Ένα πάρκο κι ένας Αγαμέμνονας: Στο «Άνετον» και το ‘Όρα»





Σε ένα κατάμεστο «Άνετον» ο Θωμάς Βελισσάρης παρουσίασε, στο πλαίσιο του διεθνούς θεατρολογικού συνεδρίου που διοργάνωσε το Τμήμα Αγγλικής του ΑΠΘ με θέμα το θέατρο και η πολιτική της θέασης, την περφόρμανς του «Το πάρκο», εισπράττοντας ένα από τα πιο θερμά χειροκροτήματα από τους ξένους όσο και τους Έλληνες θεατές.

Η ιστορία
Η ιστορία είναι πολύ απλή, καθημερινή. Θα έλεγε κανείς ότι  ότι είναι η άλλη διάσταση της «Ιστορίας ζωολογικού κήπου» του Άλμπι, με το μοναχικό Τζέρι που πηγαίνει στο πάρκο και διεκδικεί μέχρι θανάτου το παγκάκι από το βολεμένο Πήτερ. Μόνο που εδώ δεν υπάρχει Πήτερ. Υπάρχει ένας αόρατος άλλος, ίσως ένας άλλος (μας) εαυτός, με τον οποίο ο μοναχικός τύπος που μας συστήνει ο Βελισσάρης, συνομιλεί, τσακώνεται, μεταμορφώνεται, κάνει πλάκα, ξαφνιάζεται, πονάει, γελάει.
Χωρίς λόγο, με μόνο βοήθημα το σώμα και ό,τι μπορεί να βγει μέσα από αυτό, ο Βελισσάρης μετακινεί τον ήρωά του από εποχή σε εποχή, από συναίσθημα σε συναίσθημα με την ευελιξία βιρτουόζου, την επικοινωνιακή δυναμική κλόουν και τα κινηματογραφικά ντεσού Σαρλό. Ψηφίδα, ψηφίδα φτιάχνει μια δραματική κατάσταση με αρχή, μέση και τέλος, διανθισμένη με όλες τις ψυχικές διακυμάνσεις του ήρωά του. Κάθε κίνηση, κάθε μορφασμός που μπαίνει στο κάδρο της δράσης, ανοίγει και ένα παραθυράκι προς το εσωτερικό τοπίο, που διαρκώς διευρύνεται και μεταμορφώνεται ανάλογα με τις κατά περίσταση ψυχικές διαθέσεις. Και όπως αυτό μεταμορφώνεται διαμορφώνει νέους επιτελεστικούς χώρους για να μπει εκ νέου το σώμα και να συνεχίσει αυτή την ακατάπαυστη κίνηση προς τα μέσα, εκεί όπου κατοικούν οι αλήθειες των συναισθημάτων, κυρίως ο έρωτας, που τον επισκέπτεται ξαφνικά την άνοιξη, όταν όλα ανθίζουν, και κάποια στιγμή σβήνει, χάνεται από τα μάτια του, την εποχή που πέφτουν τα φύλλα από τα δέντρα. Είναι φθινόπωρο.


Η ερμηνεία
Ο Βελισσάρης-κλοσάρ αντλεί από τη δεξαμενή της οντολογίας του θεάτρου, τα εργαλεία της περιπέτειάς του, δείχνοντας πόσο μακριά και πόσο βαθειά μπορεί να σε οδηγήσουν. Η σκηνική του γραφή απλή, καθαρή και επιδέξια. Δεν προσπαθεί να εντυπωσιάσει. Κρατά το μέτρο, ώστε να φαίνεται διαρκώς η περιπέτεια του σώματος και των συναισθημάτων που φιλοξενεί, καθώς γλιστρά από μια περιπέτεια σε κάποια άλλη. Καρέ καρέ στήνει και ξεστήνει έναν ολόκληρο κόσμο που μόνο με τα μάτια της (παιδικής μας) φαντασίας μπορούμε να δούμε. Με περίσσευμα αγάπης, με τρυφερότητα και άφθονο ταλέντο, ο δοσμένος αυτός θεατρίνος, μέσα σε πενήντα λεπτα κεντά ένα θέαμα υψηλής αισθητικής και άκρας ευαισθησίας. Μια παράσταση που μας κάνει ξανά παιδιά.
Αγαμέμνονας κατά Ρίτσο
Μετά από το «Μινέτι», ο βετεράνος πρωταγωνιστής του ΚΘΒΕ Δημήτρης Βάγιας, επιστρέφει στο σανίδι, με ένα μονόλογο επίκαιρο όσο και δύσκολο, τον «Αγαμέμνονα» (1966-69) του Γιάννη Ρίτσου από την «Τέταρτη Διάσταση» (εκεί όπου συγκάτοικοί του είναι ο Ορέστης (1962 – 66), ο Φιλοκτήτης (1963–65), η Περσεφόνη (1965– 70), ο Αίαντας (1967– ’69), η Ισμήνη (1966–71), η Χρυσόθεμις (1967–’70), η Ελένη (1970) και η Ιφιγένεια (1971 – 72)—προφανής η προτίμηση του ποιητή για το μύθο των Ατρειδών, ο δημοφιλέστερος μύθος από όσους κληρονόμησε η ανθρωπότητα από τους αρχαίους.
Ο  «Αγαμέμνονας» έχει πολλά να μας πει, φτάνει να έχουμε την υπομονή και την ευαισθησία να τα αφουγκραστούμε. Και νομίζω πως η παράσταση που έστησε στη μικρή σκηνή του στούντιο «Όρα» ο Βάγιας, πέτυχε αυτό ακριβώς: μας έκανε ν’ ακούσουμε. Σκηνοθέτησε (ή «δίδαξε», όπως προτιμά να λέει ο ίδιος) τον εαυτό του σ’ ένα θέατρο των αφτιών, χωρίς ωστόσο να κλείνει τα μάτια στη δυναμική του θεάματος, κάτι που φάνηκε και από τη διαμόρφωση του χώρου με το κόκκινο πανί να κόβει τη σκηνή στη μέση, αλλά και τη «γλυπτική» φιγούρα της Αμαλίας Στρινοπούλου (Κλυταιμνήστρα) να γεμίζει το κάδρο με την αύρα του σημαίνοντος σώματός της που προδόθηκε και περιμένει να εκδικηθεί.


Η έτερη ερμηνεία
Ο Βάγιας στον πρωταγωνιστικό ρόλο κατάλαβε καλά ποιος ήταν ο ήρωάς του. Είχε στα χέρια του ένα πλάσμα που έχει απομυθοποιήσει τα πάντα, αφού πρώτα τα έχει κατακτήσει. Τώρα, μπροστά στα πολύ μεγάλα ερωτήματα της δικής του ζωής, και κυρίως μπροστά στον επερχόμενο θάνατο, κάνει το τελευταίο ταμείο ζωής. Όπως οι ήρωες του Γουάϊλντερ, έτσι κι αυτός συνειδητοποιεί ότι άφησε τη ζωή να τον προσπεράσει. Έβαλε στο περιθώριο τα μικρά και καθημερινά θαύματα της ζωής, στοχεύοντας μόνο στη δόξα, 
Από τον τρόπο που διαχειρίστηκε την ποίηση του έργου, ήταν προφανές πως βασικό μέλημά του Βάγια ήταν να μην χαθεί ούτε μια λέξη. Με λιτά μέσα, με μια σχεδόν μαθηματική λογική στην κίνηση, στην έκφραση, στη διαχείριση του χώρου, ο Βάγιας  πέτυχε να συγκινήσει και να πείσει. Μέσα από την προσέγγισή του είδαμε έναν άνθρωπο που ταλαντεύεται διαρκώς, ένα πλάσμα που οι εμπειρίες το έχουν εξανθρωπίσει, δηλαδή το έχουν κάνει τρωτό.
Αν και απών εδώ και καιρό από το σανίδι, ο Βαγιας έδειξε ότι ο χρόνος δεν τον έχει νικήσει. Διατηρεί τη ζωντάνια, την ευελιξία και την αμεσότητα του καλού ηθοποιού που ήταν πάντα.
Τα κοστούμια και τα σκηνικά είναι του Φίλιππου Παπαγεωργίου, ο οποίος σχεδίασε και τον φωτισμό, ενώ η Αίγλη Χαβά-Βάγια έχει τη μουσική επιμέλεια. Στη διανομή με δύο πολύ σύντομα περάσματα ο Αιγισθος του  Β. Ισσόπουλου. Η μαγνητοφωνημένη φωνή της Κασσάνδρας είναι της Άννυς Ντουμούζης.
28/4/2013