Η μαγεία της ελπίδας σήμερα





Αλλάζει ο κόσμος;
Εκτιμώ πως είναι ένα από τα κορυφαία θεατρικά γεγονότα της χρονιάς. Ίσως και το κορυφαίο. Αναφέρομαι στην παράσταση του έργου «Οι ναυαγοί της τρελής ελπίδας», που είδαμε στον ειδικά διαμορφωμένο εκθεσιακό χώρο του αεροδρομίου Αθηνών, στο πλαίσιο του Ελληνικού Φεστιβάλ. Μία παράσταση -φόρος τιμής σε όσους, πριν από εκατό τόσα χρόνια, πίστεψαν πως μπορούν ν’ αλλάξουν τον κόσμο.
Μία παράσταση με την υπογραφή της Άριαν Μνουσκίν και της ευλογημένης κολεκτίβας της «Το θέατρο του ήλιου», που αριθμεί, αυτή τη στιγμή, 74 μέλη από 35 χώρες που μιλούν 22 διαφορετικές γλώσσες. Μιας κολλεκτίβας που, από την αρχή, είχε ένα κοινό όνειρο:  ν’ αλλάξει τον κόσμο μέσα από το θέατρο. Το πέτυχε; Όχι, εάν εννοούμε την επιτυχία με όρους καθαρά πολιτικούς ή οικονομικούς. Πώς θα μπορούσε, άλλωστε; Όμως, βοήθησε ν’ αλλάξουν πολλά πράγματα γύρω από την αισθητική του θεάτρου και τις σχέσεις του με το κοινό και την κοινωνία. Και αυτό δεν είναι λίγο. Τουναντίον, είναι ένα βασικό πρώτο βήμα, που σταδιακά μπορεί να οδηγήσει και στις υπόλοιπες αλλαγές.
Ένα θέατρο κοντά στην κοινωνία
Το θέατρο της Μνουσκίν ήταν πάντα κοντά στα γεγονότα: στον Μάη του 68, στην άνοδο των σοσιαλιστών του Μιτεράν στην εξουσία, στην πτώση του Τείχους του Βερολίνου, στο σημερινό πρόβλημα της μετανάστευσης. Ως κόρη Εβραίου καλλιτέχνη (κινηματογραφιστή) που διώχθηκε από τη Ρωσική Επανάσταση το 1925, η  Μνουσκίν (ή Μνούσκιν, αν προτιμάτε τη ρωσική προφορά) ήταν ανέκαθεν ιδιαίτερα ευαίσθητη σε θέματα ιστορίας, αδικίας, προσφυγιάς, διωγμού και ηθικής τάξης, αρχίζοντας με το περίφημο «1789», παράσταση επικεντρωμένη στα γεγονότα του πρώτου χρόνου της Γαλλικής Επανάστασης, την οποία είδαν περίπου 200.000 θεατές (αριθμός ρεκόρ τότε). Με την παράσταση του «1789» ο θίασος θα ξεπεράσει τα όρια της φυσικής του έδρας, της Καρτουσερί (πρώην αποθήκη πυρομαχικών), και θα μπει πλησίστιος στον παγκόσμιο θεατρικό χάρτη, ως η νέα δύναμη, το νέο θέατρο των πολιτισμών και των λαών.

Τρίτη επίσκεψη
Είναι η τρίτη φορά που μας επισκέπτεται η Μνουσκίν. Προηγήθηκαν (πάντα στο πλαίσιο του Ελληνικού Φεστιβάλ) οι ενδιαφέσρουσες παραστάσεις «Το τελευταίο καραβανσεράι» και οι «Εφήμεροι». Με τους φετινούς «Ναυαγούς της τρελής ελπίδας» πιστεύω πως είδαμε την ομορφότερη, πλουσιότερη, πιο σύνθετη και πλέον συγκινητική (έως και ρομαντική) πρότασή της. Κοντά στις τέσσερις ώρες (και λίγες μου φάνηκαν) απόλυτης μαγείας, που μόνο ένας χαρισματικός νους θα μπορούσε να κάνει.  Θέατρο βαθύτατης ουσίας και όχι lifestyle. Ένα εγχείρημα που ακουμπά ενμέρει στη «Μαγγελανία» του Ιουλίου Βερν, που έγραψε το 1905, λίγο πριν από το θάνατό του, και το οποίο ο εκδότης του αρνήθηκε να τυπώσει γιατί το βρήκε πολύ σκοτεινό και, ενμέρει, στο «Οι ναυαγοί του Ιωνάθαν», τίτλος που έδωσε ο γιος του Βερν, όταν αποφάσισε να ξαναγράψει το βιβλίο και να το εκδώσει με το όνομα του πατέρα του. Τη διασκευή υπογράφει η, εδώ και τριάντα χρόνια, μόνιμη συνεργάτιδα του θιάσου, η φιλόσοφος και συγγραφέας Ελέν Σιξού.
Η ιστορία
Η ιστορία αρχίζει στο μαγαζί (κάτι σαν ταβέρνα) του Φελίξ «Η τρελή ελπίδα», όπου ενθουσιώδεις κινηματογραφιστές, οπλισμένοι με μία κάμερα με μανιβέλα, γυρίζουν μία βουβή ταινία με θέμα το ναυάγιο ενός πλοίου και τις περιπέτειες των ναυαγών, τις οποίες μας αφηγούνται οι ίδιοι οι παθόντες μέσα σε νιφάδες χιονιού, καθώς και ένας αφηγητής που παρακολουθεί τις προσπάθειές τους και ενημερώνει (με «γαλλοελληνική» προφορά) το κοινό για τη δράση τους. Όλοι αυτοί (κομμουνιστές, ουμανιστές, ουτοπιστές κ.λπ.), στήνουν τα ζωγραφιστά σκηνικά τους, χρησιμοποιούν μηχανές ατμού, απλώνουν το χιόνι, προβάρουν τα κοστούμια, γράφουν τους διαλόγους σε χαρτόνια, με στόχο τη δημιουργία ενός σκηνικού κόσμου σύμφωνα με τα ιδανικά του σοσιαλισμού και της δικαιοσύνης. Όμως, η έκρηξη Α’ Παγκόσμιου Πολέμου αναστέλλει κάθε προσπάθεια. Η ταινία δεν ολοκληρώνεται ποτέ.
Η παράσταση
Απλώς δεν περιγράφεται. Βιώνεται. Πρέπει να είσαι εκεί, να χαθείς στις εικόνες, να αισθανθείς  τα vibes, να θαυμάσεις την ενορχήστρωση των σωμάτων, την πανδαισία των χρωμάτων, την εξόρυξη των συναισθημάτων, την έκρηξη των διαθέσεων, το αεικίνητο πηγαινέλα των 35 (αν μέτρησα σωστά) δοσμένων ηθοποιών που ήταν διαρκώς στη σκηνή και έφτιαχναν, μπροστά στα μάτια μας, τη μία ουτοπία μετά την άλλη, τη μία οπτασία μετά την άλλη, το ένα μαγικό μετά το άλλο. Ευτελή σκηνικά αντικείμενα γίνονταν εργαλεία μαγείας, απλώνοντας μπροστά μας μία απέραντη θάλασσα από όνειρα και απογοητεύσεις σωμάτων και ψυχών που ήθελαν κάπου να φτάσουν για να σωθούν. Και Λεκόκ και Αρτώ και σύγχρονη όπερα και θέατρο της Ανατολής και της Δύσης, όλα στην υπηρεσία ενός συναρπαστικού και πολυσχιδούς σκηνικού μικρόκοσμου που ζούσε με την τρελή, τη ρομαντική ουτοπία ότι ο άνθρωπος, παρά τις αντιξοότητες, μπορεί να τα καταφέρει μέσα από τη θέσπιση υγιέστερων νόμων που ν’ ακουμπούν στην αγάπη, στην αλληλεγγύη, στη συλλογικότητα. Ένας άθλος του θεάτρου που πέτυχε, παίζοντας με τους κώδικες του βωβού κινηματογράφου, να μας γεμίσει ελπίδα, σε μια στιγμή όπου η ελπίδα είναι ολοένα και πιο δυσεύρετη. Τα ευφάνταστα σκηνικά των Μονσερά και Σ. Νικολάι και η εξαιρετική μουσική παρτιτούρα (350 πρωτότυπα κομμάτια!), που συνόδευε διαρκώς τη δράση, του Ζαν Ζακ Λεμέτρ.
Σήμερα (Κυριακή) είναι η τελευταία παράσταση για άλλους τετρακόσιους τυχερούς. Οι υπόλοιποι φοβάμαι πως χάσατε.
19/6/2011