Απλά και ανθρώπινα: Στην «Αυλαία» η ομάδα Sforaris





Εξαρχής αυτό: νομίζω πως είναι η καλύτερη δουλειά της ομάδας Sforaris (εξαιρώ το «Πάσχα», που δεν είδα). Αναφέρομαι στο «Γιοί και κόρες»  που πρωτοπαρουσιάστηκε στο Φεστιβάλ Αθηνών το καλοκαίρι και τώρα φιλοξενείται στη σκηνή του θεάτρου «Αυλαία». Μια δροσερή, καθαρή και έντιμη περφόρμανς χτισμένη επάνω σε θραύσματα αφηγήσεων δεκάδων νέων και γερόντων από την Κέρκυρα μέχρι τη Λευκωσία, με θέμα την αναζήτηση της ευτυχίας.
Ένας αφτιασίδωτος αντίλογος στη διάχυτη απελπισία και μαυρίλα που κυριαρχεί στη ζωή μας. Ένα πελώριο «ΝΑΙ» στη ζωή. Εντάξει, δεν έγινα σοφότερος απ’ αυτά που άκουσα. Ούτε ανακάλυψα κάποια υπαρξιακά βάθη ή συγκλονιστικές αλήθειες. Όλα ήταν «βασανιστικά» οικεία. Κι όμως, όλη αυτή η οικειότητα ανάβλυζε μια τέτοια γλυκειά αύρα, που ομολογώ πως είχα καιρό να νιώσω. Και αυτό οφείλεται εν πολλοίς στον τρόπο διαχείρισης του υλικού.
Η αισθητική της παράστασης
Η παράσταση δανείζεται κώδικες από μια μεγάλη δεξαμενή μεταμοντέρνων και μεταδραματικών στοιχείων, που περιλαμβάνει αυτοσχεδιασμούς, χαλαρή αφηγηματική δομή, καθημερινά θέματα που περίτεχνα διασαλεύουν την ιεραρχημένη (και κλειστή) τάξη του σκηνικού κόσμου, ώστε να δημιουργηθούν εστίες ελεγχόμενης αταξίας που να ενισχύουν την επικοινωνιακή δυναμική του θεάματος, δηλαδή να κάνουν το θεατή να αισθανθεί πως βρίσκεται σ’ ένα περιβάλλον πολύ δικό του, όπου νέοι και γέροι του εκμυστηρεύονται πράγματα.



Ο θεατής παρακολουθεί ν’ απλώνεται μπροστά του ένα σαγηνευτικό ψηφιδωτό το οποίο, μολονότι βρίσκεται διαρκώς υπό κατασκευή (αφού συνέχεια μπαινοβγαίνουν ψηφίδες που ναι μεν έχουν το ίδιο εστιακό κέντρο—την αναζήτησης της ευτυχίας—διαφέρουν και ως προς τον χρόνο και ως προς τον τόπο, την ηλικία και τους πρωταγωνιστές), δεν ενοχλεί, αντίθετα σαγηνεύει, γιατί γίνεται με τρόπο αβίαστο, άκρως επικοινωνιακό και διόλου ηδονοβλεπτικό.  Οι κρίκοι της αφηγηματικής αλυσίδας είναι έτσι δεμένοι που προβιβάζουν τις καθημερινές ιστορίες από απλό λόγο σε λόγο αμιγώς θεατρικό. Τις κυρώνουν σ’ αυτό το ταξίδι αναζήτησης της ευτυχίας που είναι ταυτόχρονα και ένα παιχνίδι με την ίδια την οντολογία του θεάτρου, ένα παιχνίδι ανάμεσα στο είναι και το φαίνεσθαι.  Τη μια πρυτανεύει η ιστορία την άλλη η μυθιστορία, τη μια οι ηθοποιοί είναι κάτι και την άλλη δεν είναι εκείνο το «κάτι», αλλά «αυτό». Τη μια τους συναντούμε «εκεί πέρα κάποτε», την άλλη «εδώ και τώρα». Τη μια υπηρετούν το θέατρο την άλλη την ακύρωσή του (υποτίθεται).
Πέντε ηθοποιοί κινούνται και μετακινούνται αλληλοκαλυπτόμενοι, δοκιμάζοντας ταυτόχρονα τα όρια της αναπαράστασής (τους). «Γιοι και κόρες» σε ένα σκηνικό τεστ γύρω από την πορεία παραγωγής, καθώς και την παραγωγή της παραγωγής που φτιάχνεται και καταλύεται. Όλος ο μηχανισμός του θεάτρου μπαίνει στο ίδιο το γεγονός της αναπαράστασης. Και αυτά τα ακροβατικά κάνουν τις ιστορίες τους να φαντάζουν ενδιαφέρουσες ακόμη κι όταν δεν είναι.
Πολιτική τέχνη
Δεν υπάρχει τέχνη που να είναι πολιτικά ουδέτερη Οι πρακτικές και οι θεωρίες μπορεί ν’ αλλάζουν ως προς την έμφασή τους, αλλά όλες φαίνεται να συμφωνούν ότι κανένα πολιτιστικό προϊόν δεν υπερβαίνει τις υλικές δυνάμεις και τις σχέσεις παραγωγής που το περιβάλλουν. Απλώς τώρα, οι νεότεροι καλλιτέχνες, αντί να επικεντρώνονται πιο πολύ στο «τι» της γραφής, αναζητούν λύσεις στο «πως», εκτιμώντας πως έτσι επιτυγχάνουν καλύτερα αποτελέσματα. Όπως λέει και ο Αντόρνο, η πολιτική δυναμική του θεάτρου ως αναπαράσταση της πραγματικότητας, δεν έγκειται μόνο στη δυνατότητα να δείξει τις συνθήκες που επικρατούν έτσι ώστε να φανταστούμε τη δυνατότητα αλλαγής τους (αλά Μπρεχτ) αλλά, εξίσου σημαντικό, στη δυνατότητά του να οργανώσει τον κόσμο σύμφωνα με μια ποικιλία αρχών, ιδεών και δομών, που να επιτρέπουν να συλλάβουμε την κοινωνία διαφορετικά και μέσα στη διαφορά.


Και αυτό νομίζω πέτυχε η περφόρμανς που σκηνοθέτησε με ευρηματικότητα και καλή διάθεση ο Γιάννης Καλαβριανός: πήγε ένα βήμα πέρα από τη σημειωτική, ώστε να ενισχύσει την αμεσότητα του γεγονότος και να δημιουργήσει νέους χώρους σκέψεις, δράσης και επικοινωνίας. Κάπως έτσι πέτυχε να κάνει το θεατή να διερωτηθεί, μεταξύ άλλων, και για το πολιτικό και οικολογικό περιεχόμενο που κυριαρχεί στο ηδονοβλεπτικό του habitus.
Παράλληλα, το υπογραμμίζω αυτο, πήρε το ρίσκο να δοκιμαστεί και με το συναίσθημα. Το άφησε να βγει προς τα έξω, δεν το απέκρυψε. Και νομίζω πως κέρδισε το στοίχημα. Συγκίνησε χωρίς να γίνει μελοδραματικός, γλυκανάλατα νοσταλγικός  και εύκολος. Κινήθηκε έξυπνα σ’ ένα ναρκοπέδιο που ένα ελάχιστο θα μπορούσε να τα φέρει όλα τούμπα.
Άννα Ελεφάντη, Στέφη Πουλοπούλου, Αλεξία Μπεζίκη, Κωνσταντίνος Ντέλλας και Γιώργος Παπαπαύλου: πέντε νέα παιδιά με τάλαντο και στέρεη γνώση της μεταμορφωτικής δυναμικής του σανιδιού, ζωντάνεψαν με ιδιοφυές κέφι και κυρίως με απόλυτη συνέπεια στην αισθητική διαδρομή της μεταδραματικής αισθητικής, ουσίες ζωής. Έπαιξαν μεταξύ τους και με τους θεατές. Δημιούργησαν ένα αφηγηματικό σύμπαν εναλλασσόμενων συναισθημάτων. Ζεστό-κουλ, κοντά-μακριά, πρόσωπο-προσωπείο. Τη μια αφηγητές την άλλη ήρωες της αφήγησής τους. Τη μια στο ιστορικό παρόν της περφόρμανς (στις εννέα η ώρα το βράδυ στη σκηνή του «Αυλαία») και την άλλη, στον πόλεμο του σαράντα κάπου στην Ήπειρο.
Τα σκηνικά και κουστούμια των Μπουσουλέγκα/Υφαντίδου, απλά και σωστά. Συμπέρασμα: μια περφόρμανς που δεν αρκέστηκε σε παραλλαγή (ρεαλιστικού) κάδρου. Απέδειξε δραστικό θεατρικό ένστικτο και ικανή μεταμορφωτική ετοιμότητα.
14 Απριλίου 2013


Share:

Translate

ΣΑΒΒΑΣ ΠΑΤΣΑΛΙΔΗΣ / Savas Patsalidis

ΣΑΒΒΑΣ ΠΑΤΣΑΛΙΔΗΣ / Savas Patsalidis

CURRICULUM VITAE / ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Critical Stages

Critical Stages
The IATC web journal

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΟΣ

ARTICLES IN ENGLISH

Περιεχόμενα

Follow by Email

Αρχειοθήκη ιστολογίου