Γέλιο, ζήλια, τραγωδία





Πρωτοσυναντούμε τον Οθέλλο καθ’ οδόν προς την Κύπρο, με αποστολή να αναχαιτίσει την επέλαση των Τούρκων στην περιοχή. Μία καταιγίδα, όμως, καταστρέφει την τουρκική αρμάδα κι έτσι, φτάνοντας στο νησί, αναγκαστικά περιορίζεται στην τακτοποίηση τοπικών ζητημάτων. Ο ιδιοφυής Σέξπηρ, με αριστοτεχνικό (και εξόχως αριστοτελικό) τρόπο, ξεμπερδεύει με το θέμα του πολέμου και συγκεντρώνει όλη τη δράση σ’ ένα αυστηρά προσδιορισμένο χωροχρονικό πλαίσιο, με κυρίαρχο θέμα τη ζήλια, διανθισμένη με έμφυλες και φυλετικές  πινελιές οι οποίες, από τη μια ναρκοθετούν τα στερεότυπα και, από την άλλη, τα νομιμοποιούν.
Μια ενδιαφέρουσα αμφισημία, η οποία δικαίως έχει προκαλέσει (και προκαλεί) πολλές και εντελώς αντιφατικές ερμηνείες. 
Δεν υπάρχουν συνταγές ως προς τον τρόπο προσέγγισης της τραγωδίας αυτής. Το ύφος της κάθε παράστασης εξαρτάται άμεσα από το πώς ο καθένας ερμηνεύει τη μεταμόρφωση του Οθέλλου (από τρυφερό σύζυγο σε ζηλιάρη εραστή). Η πλέον δημοφιλής άποψη λέει ότι το έργο είναι ρατσιστικό, υπό την έννοια ότι, όσο επικρατεί το δυτικό στοιχείο της προσωπικότητας του Οθέλλου, ο έρωτάς του για τη Δυσδαιμόνα είναι απόλυτος και ειλικρινής, όταν αφήνεται στο έλεος των παθών του, τότε επικρατεί το κατώτερο, το πιο πρωτόγονο κομμάτι του χαρακτήρα του (ο Μαυριτανός και όχι Ευρωπαίος).

Ο “Οθέλλος», όπως τον είδαν οι δύο σκηνοθέτες της παράστασης που φιλοξενήθηκε στο Θέατρο Γης (Κιμούλης, Μαρκουλάκης), κουβαλά πολλά στοιχεία κωμωδίας, που πηγάζουν κυρίως μέσα από την ερμηνεία του Κωνσταντίνου  Μαρκουλάκη (Ιάγος), ο οποίος, από την πρώτη στιγμή που εμφανίζεται στη σκηνή, δείχνει τις προθέσεις του. Θέλει οπωσδήποτε το κοινό με το μέρος του. Και ξέρει πώς να το κερδίσει. Έρχεται και κάθεται  μπροστά στη σκηνή, κοιτά το κοινό μετωπικά, του κλείνει το μάτι, πού και πού υπομειδιά συνωμοτικά, του εκμυστηρεύεται πράγματα και, γενικά, το βάζει στο δικό του ύπουλο παιχνίδι. Όταν σκαρώνει τις παγίδες στον ανυποψίαστο Κάσιο, δεν έχει κανένα πρόβλημα να ομολογήσει ότι δεν διαπράττει κάποιο έγκλημα με το να διαστρεβλώνει τις καταστάσεις προς όφελός του. Είναι είρων, ιδιότητα που τον φέρνει πιο κοντά στον Οθέλλο, επίσης μέγα είρωνα και, παράλληλα, τον βοηθά να χτυπήσει εκεί που πονάει. Ας μην ξεχνάμε ότι ο Ιάγος ποντάρει στην ετερότητα του Οθέλλου, γιατί έτσι τον φέρνει εγγύτερα στη δική του ετερότητα. Τον «κάνει Τούρκο», κυριολεκτικά.
Ερμηνείες
Εκείνο που με προβλημάτισε στην ερμηνεία του Μαρκουλάκη είναι το ότι τονίστηκε πάρα πολύ η μπαναλιτέ του κακού σε βάρος του διαβολικού χαρακτήρα που κρύβει ο εωσφορικός του χαρακτήρας, σε σημείο να θες να πετύχουν τα μεφιστοφελικά του σχέδια. Όταν στο τέλος αντιλαμβανόμαστε τις πραγματικές διαστάσεις της εσωτερικής του στρέβλωσης, έχει τελειώσει το παιχνίδι. Τον έχουμε ήδη συμπαθήσει.  Δεν είμαι σε θέση να υποδείξω σκηνοθετικές λύσεις, ωστόσο από τη θέση του θεατή αισθάνομαι πως ίσως ήθελε πιο υπόγειες κλιμακώσεις το χτίσιμο του χαρακτήρα του, ώστε να ενισχυθεί η αμφισημία του (Ευρωπαίος/χριστιανός, ξένος/Τούρκος). Το ότι με το «καλημέρα» κατάφερε κι έγινε ένα με μας μπορεί επικοινωνιακά να δικαίωσε την επιλογή της σκηνοθεσίας, δεν ξέρω όμως κατά πόσο ενίσχυσε (ή δικαίωσε) την κοινωνικοπολιτική και δραματική διαπάλη που συναντούμε στο έργο.
Όσο για τον Οθέλλο του Γιώργου Κιμούλη, ενταγμένος πλήρως στη δράση όπως τη φαντάστηκε από τη θέση του (συν)σκηνοθέτη, κινήθηκε με τη σιγουριά δοκιμασμένου και ικανού θεατρίνου. Εάν ήταν κάτι που με ξένισε, τουλάχιστον στο στάδιο εκείνο όπου δηλώνει απόλυτα δοσμένος στη Δυσδαιμόνα, είναι το γεγονός ότι ναι μεν είχε το ύφος του αρχηγού και του κτήτορα, δεν έδειχνε όμως να έχει ταυτόχρονα και το ύφος του ερωτευμένου. Η εκφορά του λόγου παραήταν σκληρή και στυλιζαρισμένη για κάποιον που δηλώνει φουλ ερωτοχτυπημένος. Ένας λόγος με λιγότερο «παραξένισμα» θα ήταν ενδεχομένως πιο αποκαλυπτικός της (πραγματικής) εσωτερικής του κατάστασης.
Η κριτική δεν έχει αποφασίσει τι σόι γυναίκα είναι η Δυσδαιμόνα. Εάν είναι εκ φύσεως καλή, αθώα ή πονηρή. Η προσωπική μου εκτίμηση λέει ότι έχουμε να κάνουμε με μια σύνθετη γυναικεία φιγούρα, από την οποία, μάλιστα, εξαρτάται όλο το έργο, μιας και αυτή επηρεάζει τις σχέσεις των δύο πρωταγωνιστών. Η Δυσδαιμόνα της Σμαράγδας Καρύδη δεν ήταν αυτό ακριβώς το πλάσμα. Δεν μας έκανε να αισθανθούμε ότι η επιλογή της να γίνει γυναίκα του Οθέλλου ήταν τόσο σημαντική και ιδιαίτερη. Από την αρχή εμφανίστηκε μπροστά μας μάλλον άχρωμη, με τον εσωτερικό της κόσμο απόντα. Λίγο ανεβαίνει, όταν αρχίζει η μανική μεταμόρφωση του Οθέλλου. Είναι, όμως, πολύ αργά. Οι εντυπώσεις είναι πια δεδομένες. Ο Κάσιο  του Μπουρδούμη κινήθηκε σ’ αυτή την ιστορία πάθους και εκδίκησης, με μέτρο, χωρίς ωστόσο κάτι το ιδιαίτερο. Η Γωγώ Μπρέμπου έβγαλε μία σύζυγο κουρασμένη, ερωτικά στερημένη, αλλά ακέραια σε πολλά θέματα τιμής και αξιοπρέπειας.
Σκηνοθεσία
Η σκηνοθεσία των Κιμούλη/Μαρκουλάκη είχε άποψη. Κράτησε το αιώνιο θέμα της ζήλιας (και της κτητικότητας) ως πλοηγό και από κει και πέρα κοίταξε να υπογραμμίσει κάποια κοινωνικά θέματα (όπως η αβεβαιότητα και η αναπαράσταση της αλήθειας) με τρόπο ευανάγνωστο και άμεσο. Θεωρώ πως πολύ καλά έπραξε και συμφιλιώθηκε με την ιδέα του κωμικού. Υπάρχει μέσα στο κείμενο. Όμως, όπως είπα και πιο πάνω, αισθάνομαι πως υπερτονίστηκε το στοιχείο αυτό, σε σημείο ώστε ν’ αποδυναμωθεί η τραγική διάσταση της ιστορίας. Δεν είναι τυχαίο που ο κόσμος αντιδρούσε στα δρώμενα λες και παρακολουθούσε κωμωδία.  Επίσης, τα μουσικοχορευτικά (ροκ) ιντερμέδια δεν μου φάνηκαν ν’ ανήκουν στην παράσταση, να βγαίνουν δηλαδή μέσα απ’ αυτήν. Εξυπηρετικό το σκηνικό της Αθανασίας Σμαραγδή και λειτουργική η χρήση των βιντεοπροβολών.
Συμπέρασμα: γέλιο, ζήλια, τραγωδία.
17/7/2011