Η «Ευρώπη» των φεστιβάλ


Για όσους αγαπούν τα θεατρικά φεστιβάλ,  ο Μάιος, ο Ιούνιος και ο Ιούλιος είναι οι καλύτεροι μήνες. Κι αν η κλωνοποίησή τους συνεχιστεί στους ίδιους ρυθμούς, σε λίγα χρόνια όλοι οι μήνες θα «παίζουν». Το «γιατί» είναι ένα σύνθετο θέμα με πολλές παραμέτρους. Στέκομαι επιλεκτικά σε ορισμένες.

Όσοι ασχολούνται με το αντικείμενο γνωρίζουν πως τα φεστιβάλ, από τότε που καθιερώθηκαν, δεν είχαν ως στόχο αποκλειστικά να ψυχαγωγήσουν το μεγάλο κοινό, αλλά μέσα από τη ψυχαγωγία να φέρουν σε πέρας μια εθνική ή άλλη αποστολή. Το 19ο αι. λ.χ., η αποστολή τους ήταν να στηρίξουν τη δημιουργία των νέων εθνών (βλ. την περίπτωση του Βάγκνερ και του Μπαϊρόιτ). Αργότερα, και εννοώ λίγο μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, χρησιμοποιήθηκαν για να εξυμνήσουν τις αρετές του παρελθόντος (μέσα από τις αναβιώσεις κλασικών έργων), αντιπαραβάλοντάς τες με τις χρεοκοπημένες αξίες του παρόντος. Σήμερα, λειτουργούν ως πλατφόρμα αναζήτησης της «ευρωπαϊκότητας» η οποία, όπως έχουν δείξει οι πρόσφατες ευρωεκλογές, είναι ακόμη μια φαντασίωση, πράγμα που κάνει πολύ πιο δύσκολη την αποστολή τους. Πολύ λογικά θα διερωτηθεί κάποιος: τι πάει να πει «ευρωπαϊκό θέατρο»; Μήπως το θέατρο που παράγεται από τις χώρες της ΕΟΚ ή μήπως από όλες τις χώρες που ανήκουν στην ήπειρο που λέγεται Ευρώπη; Κι αν ισχύει η δεύτερη υπόθεση, γιατί κάθε φορά που μπαίνει καινούρια χώρα στην ΕΕ οι εφημερίδες την καλωσορίζουν στην Ευρώπη; Μέχρι τότε πού ήταν, στη Βόρειο Αφρική;
Το πρόβλημα σε αυτή την κοινή προσπάθεια χαρτογράφησης της ευρωπαϊκότητάς τους, είναι ότι πολλά από αυτά πάνε να μοιάσουν μεταξύ τους. Πράγμα θεμιτό, όμως και επικίνδυνο, γιατί όλη τούτη η αγωνία της ομοιομορφίας δεν είναι και ο καλύτερος δρόμος προς την ενιαία Ευρώπη. Τα φεστιβάλ, για να μπορέσουν να πρωτοτυπήσουν δημιουργικά, πρέπει να πάψουν να λειτουργούν με τη λογική της πολιτιστικής βιομηχανίας. Όσο μεγαλύτερη θα γίνεται η κλίμακά τους, άλλο τόσο θα κερδίζει έδαφος και το σύνδρομο της «μακντοναλντοποίησης». Δεν θα ήταν έκπληξη αν στο τέλος δούμε κάποιο ευρωπαϊκό υπερυπουργείο πολιτισμού που θα αποφασίζει για τις εκδηλώσεις σε κάθε χώρα ώστε να επιτευχθεί η σύγκλιση, όπως γίνεται στην αγορά με τα βοοειδή, το κάπνισμα κ.λπ.
 Μπροστά σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, τα θεατρικά φεστιβάλ πρέπει να στοχαστούν πιο επίμονα πάνω στο ρόλο που καλούνται να παίξουν στη διαδικασία δημιουργίας μιας νέας πολιτιστικής πραγματικότητας. Η «Ευρώπη» που αναζητούν πρέπει να αντιμετωπιστεί πιο πολύ ως ένα σύμπλεγμα που συγκεντρώνει χωρίς να συγχέει τις αντιθέσεις. Εκείνο που επιβάλλεται είναι η δημιουργία μέσα από τις διαφορές μας. «Κάνω θέατρο» δεν είναι μόνο θέμα περιεχομένου, αλλά και τρόπος λειτουργίας και παραγωγής για μια κοινή ζωή. Σίγουρα είναι παρήγορο το ότι υπάρχουν διευθυντές φεστιβάλ που ανακαλύπτουν σιγά σιγά την υπηρεσία του κοινού καλού. Το Ελληνικό Φεστιβάλ είναι ένα τέτοιο παράδειγμα. Εγκαταλείποντας ατελέσφορες πρακτικές του παρελθόντος αναζητεί μεθοδικά τη θέση του στην Ευρώπη των λαών μέσα από μια άλλη φιλοσοφία, η οποία αγγίζει και θέματα παραγωγής και πρόσληψης. Η εκτίμησή μου είναι ότι θα «κλειδώσει» αυτή τη θέση όταν αρχίσει να δημιουργεί  (και βεβαίως να εξάγει, κυρίως αυτό)  έργα βασισμένα στη διαφορετικότητά τους και όχι μόνο στην ομοιότητά τους με την υπόλοιπη Ευρώπη.
Κάθε εθνική παράδοση οφείλει να παράγει αντιθέσεις και κραδασμούς. Και με αυτή τη λογική, κάθε εθνικό φεστιβάλ οφείλει να πράττει το ίδιο: να υπερασπίζεται το σχετικό που πολύ απλά λέει ότι δεν υπάρχει ένα ευρωπαϊκό θέατρο αλλά πολλά. Δεν μπορούμε να στηριζόμαστε πια επάνω στο λανθασμένο αξίωμα της ενότητας του θεάτρου με άλλοθι την (κατά φαντασία) ενότητα της Ευρώπης.