Ένας Ριχάρδος της «Μεθόδου» και του κόσμου μας




Η ενοχλητική γκλαμουριά
Βρίσκω ενοχλητική την παρουσία των κοσμικών. Όχι γιατί πηγαίνουν θέατρο (δικαίωμά τους), αλλά γιατί πηγαίνουν (όταν πηγαίνουν, σπανίως δηλαδή) μόνο και μόνο για να γίνουν οι ίδιοι «θέατρο», να προσεχτούν, να φωτογραφηθούν, να λικνιστούν, να προσποιηθούν, να κοκορευτούν, να αλληλοκολακευτούν.
Χαλιέμαι όταν τους βλέπω να εμφανίζονται στην Επίδαυρο  (ή αλλού, στο Ηρώδειο, ας πούμε) σκοπίμως τελευταίοι, από φόβο μήπως και περάσουν απαρατήρητοι (τόσο γελοίοι!). Χαλιέμαι όταν τους βλέπω να χαμογελούν ψεύτικα, δεξιά και αριστερά, κάθε φορά που πλησιάζει κάποια κάμερα. Χαλιέμαι όταν τους βλέπω να μαζεύονται, όπως τα πρόβατα, σε ταβέρνες της περιοχής για ν’ ανταλλάξουν φιλοφρονήσεις και κούφια λόγια και γίνομαι έξαλλος όταν τους ακούω να το παίζουν (φωναχτά) κριτικοί της παράστασης. Τότε νιώθω μια έντονη διάθεση ν’ αρπάξω μια βίτσα και να τους κατσαδιάσω όλους. Και αυτό γίνεται κάθε φορά που κάποιο μεγάλο όνομα πατάει το πόδι του, κυρίως στην Επίδαυρο. Τέτοιο κόμπλεξ! Τέτοιο κιτς! Είναι για λύπηση!

Το έργο
Δεν θα έλεγα ότι ο «Ριχάρδος Γ’» ήταν η «παράσταση της χρονιάς», όπως βιάστηκαν να γράψουν ορισμένοι στο καλλιτεχνικό τους ρεπορτάζ. Ούτε κατά προσέγγιση. Θα έλεγα απλά ότι ήταν μια συγκροτημένη και αρκετά πιστή ανάγνωση ενός έργου που, διόλου τυχαία, αγαπούν οι φίλοι της ψυχανάλυσης. Και λέω διόλου, γιατί τους προσφέρει το πρώτο ολοκληρωμένο πορτρέτο ενός  δραματικού χαρακτήρα, για τον οποίο έχουν όσες πληροφορίες χρειάζονται (για την παιδική του ηλικία και τις οικογενειακές του σχέσεις), ώστε να μιλήσουν για οιδιπόδειες συγκρούσεις, για αιμομικτικές επιθυμίες, για κόμπλεξ κατωτερότητας σε ό,τι αφορά τα γεννητικά του όργανα κ.λπ
Ο σεξπιρικός Ριχάρδος Γ’ είναι ένας καλός συγκάτοικος του Σάυλοκ, του Μαλβόλιο και του Λεόντιου. Έχει όλα τα ντεσού μιας τερατογένεσης. Είναι ένα πλάσμα που όχι μόνο μισεί (από καρδιάς), αλλά και στοχεύει με απίστευτη ακρίβεια το μίσος του. Στην αρχή κυνηγά μανιωδώς τους εχθρούς της οικογένειάς του και δείχνει ν’ απολαμβάνει τον πόνο που τους προκαλεί. Μετά τον θάνατο του πατέρα του επιδιώκει, με την ίδια ορμή, την καταστροφή και των αδελφών του, που μέχρι τότε τον είχαν στηρίξει και επαινέσει.
Στην ψυχή του Ριχάρδου παλεύουν  δύο εικόνες. Η εικόνα του μεγαλείου που κληρονόμησε από τον πατέρα του και η εικόνα που ο ίδιος τρέφει για τον εαυτό του, που δεν είναι καθόλου κολακευτική. Και αυτή η διαπάλη συντηρεί και ενισχύει το μίσος του για τους πάντες, τους οποίους βλέπει σαν άψυχα αντικείμενα που χρησιμοποιεί κατά πως τον βολεύουν και τον «εξιτάρουν». Σ’ όλη του τη ζωή θα παραμείνει ένας μίζερος, μακιαβελικός δολοπλόκος, με μοναδική έγνοια την καταστροφή των άλλων. Δεν μπορεί να κυβερνήσει με επιτυχία, γιατί, σαν χαρακτήρας, είναι ασταθής και καταστροφικός. Δεν μπορεί να εμπιστευτεί τους άλλους, γιατί ο ίδιος είναι αναξιόπιστος. Δεν μπορεί ν’ αγαπήσει, γιατί δεν αγαπάει πρωτίστως τον εαυτό του. Ακόμη και η μητέρα του παραδέχεται ότι από μικρό παιδί ήταν ένας τύπος ταραγμένος. Η ψυχική του κατάρρευση ολοκληρώνεται στο τέλος της μάχης του Μπόζγουορθ Φιλντ. Εκείνη τη στιγμή βιώνει την απόλυτη μοναξιά. Κανείς δεν θα τον λυπηθεί, κανείς δεν θα κλάψει γι’ αυτόν. Είναι ένα συνειδησιακό ταρακούνημα, μια στιγμή κατά την οποία αντιλαμβάνεται τη ματαιότητα της ζωής του και ξεστομίζει το περίφημο «Το βασίλειό μου για ένα άλογο!».
Με το έργο αυτό ο Σέξπιρ ολοκληρώνει την πρώτη του ιστορική τετραλογία και μέσα απ’ αυτήν τη δοκιμασία μαθαίνει καλύτερα τα μυστικά της θεατρικής γραφής και ζυγίζει τις ικανότητές του. Το γεγονός ότι η εικόνα της εκδίκησης είναι τόσο έντονη εδώ δεν είναι τυχαία. Μέσα από τα θέματα που φέρνει στην επιφάνεια θα του ανοίξει τον δρόμο για να μελετήσει πιο υποψιασμένα τα ανθρώπινα κίνητρα.
Καθαρή παράσταση
Ο Σαμ Μέντες, ο σκηνοθέτης της παράστασης που μας ήρθε κατευθείαν από το λονδρέζικο Old Vic (ως μέρος του Bridge Project), αποβρετανικοποίησε όσο μπορούσε το έργο, ώστε να υπογραμμίσει την ιδεολογική του αμεσότητα και σχετικότητα. Δεν τον απασχόλησε ο Πόλεμος των Ρόδων, αλλά οι σύγχρονες δικτατορίες και οι πολιτικές ίντριγκες. Έστησε μια καλοζυγισμένη παράσταση, χωρίς σκηνοθετισμούς και εκβιαστικές λύσεις, ακουμπώντας εξ ολοκλήρου στην ερμηνεία του Κέβιν Σπέισι, ο οποίος, σαν ένας καλός μαθητής της αμερικανικής «Μεθόδου», έκανε ό,τι συνήθως κάνουν όλοι οι συμπατριώτες του που δοκιμάζονται με τo κλασικό ρεπερτόριο (Στριπ, Πατσίνο, Χόφμαν κ.ά): έφερε τον ρόλο στα μέτρα του, τον «εξανθρώπισε» κατά κάποιον τρόπο, ώστε να τον κατεβάσει, ως «δικό μας» πλέον, στην πλατεία. Μέσα στο λιτό γκρίζο σκηνικό του Πάιπερ (ένα δωμάτιο με κλειστές πόρτες, χωρίς καμία αίγλη ανακτορική) ζωντάνεψε έναν Ριχάρδο-δικτάτορα, σαν κι αυτούς που βλέπουμε στις ειδήσεις κάθε μέρα (μάλιστα σε συνέντευξη του μιλά για Καντάφι και Μουμπάρακ). Προέβαλε, χωρίς υπερβολές και υστερίες, τον βίο και την πολιτεία ενός ταραγμένου νου, που όμως ο ιδιοφυής Σεξπιρ προίκισε με αρκετή ενέργεια, ευφυία και ζωντάνια ώστε να τον κάνει όχι μόνο πιο σύνθετο ως άτομο, αλλά ενίοτε ακόμη και σαγηνευτικό.  Διάσταση που η σκηνοθεσία του Μέντες επέλεξε ν’ αφήσει εκτός, προβάλλοντας πεισματικά και με τη βοήθεια προβολών επάνω στο σκηνικό, την πιο σκοτεινή και τερατώδη πλευρά της προσωπικότητάς του, ενίοτε διανθισμένης με πινελιές χιούμορ.
Συμπέρασμα: μια παράσταση όπως οι περισσότερες του Old Vic: μετρημένη και επικεντρωμένη εξ ολοκλήρου στον ηθοποιό-σταρ και όχι στον σκηνοθέτη. Για κάποιον που αναζητεί κάτι πιο φρέσκο και τολμηρό, καλύτερα ας ψάξει αλλού. Εδώ θα δει ένα αγγλοσαξονικό θέατρο mainstream. Εντελώς.
/8/2011