Από το θέατρο των εικόνων στο θέατρο των αφτιών



Οι έμποροι του πρωτοεμφανιζόμενου στην Ελλάδα Ζοέλ Πομμερά (το είδαμε σε μια φροντισμένη παράσταση από την Πειραματική Σκηνή της Τέχνης, σε σκηνοθεσία Γιάννη Λεοντάρη) είναι ένα έργο που κάλλιστα θα μπορούσε να ενταχθεί στην ίδια κατηγορία με έργα δημιουργών όπως ο Χάινερ Μίλλερ, ο Χάουαρντ Μπάρκερ, ο Κολτές, ο Μάρτιν Κριμπ, και ανάμεσα στους δικούς μας
ο Δημήτρης Δημητριάδης (στα πιο πρόσφατα), ο Ανδρέας Στάικος (εν μέρει) και η Μαρία Ευσταθιάδη (στην «Ανυπακοή») (όλοι, ή σχεδόν, παρόντες φέτος στις σκηνές της χώρας), συγγραφείς διαφορετικών στιλ που τους ενώνει ένα πράγμα: η αγάπη τους για τον λόγο. 
Όπως ο Μπομπ Γουίλσον και ο Ρίτσαρντ Φόρμαν είναι ερωτευμένοι με τις εικόνες, αυτοί είναι απόλυτα παραδομένοι στα θέλγητρα των λέξεών τους. Όχι, όμως, με την κλασική τους χρήση. Δεν είναι λογοκεντρικοί, εάν με αυτό προσδίδουμε στο λόγο ουσιοκρατικές ιδιότητες. Δεν τους πολυνοιάζει να κατέβουν με ολοστρόγγυλα νοήματα στην πλατεία. Στο μυαλό τους προέχει ο λόγος ως διαδικασία γραφής. Γι’ αυτό στις δραματικές (μυθ)ιστορίες του δεν πρωταγωνιστεί κανείς άλλος εξόν από τους ίδιους. Τρυπώνουν παντού, στις ρωγμές, στα σώματα, στα κενά, στα αντικείμενα. Παραγωγοί σκηνικών παθημάτων και ταυτόχρονα εκτελεστές. «Μηχανικοί» και αποδομιστές των λέξεών τους. Από το «θέατρο των ματιών» οι καλλιτέχνες αυτοί έχουν προσχωρήσει εντυπωσιακά προς ένα «θέατρο των αφτιών» (κατά Β. Νοβαρινά), όπου ελεύθερα πλέον δίνουν τη δική τους περφόρμανς. Αναμενόμενα, λοιπόν, τα προβλήματα πρόσληψης.


Ο δέκτης έχει ανάγκη από έναν αξιόπιστο πλοηγό. Έχει ανάγκη από μια γραμμική τακτοποίηση του σκηνικού κόσμου. Έχει ανάγκη τη σιγουριά του τέλους μιας ιστορίας. Διαφορετικά, ποιο το νόημα της θέασης; Ποιος, όμως, θα του την προσφέρει; Σίγουρα, όχι οι παραπάνω. Οι λέξεις που εξακοντίζουν προς την κατεύθυνσή του, κατά βάση συνωμοτούν εναντίον της ερμηνευτικής του επάρκειας. Τον μεταθέτουν διαρκώς και απροειδοποίητα από το ένα επίπεδο στο άλλο, συσκοτίζοντας κάθε σημείο πρόσβασης στο όποιο έλλογο κέντρο (που δεν υπάρχει). Η σταθερότητα των γνώριμων αφηγήσεων αντικαθίσταται από μια συνεχή ροή ήχων αχόρταγη, απειλητική, πολιορκητική, που σπρώχνει τα σώματα (των λέξεων και των ηθοποιών) προς τα εμπρός, σε αναζήτηση ενός κρυμμένου Γκοντό που είναι βέβαιο ότι και πάλι δεν θα ‘ρθει αλλά θα συνεχίσει να υπόσχεται διά των απεσταλμένων του πως θα ‘ρθει, επιδιώκοντας να κρατήσει το παιχνίδι εν εξελίξει. Ο Γκοντό που αναζητούν οι λέξεις των συγγραφέων που συζητούμε δεν είναι αυτός που αναζητά ο Βλάντιμιρ και ο Έστραγκον. Είναι πιο κοντά σε αυτόν που περιγράφει ο Λάκυ στον μονόλογό του (τον καλύτερο, εκτιμώ, μονόλογο στο θέατρο του 20ού αιώνα): ένας Γκοντό μετά το μοντερνισμό. Αναζητώντας αυτό το άγνωστο «μετά», οι λέξεις γίνονται η επιφάνεια όπου ο Λάκυ απλώνει τα δρώμενά του. Μάλλον καλύτερα, οι λέξεις γίνονται τα δρώμενά του. Και φαίνεται πως αυτό, τελικά, μετράει στους συγγραφείς που σχολιάζουμε εδώ κι όχι τόσο η επικοινωνία, η ταύτιση ή η μίμηση. Τα έργα τους προδίδουν ένα ναρκισσισμό που, αν το καλοσκεφτούμε, είναι ασορτί με τη βαθύτατα θεατρόμορφη κοινωνία μας. Και όσο πιο πολύ θα απεγκλωβίζονται οι λέξεις από το δεδομένο νόημά τους άλλο τόσο θα ενισχύονται οι επιτελεστικοί (ανα)σχηματισμοί. Αυτό θαρρώ πως είχε κατά νου ο σκηνοθέτης Νίκος  Σακαλίδης στα τρία μονόπρακτα του Χ. Μίλλερ (Ακτίς Αελίου, Θεσσαλονίκη): να απεγκλωβίσει τον λόγο από το νόημά του και τους όποιους ιδιοκτήτες του, ώστε να τον αφήσει ελεύθερο να διεισδύει παντού, με τελική εικόνα-στόχο τα ρημαγμένα τοπία λέξεων. Το θεατρικό συμβάν ως μια παιγνιώδης δραστηριότητα που γράφει, διαγράφει, μεταγράφει. Μέχρι σκασμού.


Αυτά τα κείμενα, τα τόσο ατίθασα, εγωκεντρικά, απρόβλεπτα, άτακτα, μεταμοντέρνα και ποικιλοτρόπως μεταδραματικά, μπορούμε να τα απολαύσουμε μόνο μέσα από τα μάτια της φαντασίας. Μόνο αν αφεθούμε να μας ταξιδέψουν με τους ήχους τους και τους σχηματισμούς τους θα φτάσουμε κάπου. Οπουδήποτε, δεν έχει σημασία.
4/1/2009