Αριστοφάνης και κιτς






Aπό τις τέσσερις συνολικά αριστοφανικές κωμωδίες που παίχτηκαν φέτος στην Επίδαυρο είδαμε τελικά τις τρεις («´Ιππής», «Αχαρνής» και «Πλούτος», όλες στο Θέατρο Δάσους και με μπόλικο κόσμο). Δεν είδαμε τη «Λυσιστράτη».  Όμως, εάν κρίνω από τα γενικά σχόλια στον Τύπο και αυτή μάλλον πρέπει να κινήθηκε σε ανάλογο μήκος κύματος με τις άλλες.
Πράγμα που διόλου δεν εκπλήσσει, για τον απλούστατο λόγο ότι εδώ και πολλά χρόνια εκείνο που κυριαρχεί στις παραστάσεις των αριστοφανικών έργων είναι ένα πηγαινέλα γνωστών συνταγών που πολύ φοβούμαι πως έχουν ολοκληρώσει τον κύκλο τους και απλώς επιτείνουν αντί να λύνουν  το αδιέξοδο.
Κατά τη γνώμη μου κανένας άλλος αρχαίος δραματικός ποιητής δεν είναι τόσο αδικημένος αλλά και τόσο δύσκολος στη «μεταποίησή» του όσο ο πολιτικά αντιδραστικός Αριστοφάνης. Και ο λόγος είναι απλός: γράφει κωμωδία. Και όλοι ξέρουμε ότι η κωμωδία ως είδος δεν αντέχει στον χρόνο και στις συνεχείς μετακινήσεις. Εκτός των γεωγραφικών ορίων και των ιστορικών συνθηκών που την προκάλεσαν κινδυνεύει να πέσει στο απόλυτο κενό. Ακόμη και ένας μέγας σατιριστής όπως ο Αριστοφάνης στην προκειμένη περίπτωση, είναι εξ αντικειμένου εκτεθειμένος σε αυτό το επικίνδυνο ενδεχόμενο. Το ότι επέζησε τόσους αιώνες πάει να πει ότι, πέρα από το γέλιο, υπάρχουν και πολλές άλλες, αδίκως υποβαθμισμένες, αρετές, κυρίως δραματουργικής υφής, που τον κρατούν ακόμη ζωντανό. Γι’ αυτό πιστεύω πως στον Αριστοφάνη το κλειδί είναι η μετάφραση. Από κει αρχίζουν και εκεί τελειώνουν όλα. Είναι ο βασικός πλοηγός της σκηνοθεσίας. Μια εύστοχη (ή μια άστοχη) μετάφραση εύκολα οδηγεί σε ανάλογες σκηνοθετικές λύσεις. Το πρόβλημα βέβαια με τις παραστάσεις που βλέπουμε είναι ότι δεν ξέρουμε πού σταματά η μετάφραση και πού αρχίζουν οι δραματουργικές προσθαφαιρέσεις και, κυρίως, αυτή η  πεισματική προσήλωση στην αισθητική του κιτς (Verkitschen= φτηναίνω). Το καταλαβαίνω ότι το κιτς, ως παράγωγο της μαζικής κουλτούρας, είναι η ευκολότερη και εισπρακτικά η πλέον «αβανταδόρικη» λύση. Όλους τους βολεύει: μεταφραστές, σκηνοθέτες, θεατές. Ο σύγχρονος πολιτισμός είναι παθιασμένος με το κιτς. Ακόμη κι αυτοί που το στηλιτεύουν, πρώτοι και καλύτεροι το παράγουν και υπογείως το πουλάνε ως τάχα άποψη. Η υψηλή αναγνωρισιμότητά του δεν επιταχύνει μόνο τη μαζική και απρόσκοπτη κατανάλωσή του, αλλά συνάμα δημιουργεί το αίσθημα της ενότητας (είναι ένας εύκολος τρόπος να παρασύρει κανείς το κοινό, κάνοντάς το να νιώσει άνετα με ένα οικείο ερέθισμα). Αυτό είναι και μια εξήγηση γιατί όλα τα ολοκληρωτικά καθεστώτα το λατρεύουν. Τους δίνει τη δυνατότητα να ενώσουν το λαό μέσα από φτηνιάρικα και επιφανειακά σύμβολα. Κατά τρόπο ανάλογο, και μια παράσταση φορτωμένη κιτσαριό δεν εμπεριέχει μόνο ένα ήδη «αμπαλαζαρισμένο» συναίσθημα, αλλά μεταδίδει το μήνυμα που λέει ότι αυτό το συναίσθημα είναι πανεθνικό, ίσως και  παγκόσμιο. Πού θέλω να καταλήξω;
Το πρόβλημα με τις αριστοφανικές παραστάσεις δεν είναι η υπερβολική αθυροστομία, αλλά η ψευδαίσθηση που έχουν εκείνοι που την χρησιμοποιούν ότι σημαίνει κάτι. Τίποτα δεν σημαίνει. Η κοινωνία μας, αυτό το «πολιτισμικό μπουρδέλο» κατά Μποντριγιάρ, είναι τόσο surprise proof που προφανώς δεν ξαφνιάζεται ούτε λακίζει από τέτοιου είδους υποτίθεται «ακραίες» επιλογές. Έχει δει και έχει ακούσει πολύ χειρότερα και πολύ πιο κιτς. Το κιτς θα είχε ουσιαστικό νόημα εάν εξέθετε, ανέτρεπε, ευαισθητοποιούσε, ώστε να μας κάνει εντέλει πιο «επικίνδυνους» και εννοώ σκεπτόμενους πολίτες. Άλλως πως, εάν δημιουργούσε κάποιες αποστάσεις από τα κλισέ της καθημερινότητας και της τηλεοπτικής σαβούρας ώστε να αναπτύξει ο δέκτης μια πιο κριτική και συνεπώς ενοχλητική (για τους κρατούντες) ματιά. Διαφορετικά τι να το κάνεις; Οι ατελείωτοι φαλλοί, οι κραυγαλέες παρενδυσίες, τα σούρτα φέρτα, τα αιχμηρά μπούστα, οι χαριτωμενιές, οι συνεχείς ύβρεις με όλα τα γνώριμα κινησιολογικά ντεσού, μπορεί να οδηγούν στο χάχανο της άμεσης αναγνώρισης, εκεί όμως σταματούν και εκεί ξεχνιούνται. Ακαριαία. Ό,τι φαντάζομαι δεν θα ήθελε ο ίδιος ο Αριστοφάνης. Δεν θα ήθελε η ευφορία με την οποία φεύγει από το θέατρο ο θεατής ενός έργου του να μην διαφέρει σε τίποτα από την ευφορία που νιώθει και σε μια οποιαδήποτε λαϊκίστικη (όχι λαϊκή) επιθεώρηση. Πιο πολύ θα ήθελε ένα θεατή υποψιασμένο και, γιατί όχι, θυμωμένο.
Συμπέρασμα: Εκείνο που ζητεί επειγόντως η αριστοφανική κωμωδία είναι να γίνει ξανά βαθιά ενοχλητική και απρόβλεπτη, έστω κι αν αυτό σημαίνει λιγότερο «διασκεδαστική».
Αγγελιοφόρος της Κυριακής
22/8/2010