόβλεπτη είναι και η αντίδρασή του. Και επαναφέρω το παράδειγμα της Αθήνας, όπου, στην καρδιά μιας πολύ δύσκολης οικονομικής πραγματικότητας, όχι μόνο ανοίγουν νέα θέατρα αλλά μαζεύουν κόσμο, και μάλιστα νέους που  εγκαταλείπουν την τηλεόραση και τον υπολογιστή τους και πληρώνουν (ενίοτε αδρά) για να ζήσουν μαζί με άλλους την εμπειρία ενός «ζωντανού» θεάματος. Νέοι με τραυματισμένο το συλλογικό τους πνεύμα αναζητούν κάτι πιο άμεσο και επιλέγουν το θέατρο, γιατί πιστεύουν πως μέσα από αυτό θα επιστρέψουν, έστω και για λίγο, πίσω στην κοινότητα. Αναμφίβολα ως νέοι είναι πιο έτοιμοι να αγκαλιάσουν το καινούριο και ενδεχομένως  να κάνουν λάθη στο όνομά του. Αν για τους ηλικιακά μεγαλύτερους το όποιο (μετα)μοντέρνο είναι θέμα επιλογής, γι’ αυτούς είναι αναγκαιότητα, την οποία πρέπει να διαχειριστούν με τα δικά τους όπλα. Και τη διαχειρίζονται μια χαρά. Και δεν είναι τυχαίο. Ίσως διαφωνήσουν πολλοί μαζί μου, όμως πιστεύω πως η γενικότερη θεατρική κατάσταση (και παιδεία) στη χώρα μας, πέρα από τα όποια χρόνια προβλήματά της, βρίσκεται σε πολύ καλύτερο επίπεδο σήμερα σε σχέση με το παρελθόν. Έχουμε καλύτερα καταρτισμένους ειδικούς (σκηνοθέτες, σκηνογράφους, θεατρολόγους κ.λπ), πιο ενημερωμένους και κοσμοπολίτες θεατές, πιο πλούσιο ρεπερτόριο, πιο ενδιαφέροντες θεατρικούς χώρους και πιο σύγχρονα φεστιβάλ. Η νέα γενιά των θεατρανθρώπων μας δείχνει πιο ευαισθητοποιημένη στον τομέα της εκπαίδευσης και γενικά πιο υποψιασμένη σε ό,τι αφορά τον εν δυνάμει κοινωνικό ρόλο της τέχνης τους.
Βεβαίως υπάρχει άφθονη μετριότητα. Όμως αυτό δεν είναι ίδιον της εποχής μας. Πάντοτε υπήρχε και κυριαρχούσε σε όλες ανεξαιρέτως τις τέχνες. Δεν μπορείς να έχεις ταυτόχρονα πολλούς Μπέκετ ή πολλούς Πίντερ. Καμία ιστορική περίοδος δεν έχει να επιδείξει κάτι τέτοιο. Τα διαμάντια έχουν αξία γιατί σπανίζουν (διαφορετικά θα χάναμε κάθε μέτρο σύγκρισης). Όμως αυτό δεν αναιρεί τη σκέψη που λέει ότι το θέατρο, ανεξάρτητα από την ποιότητα, επιβιώνει τόσους αιώνες γιατί ακριβώς μας θυμίζει τι είναι η ίδια η ζωή: να ακούμε και να «παρακολουθούμε» ο ένας τον άλλο. Κι αν δυσκολεύεται πού και πού είναι γιατί προσπαθεί να παραμείνει ανθρώπινο μέσα σε απάνθρωπες συνθήκες. Στην «αναμέτρηση», λοιπόν, της οθόνης της πολύ σύγχρονης τεχνολογίας και της οθόνης του θεατρικού νου σημειώστε, για την ώρα, με όρους Προ-Πο, δύο.

4/10/09