Μια αντιφατική παράσταση




Από την εποχή της εισβολής των Νορμανδών μέχρι σήμερα, τη Θεσσαλονίκη τη στοιχειώνουν δεκάδες φονικά.  Ένα από τα πιο προβεβλημένα είναι του Αριστείδη Παγκρατίδη, γνωστού και ως «ο δράκος του Σέιχ Σου», μια ιδιαίτερη περίπτωση περιθωριακού που λειτούργησε ως βολικό θύμα της τότε αστυνομικής εξουσίας, η οποία, με συνοπτικές διαδικασίες τον συνέλαβε, τον καταδίκασε τετράκις εις θάνατον, τον εκτέλεσε και ξεμπέρδεψε.
Άλλωστε, ποιον κόφτει πραγματικά η ζωή ενός ανυπεράσπιστου αλητάκου, ιδίως όταν έτσι ξεπλένονται και οι βρομιές του ίδιου του συστήματος;
Έκτοτε η ιστορία αυτού του λούζερ θα αποτελέσει πηγή έμπνευσης για πολλούς συγγραφείς, ανάμεσά τους και ο Σάκης Σερέφας, φανατικός καταγραφέας αιματοβαμμένων συμβάντων, ο οποίος πριν από δύο χρόνια παρουσίασε στα αναλόγια του Εθνικού μια μεταθεατρική εκδοχή της υπόθεσης με τίτλο οι «Δράκοι». Και τώρα, το βραβευμένο μυθιστόρημα του Θωμά Κοροβίνη  «Ο γύρος του θανάτου», διασκευασμένο και σκηνοθετημένο, για λογαριασμό του ΚΘΒΕ, από τον Νίκο Μαστοράκη.
Το μυθιστόρημα
 Πρόκειται για ένα μείγμα ιστορίας και μυθοπλασίας που διακλαδώνεται σε εννέα επίπεδα, όσα και τα πρόσωπα που έχει επινοήσει ο συγγραφέας για να μιλήσουν, έξω από τα δόντια, για τη ζωή του Παγκρατίδη την περίοδο 1955-60. Μέσα από τις αφηγήσεις τους υφαίνεται το μωσαϊκό της εποχής με τα χαμίνια της, τους περιθωριακούς, τους κυνηγημένους, τα πάθη της νύχτας, το παράνομο σεξ, τις βίζιτες, τους λαϊκούς μάγκες, τα χαμόσπιτα της Τούμπας, το παρακράτος, τα όργανα της τάξης, τα τζιβιτζιλίκια, τα χαμουρέματα και το λαθρεμπόριο στο ύπουλο λιμάνι μιας πόλης ρημαγμένης και όχι πάντα φιλήσυχης.


Η διασκευή
Το θεατρικό εγχείρημα του Μαστοράκη, αναμφίβολα δύσκολο. Πρώτον, γιατί πρόκειται για διασκευή ενός μυθιστορήματος, που εκ των πραγμάτων κουβαλά στα σπλάχνα του τη λογική και τη θερμοκρασία ενός άλλου είδους, συνεπώς ο κίνδυνος εκτροχιασμού είναι πάντα ορατός. Δεύτερον, πρόκειται για μια ιστορία χιλιοειπωμένη, οπότε τίθεται ευθύς αμέσως το ζήτημα επαναφοράς της. Υπάρχουν δεκάδες  παραδείγματα, πολύ καλύτερα και πολύ πιο σύνθετα, που καταπιάνονται με ύποπτα ατοπήματα της δικαιοσύνης, οπότε γιατί αυτό; Από τη στιγμή, λοιπόν, που αποφασίζουμε να ρισκάρουμε με μια ήδη γνωστή ιστορία, το ζητούμενο δεν είναι απλά να τη ξαναδείξουμε (ή να τη ξαναπούμε=να τη ξαναζεστάνουμε), αλλά να κάνουμε τον κόσμο να τη δει διαφορετικά, να βιώσει διαφορετικά την εμπειρία θέασης ενός οικείου συμβάντος. Τι είδαμε τελικά στη σκηνή του Βασιλικού θεάτρου της Θεσσαλονίκης;




Η παράσταση
Από την ίδια την αισθητική του σκηνικού ήταν προφανές πως η φόρμα θα είχε τον πρώτο λόγο. Ο δραματικός τόπος (φωτισμένος εξαιρετικά από το Στέλιο Τζολόπουλο) ήταν χωρισμένος σε δύο επίπεδα. Στο ένα επίπεδο, πιο κοντά στην πλατεία, δέσποζε ένα  τραπέζι όλο κι όλο και ακριβώς πιο πίσω, σ’ ένα δεύτερο, υπερυψωμένο επίπεδο, μια σειρά από καρέκλες τοποθετημένες σε μια ευθεία (σαν σε δικαστήριο) και στο βάθος μια μικρογραφία καφενείου.
Σε αυτό το αντι-ιλουζιονιστικό περιβάλλον με την αυστηρή γεωμετρία, ο Μαστοράκης επιδίωξε εξ αρχής, παρακάμπτοντας τους ψυχολογισμούς και τις εσωτερικές βυθίσεις, να δημιουργήσει τς προϋποθεσεις ώστε ο λόγος των ηθοποιών να φτάνει κατ’ ευθείαν στην πλατεία, χωρίς τη διαμεσολάβηση του πλαισίου, δηλαδή της κλασικής ποιητικής της αναπαράστασης. Εξ ου και όλο αυτό το στιλιζάρισμα, άλλοτε στην πόζα, άλλοτε στην κίνηση, άλλοτε στην εκφορά του λόγου, που μετέτρεπε την αναπαράστασή (το εκεί και τότε της ιστορίας) σε επιτελεστικό γεγονός, δηλαδή σε παράσταση (εδώ και τώρα). Αυτό το νόημα είχε, υποθέτω, και το μετωπικό παίξιμο  των ηθοποιών, οι οποίοι μπορεί να απευθύνονταν ο ένας στον άλλο, αλλά κατά βάση βασικός ακροατής τους (μάρτυρας και δικαστής τους ) ήταν το κοινό. Τέλος, η «μπρεχτική» διαχείριση των μουσικών ιντερμέδιων προφανώς στόχευε και αυτή στην υπογράμμιση της παροντικότητας των δρωμένων και τη σχέση τους με την τρέχουσα πραγματικότητα.


Οι ενστάσεις 
Παρ’ όλες τις καλές προθέσεις και κάποιες επιμέρους εύστοχες λύσεις,  η παράσταση, ως σύνολο, είχε προβλήματα. Καταρχάς ήταν αδικαιολόγητα μεγάλη (165 λεπτά). Αυτό δεν θα πείραζε εάν είχε καλή ροή και ξεκάθαρη στόχευση. Δεν είχε, όμως. Όσο προχωρούσε τόσο πρόδιδε την αμηχανία της και το αδιέξοδο των μεταδραματικών της υλικών. Με μπέρδεψε το γεγονός ότι, ενώ μέσα από τη φόρμα και το γενικότερο στιλιζάρισμα, έδειχνε προθέσεις υπερφαλάγγισης των οικείων σχημάτων, τελικά εκείνο που εισπράξαμε ήταν ανεπίδοτες εκμυστηρεύσεις και ένα άστοχο και αντιφατικό μελοδραματικό φινάλε. Δεν μπορείς από τη  μια να στήνεις (αισθητικά και υποκριτικά) μια παράσταση «κουλ» και, από την άλλη, να τη μαστιγώνεις να βγάλει μελό και συναίσθημα. Όλα αυτά τα τσιτάτα του τύπου «παιδί λαϊκό με μεγάλη ψυχή» είναι πια φαιδρά. Ας σταματήσουμε να ηρωοποιούμε τη λαϊκότητα και το όποιο περιθώριο, απλά και μόνο για να κατασκευάσουμε δίπολα που βολεύουν στη διαχείριση των συναισθημάτων του δέκτη. Απ’ αυτή την άποψη, βρήκα τη σκηνοθεσία ανέτοιμη να αντιμετωπίσει στα ίσια την όποια λαϊκότητα έκρυβε το πρωτογενές υλικό του. Με δυο λόγια, υπήρχε μια γενικότερη έλλειψη προσανατολισμού, κάτι που φάνηκε και από την ίδια τη διάρθρωση του κειμένου της παράστασης (το α’ και β΄ μέρος δεν ήταν ισότιμοι συνομιλητές).
Συμπερασματικά: η τοποθέτηση της φόρμας μπροστά από το λόγο ενός δρωμένου καθαρά αφηγηματικού, έχει σίγουρα ενδιαφέρον, όταν όμως δεν συνοδεύεται και από ευφάνταστες και λειτουργικές λύσεις, τότε μπορεί να γυρίσει μπούμερανγκ, ακυρώνοντας (ή αδικώντας) το σύνολο της προσπάθειας. Κι αυτό φοβάμαι πως έγινε.
Όσο για τους ηθοποιούς που κλήθηκαν να υπερασπιστούν τη σκηνοθετική πρόταση, το έκαναν με φιλότιμο και γενναιότητα. 

14 Απριλίου 2013