Σκέψεις από το φετινό καλοκαίρι




Περί κριτικής
Υπάρχουν δύο τύποι κριτικών: εκείνοι που επιλέγουν να κρίνουν αποκλειστικά επαγγελματικές παραστάσεις καταξιωμένων δημιουργών, με την αιτιολογία ότι έτσι μπορούν κι αυτοί με τη σειρά τους να μην κάνουν καμία έκπτωση στα κριτήριά τους περί καλού και κακού θεάτρου.
Εξαντλούν όλη την αυστηρότητά τους. Σου λένε, από τη στιγμή που είχες όλες τις προϋποθέσεις για να κάνεις σπουδαίο θέατρο, δεν σου συγχωρείται τίποτα. Δεν υπάρχουν ελαφρυντικά.  Είναι και οι άλλοι, πιο δεκτικοί, που κρίνουν όλες εκείνες τις παραστάσεις που εκτιμούν ότι είναι ενδεικτικές του γενικότερου θεατρικού κλίματος μιας περιοχής ή μιας εποχής.
Χωρίς να απορρίπτω τη θέση των πρώτων, πιο πολύ ευθυγραμμίζομαι με τη δεύτερη θέση, γιατί αισθάνομαι πως και πιο δημοκρατική είναι, και πιο περιεκτική και, κυρίως, πιο χρήσιμη για το κοινωνικό σύνολο, υπό την έννοια ότι με τις επιλογές και τις κρίσεις της καλύπτει ένα ευρύ φάσμα των προσπαθειών που γίνονται, δίνοντας έτσι με τον τρόπο της μια πληρέστερη και ημερολογιακά πιο συμμετρική εικόνα των θεατρικών πραγμάτων ενός τόπου. Δεν αντιλέγω ότι πολλά απ’ αυτά που παρουσιάζονται στο σανίδι κάθε άλλα παρά καλό θέατρο είναι και συνεπώς δεν αξίζει τον κόπο ν’ ασχοληθεί κάποιος μαζί τους σοβαρά και, κυρίως, χωρίς να κάνει εκπτώσεις. Από την άλλη, όμως, αν δεχτούμε τη σκέψη που λέει ότι το θέατρο αποτελεί τον άμεσο καθρέφτη της κοινωνίας μέσα στην οποία λειτουργεί και από την οποία εμπνέεται, τότε εκτιμώ πως κάθε επαγγελματική παράσταση (και εφόσον δεν υπάρχει, τότε ακόμη και ερασιτεχνική) δικαιούται μιας έντιμης κριτικής εκτίμησης, τηρουμένων πάντοτε των αναλογιών. Για παράδειγμα, δεν μπορούμε να κρίνουμε με την ίδια αυστηρότητα ένα μιούζικαλ πολλών εκατομμυρίων στο Μπρόντγουεϊ και ένα μιούζικαλ που επιχειρεί μία μικρή ομάδα με ελάχιστα χρήματα. Πρέπει να λάβουμε υπόψη όλες τις παραμέτρους και φυσικά, πού απευθύνεται. Υπ’ αυτές τις προϋποθέσεις κάθε κριτικός μπορεί να διατηρήσει την αντικειμενικότητα και τα κριτήριά του, χωρίς παραχωρήσεις, βοηθώντας έτσι να κρατηθεί ζωντανός ο διάλογος  ανάμεσα στην κοινότητα και το θέατρό της.

Κάνοντας ένα ζουμ στα θεατρικά πεπραγμένα του καλοκαιριού που πλησιάζει προς το τέλος του, αποκόμισα την εξής εικόνα.
Πρώτη παρατήρηση: ο κόσμος
Ο κόσμος ανέκρουσε πρύμναν. Με εξαίρεση ορισμένες παραστάσεις στο Θέατρο Κήπου, οι περισσότερες πάτωσαν. Κάποιες δικαίως, κάποιες (ελάχιστες) αδίκως. Η ουσία είναι μία: ο κόσμος έχει αρχίσει να το σκέφτεται. Φοβάται. Πέρυσι δεν το είδαμε αυτό και ορισμένοι βιαστήκαμε να πούμε πως το θέατρο μπορεί ν’ αποδειχτεί ένα σωσίβιο ψυχαγωγίας. Αρχίζω ν’ αμφιβάλλω. Όσο λιγοστεύει το «λίπος» στο πορτοφόλι, άλλο τόσο θα λιγοστεύουν και οι «πελάτες» του θεάτρου. Κι εδώ είναι η πρόκληση για κάθε καλλιτέχνη που νοιάζεται και πονάει: να πείσει τον κόσμο ότι αξίζει να ξοδέψει είκοσι δυσεύρετα ευρώ για να περάσει καλά δύο ώρες. Τι σημαίνει αυτό; Τέρμα τα  καραγκιοζλίκια και οι φούσκες. Καιρός να σοβαρευτούν όλοι και να κοιτάξουν πώς θ’ ανεβάσουν τον ποιοτικό πήχη ώστε να κερδίσουν και την εκτίμηση του κόσμου.
Δεύτερη παρατήρηση: οι συντελεστές
Οι περισσότερες σκηνοθεσίες που είδα έμοιαζαν με ρύθμιση κυκλοφορίας χαλασμένων οχημάτων. Στρίψε δεξιά, πάρκαρε αριστερά, έλα πίσω. Έλεος! Ήξερες πριν κάνουν κάτι τι θα κάνουν. Ούτε ίχνος φαντασίας. Σκέτη μούχλα. Επαναλαμβάνουν τα ίδια και τα ίδια. Ομοίως  και ορισμένοι γνωστοί πρωταγωνιστές. Φοράνε το προσωπείο της (τηλεοπτικής) αναγνωρισιμότητάς τους και το κουβαλούν παντού, στα βουνά και τα λαγκάδια. Ίδιες πόζες, ίδιες σαχλαμάρες, ίδιες διεκπεραιωτικές λύσεις. Φτάνει! Ας ταξιδέψουν λιγάκι να δουν και άλλους καλλιτέχνες, να μαθητεύσουν και κάπου αλλού, μπας και ανανεωθούν. Αυτά που νομίζουν ότι πουλάνε, δεν πουλάνε πια. Χορτάριασαν.
Άλλη παρατήρηση: οι σύγχρονοι συγγραφείς μας
Τους ψάχνεις με το κιάλι. Πού είναι; Το χειμώνα όλο και κάτι βλέπουμε από τη δουλειά τους. Όχι όμως το καλοκαίρι, όπου κυριαρχεί η λογική του μεγάλου (και λάιτ) θεάματος και του γνωστού ονόματος. Φαινόμενο όντως ανησυχητικό, γιατί ακριβώς δεν μπορεί να υπάρξει υγιές εθνικό θέατρο χωρίς συγγραφείς. Το παλεύει κάπως το Φεστιβάλ Αθηνών, όμως μια πιο ολοκληρωμένη λύση θα ήταν ένα καλοκαιρινό φεστιβάλ αφιερωμένο αποκλειστικά στην πιο πρόσφατη δουλειά τους. Και ενδεχομένως ανάθεση ορισμένων σκηνοθεσιών έργων τους σε γνωστούς ξένους, ώστε να ανοίξουν λίγο και οι πόρτες προς τα έξω. Η Θεσσαλονίκη θα ήταν ένας ιδανικός τόπος για κάτι τέτοιο.
Επίσης: οι πρόγονοί μας
Προς τι όλη αυτή η λύσσα; Δηλαδή, εάν δεν κάνουμε αρχαίο θέατρο για τρία τέσσερα χρόνια θα μαραζώσουμε ή θα μας πουν λιγότερο πατριώτες; Οι περισσότερες παραστάσεις αρχαίου δράματος που βλέπουμε είναι πληκτικές. Δεν αφήνουν τίποτα πίσω τους. Πρόχειρα στέκομαι στη φετινή «Μήδεια» (Επίδαυρος).  Ούτε η Μουτούση ούτε κανένας άλλος προικισμένος ηθοποιός θα μπορούσε να σώσει το εγχείρημα. Το να είσαι απλός και ευανάγνωστος, δεν σημαίνει ότι είσαι και ενδιαφέρον ταυτόχρονα. Ακόμη, διερωτώμαι προς τι οι «Σκηνοβάτες» του Φασουλή; Ας πάρουμε επιτέλους κάποιες αποστάσεις από τα κλασικά κείμενα, κι ας αφιερώσουμε εργαστηριακό χρόνο στην επαναπροσέγγισή τους, ώστε να τους ξαναδώσουμε ενδιαφέρον. Οι κλασικοί δεν ζωντανεύουν μέσα σε εφτά ή οχτώ εβδομάδες πρόβας. Θέλουν χρόνο, έρευνα και  δοκιμές. Κάτι που δυστυχώς πολύ σπάνια βλέπουμε. Πιο πολύ βλέπουμε ευκολίες, αναμασήματα, φθαρμένες εικόνες και βαρύγδουπες συνεντεύξεις. Μία από τις εξαιρέσεις φέτος ο «Ηρακλής μαινόμενος» του Μαρμαρινού, με έντονες επιδράσεις από τη σύγχρονη κεντροευρωπαϊκή αισθητική (μετωπικό παίξιμο, μικρόφωνα, ελάχιστη κίνηση, αναγνωστικό ύφος κ.λπ).
Συμπέρασμα:  και μη χειρότερα.
28/8/2011