Να ζει κανείς ή να μη ζει;




Κόσμος και ποιότητα
Κοσμοπλημμύρα στο Θέατρο του Κήπου. Τέτοια που κανένα άλλο θέατρο δεν γνώρισε φέτος το καλοκαίρι στη Θεσσαλονίκη. Σίγουρα ο όγκος του κοινού δεν είναι κατ’ ανάγκην και τεκμήριο κάποιας ποιότητας. Θα ήταν πραγματικά συγκλονιστικό εάν πήγαινε τόσος κόσμος να δει τον Άμλετ να εκδικείται το φόνο του πατέρα του εν μέσω καινούριου μνημονίου. Τότε θα είχαμε κάθε λόγο να ελπίζουμε πως έρχονται καλύτερες μέρες στον τόπο μας.
Δυστυχώς, τα πράγματα δεν είν’ έτσι. Ακόμη και σε εποχές βαθιάς κρίσης αξιών, οι εκάστοτε σταρ εξακολουθούν να λάμπουν πιο πολύ και από τους συγγραφείς και τα έργα τους. Εάν η παράσταση που είδαμε από την «5η Εποχή Τέχνης» δεν είχε στη διανομή της μερικά γνωστά τηλεοπτικά ονόματα, φοβάμαι πως, όσο και να φώναζε ο Άμλετ, κανείς δεν θα τον άκουγε. Τόσο απλά.
Το πάζλ του έργου
Ο «Άμλετ» είναι η απόλυτη τραγωδία εκδίκησης. Είναι η απάντηση του Σέξπιρ στον πρώτο διδάξαντα, τον Κιντ, και στην «Ισπανική [του] τραγωδία». Ο Άμλετ είναι ο πρώτος ολοκληρωμένος, ψυχοσυναισθηματικά, χαρακτήρας στην ιστορία του δυτικού θεάτρου. Είναι εκείνος που αναλαμβάνει να μας ξεναγήσει στα σκοτεινά μονοπάτια του κόσμου και της συνείδησης. Είναι ένας νέος που άλλα θέλει να κάνει στη ζωή και άλλα του επιβάλλει το φάντασμα του πατέρα του. Κατά βάση είναι ακόμη ένα παιδί, χωρίς ιδιαίτερο ενδιαφέρον, στην αρχή τουλάχιστο, για το τι γίνεται στο παλάτι.  Έτσι, διχασμένος και αβέβαιος, αναλαμβάνει ένα ρόλο, στην ουσία ένα πρότζεκτ, που ενώ δεν το θέλει, δεν μπορεί και να το αποποιηθεί. Και η περίφημη κραυγή του «Να ζει κανείς ή να μη ζει», είναι ακριβώς η συμπύκνωση όλης αυτής της εικόνας της ταλάντευσης. Εκεί βλέπουμε έναν Άμλετ που δεν ξέρει σε πιο βαθμό να χρεώσει το έγκλημα στον χαρακτήρα του θείου του ή στην τύχη ή στην ίδια την ύπαρξη. Δεν είναι σίγουρος αν αξίζει κάποιος να αντιμετωπίζει τα στραβά της ζωής με στωικότητα ή με δυναμισμό. Δεν είναι σίγουρος αν ο θάνατος είναι προτιμότερος από τη δράση. Σκέψεις που, προς στιγμήν, τον παραλύουν, τον ακινητοποιούν. Καθώς, όμως, εκτυλίσσεται η δράση, διαμορφώνει μια νέα εικόνα του κόσμου, που τον βοηθά να  πετύχει την πολυπόθητη ισορροπία. Στην πέμπτη πράξη, πλέον, έχουμε έναν Άμλετ που φεύγει από ένα σύμπαν μακιαβελικό και μπαίνει φουριόζος σε ένα σύμπαν όπου πρυτανεύει η θεία πρόνοια. Το ότι πεθαίνει στο τέλος είναι πιο πολύ μια συμβατική αναγκαιότητα, παρά αποτέλεσμα κάποιας ηθικής ή ψυχολογικής επιταγής. Άλλωστε, ο θάνατος του Πολώνιου και η αυτοκτονία της Οφηλίας προετοιμάζουν το κοινό γι’ αυτό ακριβώς το πράγμα.  Το διακύβευμα εδώ είναι πώς επιλέγει ο δημιουργός του να τον σκοτώσε, ώστε να αναδείξει παράλληλα και το μεγαλείο του.
Δοκιμασίες σκηνοθετών
Ο «Άμλετ» είναι το απόλυτο έργο, ένα αριστούργημα, το οποίο είναι λογικό να προκαλεί κάθε σκηνοθέτη. Όλοι θέλουν να αναμετρηθούν μαζί του, να φυλλομετρήσουν τις πτυχές του, να σκαλίσουν τα ηθικά και ψυχολογικά του υποστρώματα. Δεν είναι μόνο ένα έργο δύσκολο και πολυσχιδές αλλά και πολύ επικίνδυνο, υπό την έννοια ότι μπορεί εύκολα να οδηγήσει σε σαπουνοπερατικές υπερβολές. Άλλωστε έχει όλα τα συστατικά: πάθη, απιστίες, έρωτες, φόνους, αντεκδικήσεις, βεντέτες, δολοπλοκίες, καταχρήσεις, μηχανορραφίες, παρεξηγήσεις, παίγνια εξουσίας.
Η σκηνοθεσία του Θέμη Μουμουλίδη δεν αποπειράθηκε να ρίξει φως σ΄ αυτό το απίστευτο σύμπλεγμα ανθρώπινων σχέσεων και δράσεων. Αρκέστηκε σε μια πεπατημένη ανάγνωση, χωρίς ιδιαίτερους προβληματισμούς και ρισκέ εξορύξεις. Μια σκηνοθεσία που δεν ανέδειξε τίποτα περισσότερο απ’ αυτά που ήδη γνωρίζουμε. Ελλείψει φρέσκων ιδεών, κράτησε τους ηθοποιούς της διανομής σε ήδη χαραγμένες ατραπούς, χωρίς εμφανείς λακκούβες, αλλά και χωρίς καμία έμπνευση, με αποτέλεσμα να μην πείσουν κανέναν γιατί ήταν εκεί στη σκηνή και πάσχιζαν να επιβιώσουν όλης αυτής της εκδικητικής μανίας των πλασμάτων του Σέξπιρ.
Το ότι χειροκροτήθηκε η προσπάθειά τους, ήταν αναμενόμενο. Το ξαναλέμε: οι καιροί ευνοούν την εικόνα. Και ο κόσμος ακόμη θέλγεται (δυστυχώς) από τα ονόματα των πρωταγωνιστών και όχι από  ευρηματικές σκηνοθεσίες ή θηριώδεις ερμηνείες.
Ερμηνείες
Για να μην είμαστε, όμως, ισοπεδωτικοί, οφείλουμε δυο καλά λόγια για τον Αιμίλιο Χειλάκη (Άμλετ). Είχε ορισμένες γεμάτες στιγμές, ιδίως εκεί όπου προδίδει την ανασφάλειά του να προχωρήσει, να γίνει ο δράστης-εκδικητής και ο ηγέτης ενός βασιλείου υπό διάλυση. Να πούμε ακόμη ότι δεν πέρασε απαρατήρητη η Μαρίνα Ψάλτη, παρόλο ότι δεν άφησε πίσω της ευδιάκριτα ίχνη. Όσο για την Οφηλία της Ευγενίας Δημητροπούλου, μάλλον αδιάφορη, ομοίως και ο Λαέρτης του Δημήτρη Αλεξανδρή. Ο Μάνος Βακούσης έφτιαξε χαρακτήρα με όβερντοουζ κωμικών στοιχείων και έδειξε να το διασκεδάζει. Ο Πολώνιος δεν είμαι σίγουρος εάν το χάρηκε.
Μια πλήρης σκηνική εκτέλεση του ‘Αμλετ» κρατά περισσότερο από τέσσερις ώρες.  Από τη μετάφραση του Χειμωνά, οι Μουμουλίδης και Παναγιώτα Πανταζή κράτησαν ένα 70%. Δεν ήταν άσχημη η κοπτοραπτική τους. Το σκηνικό του Μουμουλίδη αδιάφορο, όπως τα περισσότερα σκηνικά των παραστάσεων που βγαίνουν σε περιοδεία. Με κάποιες καλές σημάνσεις η μουσική του Μάριου Στρόφαλη.
Συμπέρασμα: ένας Άμλετ που έφερε κόσμο στον Κήπο, όχι όμως και καινούρια αύρα που να σε κάνει να ξανακούσεις τα γνώριμα λόγια  και να ξαναδείς τις γνώριμες πράξεις με ανανεωμένο ενδιαφέρον.
14/8/2011