Ομιλούντα θηλυκά σε ημιτελή δρώμενα: Στο θέατρο «Σοφούλη»








Ο δημόσιος λόγος, όπως και οι δημόσιες πράξεις, ήταν πάντοτε ανδρικό προνόμιο. Η γυναίκα εξ αρχής είχε να επιλέξει ανάμεσα στο κουτσομπολιό ή την απόλυτη σιωπή. Μ’ αυτό κατά νου, δεν είναι διόλου συμπτωματικό το ότι στην ιστορία διαβάζουμε μόνο για άνδρες ρήτορες. Από τη στιγμή που το θέμα της ρητορικής είναι σοβαρό, εξυπακούεται ότι δεν ανήκει στα «φυσιολογικά» προνόμια της γυναίκας, η οποία εκ φύσεως ρέπει προς το ανάλαφρο, το ιδιωτικό και το ασήμαντο, συνεπώς εξαντλείται κάπου ανάμεσα στην κουζίνα και την τραπεζαρία.

Με κάτι τέτοιες σκέψεις ως αφετηρία η Ρουμπίνη Μοσχοχωρίτη, με την ομάδα της Anima, δούλεψε επάνω στο ανδροκρατούμενο κείμενο του Σέξπηρ «Ιούλιος Κάισαρας» (το είδαμε στο θέατρο «Σοφούλη»), σε μια προσπάθεια να φανταστεί πώς θα ήταν εάν είχαν λόγο και οι γυναίκες του έργου.


Ιστορία
Για να ‘μαστε ακριβοδίκαιοι, η ιστορία, όπως τη γνωρίζουμε, είναι πιο πολύ του Βρούτου παρά του Καίσαρα, για τον οποίο μαθαίνουμε πράγματα μέσω τρίτων παρά μέσα από τις ίδιες τις πράξεις του. Ο πυρήνας του έργου είναι εστιασμένος στο 45 π.Χ., τότε που δολοφονήθηκε ο Ιούλιος Καίσαρας από μια ομάδα συνωμοτών καθώς πήγαινε προς τη Σύγκλητο. Η δολοφονία έγινε μπροστά στο άγαλμα του Πομπηϊου, τον οποίο, ειρήσθω εν παρόδω, ο Καίσαρας είχε νικήσει στη μάχη των Φαρσάλων και τον ανάγκασε να καταφύγει στην Αίγυπτο, όπου όμως δολοφονήθηκε από ανθρώπους του Πτολεμαίου, βασιλιά της Αιγύπτου. Λέγεται ότι ο Καίσαρας, την ώρα που ξεψυχούσε, έχοντας δεχτεί περισσότερες από είκοσι μαχαιριές, είπε την περίφημη φράση: «Κι εσύ, τέκνον Βρούτε», για να εισπράξει την επίσης γνωστή απάντηση: «Έτσι πρέπει στους τυράννους»  (“sic simper tyrannies”).


Η ιστορία της περφόραμνς
Αυτή την ιστορία, λοιπόν, επέλεξε να διανθίσει με ποικίλα δάνεια (από Πλούταρχο, Ουάϊλντερ, Μανφρέντι), η Μοσχοχωρίτη,  ώστε να καταλήξει σ’ ένα πιο δικό της επιτελεστικό σχεδίασμα, όπου όλα διασταυρώνονται: το πρόσωπο με το προσωπείο, το ένα δάνειο με κάποιο άλλο, οι χρόνοι, οι τόποι, το εκεί και τότε με το εδώ και τώρα. Μια διαρκής κίνηση «πέρα από», στιγμιαίες αντιδράσεις, συμπτωματικές επιτελέσεις, λόγος χωρίς διάλογο, επιθυμία χωρίς σύμπτωμα, θέατρο χωρίς δράση. Μια (ανα)σύνθεση-καλειδοσκόπιο, όπου δεν απασχολεί τόσο η συνέχεια της σεξπηρικής ιστορίας, όσο οι μικρο-αφηγήσεις χειραφέτησης των τριών γυναικών που μας μιλούν για πράγματα που δεν βλέπουμε.
Ο λόγος τους και μόνον αυτός μισανοίγει κάποιο παράθυρο στον έξω κόσμο. Είναι η Καλπουρνία (σύζυγος του Καίσαρα), η Σερβιλία (μητέρα του Βρούτου και ερωμένη του Καίσαρα) και η Πορκία (γυναίκα του Βρούτου). Συμβολικές φιγούρες μιας φιμωμένης ετερότητας, που εδώ απλώνει τον λόγο της επάνω σε μια επιφάνεια θραυσμάτων, πράξεων, αναμνήσεων, που συντελέστηκαν ή συντελούνται ερήμην αυτών και που, όμως, επηρεάζουν τη ζωή τους. Λέξεις επί λέξεων αφηγούνται τα καθέκαστα, γίνονται το επιτελεστικό όργανο που προχωρά χωρίς να σέβεται καθιερωμένες ιεραρχήσεις σωμάτων, τακτοποιήσεις πράξεων. Εδώ όλα ακουμπούν επάνω στη ρευστή λογική της περφόρμανς, επάνω στη δυναμική ενός κόσμου υπό διαμόρφωση «εδώ και τώρα».


Σκηνοθεσία
Βάζοντας τις ηθοποιούς της να παίξουν μπροστά από την ατάκα παρά πίσω, η Μοσχοχωρίτη στόχευσε στην ,έστω και μερική, διάσπαση της λέξης από το νόημά της, ώστε να δημιουργήσει ελεύθερο χώρο να μπει ο γυναικείος λόγος και να σημάνει εκ νέου, να επανατοποθετηθεί, αυτή τη φορά κάπου αλλού, ως κάτι αυτόνομο, ενδεχομένως ως σημείο του εαυτού του και όχι ως σημείου κάποιου άλλου που βρίσκεται κάπου αλλού. Σκέψη δυνάμει ενδιαφέρουσα, αν σκεφτεί κανείς ότι κάπως έτσι δημιουργούνται οι προϋποθέσεις ενίσχυσης της πολυφωνίας του εγχειρήματος, σε βάρος της γνώριμης συγκρουσιακής ατμόσφαιρας που συρρικνώνει τα πάντα σε αναγνωρίσιμα δίπολα του τύπου είτε/είτε. Με τις τρεις ηρωίδες της περφόρμανς να μονολογούν αντί να διαλέγονται, η σκηνοθεσία τους άφησε χώρο να δημιουργήσουν τις δικές τους εννοιολογικές και χωροχρονικές πραγματικότητες, μακριά από την ανδρική εξουσία, εκεί όπου η απούσα φωνή (της ιστορίας) γίνεται αρθρωμένος λόγος.
Ερμηνείες και προβλήματα
Οι Όλγα Νικολαϊδου, Στέλλα Νούλη, και Βασιλική Τσεκούρα έπαιξαν τις (αποστασιοποιημένες) ηρωίδες τους με λιτή σωματική κίνηση και χωρίς μιμητικούς ψυχολογισμούς. Έπαιξαν με την ιδιότητά τους ως ηθοποιοί-υποκείμενα, αλλά και ως αντικείμενα της ανα-παράστασής του, θύτες και θύματα στην ίδια (δια)γραφή. Σώματα κερματισμένα, έκκεντρα (=άπιαστα), τοποθετημένα στις παρυφές μιας ανδρικής δράσης, που, αν και αόρατη, καθορίζει, σ’ ένα μεγάλο βαθμό, τις δικές τους αντιδράσεις.
Απ’ αυτό το φιλότιμο επιτελεστικό πλέγμα δεν έλειπαν τα προβλήματα, με πιο βασικό, νομίζω, το δραματουργικό. Δεν είχαμε όλα τα κομμάτια του παζλ στη θέση τους. Η διακειμενική συρραφή ζητούσε κι άλλο πελέκημα, δέσιμο και εσωτερική μεθόδευση ώστε όλος αυτός ο «άλλος» κόσμος ν’ αποκτήσει πιο ξεκάθαρους και απρόβλεπτους σκηνικούς άξονες. Όπως μας παραδόθηκε, φάνταζε μ’ ένα πράγμα αιωρούμενο που ήθελε πολύ να πάει κάπου, όμως δεν έδειχνε ότι ήξερε ακριβώς πού και πώς να πάει. Υπήρχε μια γενικότερη αμηχανία, ιδιαίτερα έκδηλο στο πέρασμα από τη μια εικόνα στην άλλη.
Συμπέρασμα: Πρέπει να υπάρξει συνέχεια ώστε οι δυνάμει καλές προθέσεις του πρώτου σχεδιάσματος να γίνουν μια πληρέστερη και πιο ευφάνταστη σκηνική πράξη. Δεν μπορείς να διεκδικείς το καινούριο (του λόγου ή της πραξης) ακουμπώντας σε προβλέψιμα υλικά. Η όλη γοητεία είναι να μπιορείς να κάνεις το θεατή να δει το ασυνήθιστο μέσα στο συνηθισμένο. Κι αυτό απαιτεί φαντασία στο φουλ.
5/05/2013
.